Το προξενιό της Χαράς

dog«Ήθελα να ήξερα τι λέτε, κάθε Πέμπτη βράδυ που βγαίνετε έξω, σαν μπακούρια. Δεν βαρεθήκατε να λέτε όλο τα ίδια και τα ίδια; Θα σε δει κανένας γνωστός και θα νομίζει, ότι έχω χάσει τον έλεγχο του σπιτιού».

Είναι η συνηθισμένη μουρμούρα της γυναίκας μου, όταν με βλέπει να ετοιμάζομαι να δω τους φίλους μου από το γραφείο η κανένα παλιό μου συμφοιτητή από τα χρόνια του Πολυτεχνείου.

-Τι θέλεις να λέμε ρε γυναίκα; Για την πολιτική κατάσταση της χώρας, για τον μ@λάκα τον Γενικό της Εταιρείας, άντε και για τον Θρύλο που φέτος σέρνεται.

-Ναι καλά, εμένα μου λες; Θα παραμυθιάζει ο ένας τον άλλο με τις παλιές σας γκόμενες. Δεν βαριόσαστε, ήθελα να ‘ξέρα; Σε μένα όμως δεν λες τίποτα. Τι φοβάσαι μωρέ; Μήπως ζηλέψω; Χα, χα…Αυτές, που βγαίνατε τότε, που είσαστε ακόμη ελεύθεροι, είναι πιά στην κλιμακτήριο.

Λέμε και άλλα πολλά πριν φύγω από το σπίτι. Και πριν κλείσω την πόρτα γυρίζει και μου λέει.

-Θα είναι σίγουρα μαζί σας και αυτός ο εξυπνάκιας ο Μάκης. Έτσι δεν είναι;

– Ε βέβαια. Είναι δυνατόν, ο μέγας θεμελιωτής των απλών μαθημάτων της θεωρίας παιγνίων, να μην είναι μαζί μας;

-Ωραία! Να του πεις ότι έχει χαιρετίσματα από την φίλη μου, την Χαρά. Δεν πιστεύω να μην την θυμάται. Χα, χα…

-Είναι δυνατόν να ξεχάσει τις μ@λακισμένες τις φίλες σου και το κάζο που κόντεψε να πάθει με αυτό το κοπρόσκυλο τον Μπάκ. Κι εσύ, που την θυμήθηκες πάλι την Χαρά;

-Την είδα, μωρέ, χθες, που κατέβηκα στο κέντρο. Πέρασα από το κοσμηματοπωλείο του Θανάση. Κρατάει αυτή το μαγαζί, γιατί ο Θανάσης πηγαινοέρχεται στη Φρανκφούρτη.

-Τι δουλειά κάνει, ρε, το φασιστόμουτρο, και έχει νταραβέρια με Γερμανούς; Δεν θα μου κάνει καμία εντύπωση, εάν κάνει και καμία βρωμοδουλειά μαζί τους. Γιός παλιού Εκοφίτη δεν είναι; Με τίποτα λαθρέμπορους χρυσού θα είναι μπλεγμένος. Της ξίνιζε βλέπεις, της φιλενάδας σου, ο Μάκης , που είναι και επιστήμονας, και παντρεύτηκε τον αρχιχαφιέ, το @ρχίδι, τον αρχιμ@λάκα, τον Θανάση.

-Έλα, έλα σταμάτα να βρίζεις. Το ξέρω, ότι ποτέ δεν τον συμπάθησες. Δεν είναι φασιστόμουτρο ο άνθρωπος. Φιλελεύθερος προοδευτικός είναι. Και δεν είναι χέστης, σαν τον φίλο σου τον Μάκη. Όταν στα Πανεπιστήμια κάνατε εσείς, οι Πασόκοι και οι Κνίτες, κουμάντο, αυτός είχε @ρχίδια και δεν κρυβότανε. Κατέβαινε στις συνελεύσεις και πλακωνότανε.

-Ναι, ναι. Παρέα με τους τραμπούκους, τους Rangers του Βαγγέλη. Και πήρε πτυχίο με το ζόρι. Ένας βλάκας ήτανε. Ενώ ο Μάκης, ο Μάκης από την Αγιά Σοφία του Πειραιά στο Μετσόβιο, από εκεί στην Χαϊδελβέργη για διδακτορικό στα Μαθηματικά, μετά μεταπτυχιακό στην behavioral analysis και Manager σήμερα στην πολυεθνική Wasted Energy Management plc. Σου φαίνεται λίγος; Έχει @ρχίδια στο μυαλό ο φίλος μου. Δεν είναι @ρχιδόμαγκας σαν το ρεμάλι τον άντρα της Χαράς. Ούτε να την ακούσω δεν θέλω την φίλη σου. Και να μην μου ξανααναφέρεις ποτέ αυτό το καθίκη, τον Θανάση.

Τι ήτανε να της το πω. Πήρε φόρα και δεν σταμάταγε.

«Ήτανε, ρε, μάγκας ο Θανάσης. Παιδί μέσα στα όλα. Δεν ήτανε μ@λακόκαβλης , σαν τον φίλο σου. Πολύ έκανε η Χαρά και του έριξε χυλόπιτα, του εξυπνάκια. Ενώ ο Θανάσης… Πω, πω τι έχουμε περάσει μαζί με τον Θανάση.

Μια φορά, ο Θανάσης και οι κολλητοί του, είχανε πλακώσει στις σφαλιάρες ένα Ρηγά, σαν τον φίλο σου τον Μάκη, όταν τον είδανε να μπαίνει με μια γκόμενα, σκέτο φρικιό, στο 9+9, το άβατο της ΔΑΠ. Απορώ πώς τον είχε αφήσει να μπει μέσα ο Αλόρας, ο μετρ του μαγαζιού. Είχαμε σκάσει στα γέλια. Μην φανταστείς ότι τον δείρανε. Δεν ήταν σαν τους σημερινούς Χρυσαυγίτες τα παιδιά της ΔΑΠ. Μόνο τον βγάλανε έξω σηκωτό και του είπανε να μην τολμήσει να ξαναπατήσει. Χα,χα…»

-Ναι, μεγάλος μάγκας ο Θανάσης. Μαζί με άλλους δέκα φλώρους, γιατί μόνο φλώροι πηγαίνανε τότε στα εννιάρια της Σταδίου, τα βάλανε με ένα μ@λακισμένο του ΡΗΓΑ. Για πες μου και άλλες τέτοιες έξυπνες ιστορίες.

Κατάλαβε η γυναίκα μου, ότι δεν θα είχε καλό ξεμπέρδεμα, αν άνοιγε μια τέτοια συζήτηση και έστρεψε τη συζήτηση αλλού. Ήθελε σώνει και καλά να μου θυμίσει την επανάσταση που κάνανε τα παιδιά της δεξιάς στις σκληρή δεκαετία του ’80. Εκείνη, τότε, ήταν ακόμη μαθήτρια.

«Πω πω, Θεέ μου, τι ωραίες εποχές; Πού σε βρήκα ρε πoύστη μου, εσένα τον μικροαστό;» μου είπε. Και αμέσως συνέχισε την αναπόληση στα χρόνια του lifestyle της δεξιάς του ’80.

«Όταν εμείς κυκλοφορούσαμε με cabrio και πηγαίναμε στο Ακρωτήρι, εσείς μαζευόσαστε σε κόβες και σε ταβερνάκια της συμφοράς για θεματικές αναλύσεις που σας έδινε ο Κύρκος και ο Φαράκος.

Όταν εμείς, οι Αρσακειάδες και οι Ουρσουλλίνες, κυκλοφορούσαμε με Prada και Luis Vuitton, οι γκόμενες σας, οι αξύριστες, κρατούσαν ταγάρια.

Όταν τα κορίτσια της κοινωνικής μου τάξης κάναμε μπαλέτο και παίζαμε στο πιάνο το Fur Elyse, οι δικές σας, οι ψευτοδιανοούμενες, ακούγανε απαγγελίες Ρίτσου και Λειβαδίτη σε φεστιβάλ της Καισαριανής.»

-Ναι, ναι τα είδα τα κορίτσια της κοινωνικής σου τάξης. Από τις νυχτερινές σουίτες του Σούμπερτ ακούνε σήμερα στα μπουζούκια Ρέμο.
Οι μισές είναι χωρισμένες και οι άλλες μισές, που δεν είναι, ψάχνονται. Στα bar, στα κομμωτήρια και στο Facebook ξημεροβραδιάζονται.

Η συζήτηση είχε για τα καλά ανάψει. Σιγά μη και άφηνε η γυναίκα μου τίποτα αναπάντητο.

-Μωρέ, τι μου λες; Γιατί οι φίλες σου, οι παλιές, δεν έχουν σελίδα στο Facebook; Εσύ δεν μου έδειξες, τις προάλλες, την Άννα και την Τόνια; Ειδικά, την Τόνια, την επαναστάτρια του Χημικού, πήγε ο άλλος, ο κοπρίτης ο φίλος σου, ο αρχιτέκτονας της αειφόρου ανάπτυξης και έγραψε και ποίημα για αυτήν. Αλήθεια, από ποια αλυσίδα super market ψωνίζει σήμερα; Χα,χα… Εγώ τα γράφω; Ο φίλος σου ο Χάρης δεν έγραψε για αυτήν; Να στο διαβάσω. Ορίστε! Άκου τις κρυάδες του:

«Θυμήθηκα χτες την Τόνια,
φοιτήτρια του Χημικού στην Μεταπολίτευση
Στην πρώτη γραμμή της κάθε πορείας
Στα μπροστινά έδρανα της κάθε συνέλευσης.
Την Τόνια, με την βραχνή από το τσιγάρο φωνή
και αυτές τις υπέροχες ξανθές μπούκλες,
την είδα χτες, φορτωμένη με δύο καρότσια,
να βγαίνει από την μεγάλη αλυσίδα.
Αχ ρε Τόνια!
Εσύ που πάλευες να αλλάξεις τον κόσμο
στα ίδια με μας μέρη κατέληξες»

Και από τον αντίλογο πέρασε αμέσως στην κριτική.

«Περάσανε τα χρόνια, Αλέξη. Όλο φωνές, συνθήματα και υψωμένες γροθιές είσαστε! Τάχα μου έτοιμοι για την μεγάλη ανατροπή. Τίποτα δεν κάνατε τελικά. Επαναστάτες της κουβέντας είσαστε και μεταλλαχτήκατε σε αγανακτισμένους του καναπέ σήμερα.

Συμβιβασμένοι με την δουλίτσα σας, την γυναικούλα σας και τα παιδάκια σας. Κανένα όραμα δεν είχατε για την ζωή. Πότε ρε θα την κάνετε την επανάσταση σας; Χάσατε τα καλύτερα σας χρόνια.

Αχ ! Εγώ ήμουνα γεννημένη για την μεγάλη ζωή των αστών. Αλλά, τότε στα είκοσι μου-που μυαλό- νόμιζα ότι θα ξεχώριζα από τις άλλες φίλες μου, εάν έβγαινα με κάποιο ασυμβίβαστο. Και βρήκα εσένα»

Τι ήτανε να με βάλει μέσα στην ατζέντα της; Με πήρε και μένα η μπάλα:

«Με @ρχίδια ασυμβίβαστο έμπλεξα» μου είπε, υψώνοντας την φωνή. Δεν αστειευότανε τώρα.

«Με τα φιλαράκια σου να βγαίνεις κάθε Πέμπτη, να πηγαίνεις Κυριακή στο γήπεδο και να γράφεις μ@λακίες στον Πιτσιρίκο, μόνο ξέρεις. Τρέμεις, ρε, μη και χάσεις την βόλεψη σου.

Οι έξυπνοι, Αλέξη μου, σαν τον Τσίμα και την Τρέμη, δικά σας παιδιά είναι, της ΚΝΕ μη το ξεχνάς, αλλάξανε στρατόπεδο. Καταλάβανε, που πήγαινε το πράγμα. Α! Και ο Πέτρος! Που έπιασε το νόημα της ζωής.

Σας έμαθε τα μυστικά της αστικής ζωής, ρε. Να ντύνεστε, να βγαίνετε έξω, να ξοδεύετε το χρήμα και να μην είστε μίζεροι. Σας άνοιξε τα μάτια και εσείς που κοροϊδεύατε τον Χατζηφωτίου, να είναι καλά ό άνθρωπος, τρέχατε να δείτε κώλους στο ΝΙΤΡΟ και το ΚΛΙΚ. Λιγούρηδες αριστεροί! Ε λιγούρηδες.»

Η κουβέντα είχε πιά, για τα καλά ανάψει. Δεν ήθελα και πολύ για να τα πάρω.

«Ναι, βέβαια. Μας τα άνοιξε ο Πέτρος τα μάτια. Μάθαμε πως πλασάρονται οι πoυτάνες για μοντέλα. Οι αδίσταχτοι για open mind επιχειρηματίες. Οι άφραγκοί για φραγκάτοι. Και οι αργόσχολοι για bon viveur.

Μόνο που ξέχασε να μας δώσει μαθήματα, πώς να φουντάρουμε επιχειρήσεις και να ξεφτιλιζόμαστε με τις τηλεμαγείρισες των πρωινάδικων.

Ρε, δεν μου γ@μιόσαστε, λέω εγώ; Όχι εσύ αγάπη μου, μη το παρεξηγείς. Τέλος πάντων. Φεύγω τώρα. Θα τα πούμε αύριο. Και σε παρακαλώ, κάνε μια επανάληψη στα Μαθηματικά του μικρού»

Λόγια συνηθισμένα, θα ‘λεγε κανείς καθημερινά, από ανθρώπους καθαρά μικρομεσαίους.

Και όσο κι’ αν παραμυθιαζότανε η γυναίκα μου με τις παλιές της παρέες, παιδιά ασήμαντων ανθρώπων ήταν και αυτά.

Της είχα πει σε μια παλιότερη μας κουβέντα για την ιστορία της ελληνικής αστικής τάξης.

«Άστα ρε γυναίκα, μην την ψάχνεις την ιστορία. Πού να βρεθούν μεγαλοαστοί στην Ελλάδα;

Τι είμαστε άλλωστε οι Έλληνες;

Πέντε-έξι γενιές πιο πίσω, ραγιάδες, κλέφτες, κοτζαμπάσηδες και κατσαπλιάδες

Τρείς γενιές πίσω, πρόσφυγες και μετανάστες.

Δυο γενιές πριν κατοχικοί δωσίλογοι, χύτες, μαυραγορίτες και διωγμένοι στην Εξορία κομμουνιστές. Και στην ουρά όλων αυτών φοβισμένοι επαρχιώτες, που κουβαλήθηκαν από την επαρχία και κλείστηκαν στις πολυκατοικίες της αντιπαροχής. Του μεγάλου Εθνάρχη.

Και η γενιά των γονιών μας, χουντικοί και φοβισμένοι μικροαστοί.»

Κατά καιρούς λέγαμε πολλά. Διαφωνούσαμε και στο τέλος τα βρίσκαμε.

Είχαμε επιτύχει τον ενδοοικογενειακό συμβιβασμό. Να την υπομένω και να με ανέχεται.

Τέλος πάντων.

Φεύγοντας από το σπίτι και καθ’ οδόν προς το μέρος που θα έβλεπα τους κολλητούς μου, στο μυαλό μου ήρθε όλη η ιστορία με τον Μάκη και την Χαρά.

Και ας είχανε περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια.

Η Χαρά, συμμαθήτρια της γυναίκας μου στο Αρσάκειο, ήτανε η γκομενάρα της δεκαετίας του ’90.

Ξανθιά, ψηλή και με γυμνασμένο σώμα. Και δεν ήτανε και βούρλο.

Είχε τελειώσει μια Γαλλική Φιλολογία, έκανε ένα μεταπτυχιακό σε ένα ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου -είχε αναστενάξει το Elysee, το μπουζουκτζίδικο, από τα τσιφτετέλια της- τουλάχιστον δεν πήγαν χαμένα οκτώ χρόνια μπαλέτο- και είχε και καλή αίσθηση του χαβαλέ.

Εκεί που έχανε, ήτανε στους άντρες. Ή φλούφλη θα έβρισκε η με κανένα αλητάμπουρα θα έμπλεκε. Αρκεί να ήτανε ψηλός, αθλητικός και λεφτάς.

Ο Μάκης, βέβαια, δεν είναι ψηλός, κάπου ένα εβδομηνταπέντε είναι το παλληκάρι, δεν είναι ιδιαίτερα αθλητικός -παίζει όμως εξαιρετική πόκα, πόκερ και τάβλι πλακωτό- και φυσικά εκείνα τα χρόνια, που διαδραματίστηκε αυτή η ιστορία, άφραγκος.

Είχε κανονίσει λοιπόν η μέλλουσα τότε γυναίκα μου, μετά από πολύ πίεσΉ μου, να βρεθούμε όλοι στο σπίτι της Χαράς. Είχαν προηγηθεί πολλές συζητήσεις μέχρι να γίνει αυτή η συνάντηση.

«Είναι κρίμα ρε γυναίκα, τέτοιο κορμί να πάει χαμένο. Ας το χαρεί κανένας φίλος τουλάχιστον» της έλεγα, για να την πείσω να γίνει αυτή η συνάντηση.

«Πού τον πας, ρε, τον φουκαρά. Θα πάει άκλαυτος. Στο λέω, αποκλείεται να αρέσει στην Χαρά. Της αρέσουν οι παιδαράδες και οι ματσό. Αφού, όμως επιμένεις, να μη σου χαλάσω το χατίρι. Και να του πεις, του Μάκη, να μην ανοίξει καμία πολιτική συζήτηση, γιατί ο πατέρας της Χαράς είχε νταραβέρια με την χούντα. Εντάξει;»

«Τι με νοιάζει εμένα, τι έκανε ο πατέρας της με την χούντα» της είπα. «Αυτή ήταν αγέννητη ακόμη. Εμείς οι αριστεροί, αυτά τα έχουμε ξεπεράσει.

Ο μεγάλος Εθνάρχης είπε ότι το αδίκημα των πραξικοπηματιών ήταν στιγμιαίο. Ο Ανδρέας αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση. Αριστεροί και δεξιοί, είμαστε ένα τώρα. Χα, χα… Στο κάτω-κάτω μια γνωριμία θα κάνουμε στα παιδιά.

Θέλεις να σου δώσω, να της δείξεις και καμία φωτογραφία, που είμαστε μαζί με τον Μάκη;» την είχα ρωτήσει, «για να μην πάει και τζάμπα η βραδιά.»

«Άσ’ το καλύτερα» μου είχε απαντήσει γελώντας.

«Δεν θα κατέβει να παίξει, μόλις δει τι λαπάς είναι ο φίλος σου. Την ξέρω εγώ, την Χαρά. Είναι προτιμότερο να πάρει την κρυάδα μια και καλή».

«Έλα, έλα σοβαρέψου» της είχα πει αμέσως ελαφρά θιγμένος. «O Μάκης έχει δημοσιεύσει δέκα papers στην American Mathematical Association. Έχει διαβάσει Κροπότκιν και Roland Bart. Απλά, δεν είναι ο τύπος που πηγαίνει σε γυμναστήρια για να φουσκώσει και να μοιάζει με μπράβο νυχτερινού κέντρου. Σαν και αυτό τον μ@λάκα, τον Θανάση, που βγαίνει, έβγαινε, δεν ξέρω τι κάνει η φίλη σου με αυτόν τον κωλοφασίστα».

Μου είχε πει πολλά τότε, η μέλλουσα γυναίκα μου. Μέχρι και λεπτομέρειες σημαντικές η ασήμαντες, για τις μουσικές, ενδυματολογικές η ερωτικές ιδιορρυθμίες της Χαράς.

Είχα μάθει ότι έκανε δώδεκα χρόνια μαθήματα πιάνου και ότι είχε αδυναμία στις νυχτερινές σερενάτες του Μότσαρτ. Οχτώ χρόνια μπαλέτο στην σχολή της Μοριάνοβα και τρία χρόνια στο Λύκειο των Ελληνίδων.

Αλλά και τις παραξενιές της είχα μάθει. Ήθελα να πάει καλά προετοιμασμένος ο φίλος μου. Είχαμε μελετήσει τον αντίπαλο σε όλα του τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία του.

Μία από αυτές τις παραξενιές -και ποια κοπέλα άλλωστε δεν έχει- ήτανε ότι έβαζε τον εκάστοτε εραστή της, πριν ξαπλώσουνε στο κρεββάτι, να κάνει μπάνιο και να πλύνει τα δόντια του.

Είχα μάθει ότι ήταν, η Χαρά, υστερική με την υγιεινή του κόλπου.

Για κανένα δεκάλεπτο πριν την ερωτική πράξη έκανε επάλειψη του κόλπου της με ειδική αντισηπτική κρέμα. Και για ένα τέταρτο μετά την συνoυσία έκανε κολπικές πλύσεις.

Κατά τα λοιπά, όπως μου είχε πει η γυναίκα μου, ήταν ένα normal κορίτσι.

Και με παντρεμένους είχε πάει, και στάσεις περίεργες έκανε και σε φιλικές παρτoύζες έπαιρνε μέρος.

«Βάζω στοίχημα, ότι δεν θα κάνει στοματικό» της είχα πει γελώντας μια φορά, όταν μου έλεγε αυτές τις ιδιοτροπίες της.

«Δεν έχει πρόβλημα» μου είχε απαντήσει. «Αρκεί, να τον έχουν πλύνει καλά, και να μην της τραβάνε τα μαλλιά την ώρα που θα τελειώνουν».

Οι ερωτικές προτιμήσεις του καθενός είναι σεβαστές. Απλά, εγώ και η μέλλουσα τότε γυναίκα μου κάναμε πλάκα με αυτά που λέγαμε.

Είμαστε άλλωστε, τότε, κάπου στα εικοσιπέντε μας και όλα αυτά μας φαίνονταν αστεία.

«Το μόνο που δεν θα της κάνει ο Μάκης, στο λέω από τώρα» της είχα πει «είναι γλειφομούνι. Θα κάνει εμετό ό άνθρωπος με όλα αυτά τα σαπούνια και τις αλοιφές».

«Καλύτερα να του πεις να μην δοκιμάσει, αν βέβαια του καθίσει» μου είχε απαντήσει, «Θα σιχτιρίσει την ώρα και την στιγμή ο φίλος σου. Αλλά για άλλο λόγο. Η Χαρά δεν συγκεντρώνεται, έχει διάσπαση προσοχής και μόλις περάσουν είκοσι λεπτά και δεν τελειώσει αρχίζει να ιδρώνει. Και μόλις ιδρώσει θέλει να πάει να ξανακάνει μπάνιο. Καταλαβαίνεις τώρα.»

Είχα καταλάβει λοιπόν, ότι για να γ@μήσεις την Χαρά, που μπορεί να ήτανε κορμάρα, χρειάζονταν ειδικές οδηγίες χρήσης.

Περνούσαμε ώρες συζητώντας ή σχολιάζοντας πώς θα του φαίνονταν του Μάκη, αυτές οι ερωτικές παραξενιές της.

«Μη βιάζεσαι» μου είχε πει, « Άσε πρώτα να τα φτιάξουνε τα παιδιά».

Η αλήθεια να λέγεται, είναι ότι η Χαρά δεν είχε πολλά κοινά με τον Μάκη.

Εγώ όμως επέμενα. Δεν γούσταρα να την πηδάει αυτό το φασισταριό, ο Θανάσης.

Και επειδή με την γυναίκα μου ήμασταν κάπου τρία χρόνια μαζί και ετοιμαζόμαστταν να παντρευτούμε, δεν ήθελε και εκείνη να μου χαλάσει το χατίρι.

Και μου είχε υποσχεθεί ότι θα κανόνιζε μια επίσκεψη στο σπίτι της Χαράς.

Τέλος πάντων. Οι ιδιαιτερότητες της Χαράς, που με λεπτομέρεια περιγράψαμε παραπάνω, δεν είχαν τόσο ενδιαφέρον, ούτε ήταν ποτέ αντικείμενο συζητήσεων στην παρέα, γιατί σεβόμασταν την προσωπική της ζωή.

Εκείνο όμως, που ήταν μόνιμο αντικείμενο συζήτησης στις παρέες, ήταν το σπίτι της.

Γιατί, εκτός από ότι ήταν μεγάλο και όμορφο, ήταν ο τρόμος και ο φόβος φίλων, γνωστών η περαστικών.

Και αυτό εξαιτίας του Μπακ. Του σκύλου της, που δεν τολμούσε κανείς όχι μόνο να παίξει ή να χαϊδέψει, αλλά ούτε καν να κοιτάξει.

Όταν η Χαρά περίμενε στο σπίτι επισκέπτη, τον Μπακ τον κλείνανε μέσα σε ένα δωμάτιο.

Και το κλειδώνανε, το δωμάτιο, και απέξω για να σιγουρευτούν ότι δεν θα γίνει καμία στραβή.

Για να μην πολυλογούμε, όπως συνήθως κάνουν αυτοί που γράφουν ιστορίες apolitik, η πολυπόθητη μέρα της προκαθορισμένης συνάντησης του Μάκη με την Χαρά έφτασε.

Βέβαια, για να γίνει μια τέτοια συνάντηση, είχαν προηγηθεί πολλά ενδιάμεσα τηλέφωνα της Χαράς με την μέλλουσα τότε γυναίκα μου.

«Βλέπεται;» την είχε ρωτήσει την γυναίκα μου, η Χαρά.

«Φυσικά. Είναι μηχανικός, με διδακτορικό στα Μαθηματικά» της είπε η γυναίκα μου.

«Δεν με ενδιαφέρει αυτό. Είναι ψηλός; Είναι καθαρός; Γ@μάει καλά;» την είχε ρωτήσει πάλι η Χαρά.

«Πού θες να ξέρω μωρή, πως γ@μάει;» της είχε απαντήσει η γυναίκα μου, «Φίλος του δικού μου είναι. Δεν τον είχα γκόμενο. Στην εταιρεία, πάντως , που έπιασε δουλειά, ο Αλέξης μου λέει ότι αρέσει σε πολλά κορίτσια».

Δεν την είχε, φαίνεται, ικανοποιήσει αυτή η απάντηση της γυναίκας μου, γιατί η Χαρά αμέσως της είπε:

«Δεν με νοιάζει εμένα, αν αρέσει σε υπαλλήλους. Αυτές ψάχνουν για επιστήμονες για να ανέβουν. Εγώ είμαι κόρη Μαυριδοκά. Εγώ θέλω άντρα ψηλό, καθαρό και με λεφτά».

«Έλα, ρε ψωνάρα» της είχε απαντήσει πάλι η γυναίκα μου, «Προσγειώσου λιγάκι. Ο Μάκης σε λίγα χρόνια θα είναι Manager σε πολυεθνική εταιρεία. Ξέρεις τι λεφτά θα βγάζει τότε; Θα τον βοηθήσει και λίγο ο Μαυριδοκάς, με τις γνωριμίες που έχει».

Φυσικά, οι δυο τους, οι γυναίκες, θα είχαν πει και άλλα πολλά, που μου έκρυψαν. Όπως, ότι η Χαρά αν και είχε χωρίσει κανένα τρίμηνο από τον Θανάση, δεν έλεγε να τον ξεχάσει.

Δεν βαριέσαι αδελφέ. Όλα θα έπρεπε να τα ξέρουμε; Ίσως να ήταν και καλύτερα για την μετέπειτα πλοκή της ιστορίας.

Ήταν, λοιπόν, Κυριακή απόγευμα, ο Θρύλος είχε χάσει από την Λάρισα 1-0, με γκολ του Μπατσινίλα στο 63΄ και ο Μάκης δεν ήταν και πολύ στα καλά του.

Στην επίσκεψη, για να μην φανεί ότι το παιγνίδι ήταν στημένο, πήραμε μαζί μας και μια κοινή φίλη της γυναίκας μου και της Χαράς.

Την Ελένη, που αν και δεν βλεπότανε, ήτανε η ψυχή της παρέας.

Κάτι το κομπλάρισμα του Μάκη -έπαθε το παιδί με το πού είδε σε τι γκομενάρα τον προξενεύαμε- και κάτι η αμηχανία της γυναίκας μου, που βρίσκονταν σε δύσκολη θέση απέναντι στους δύο φίλους της, δεν είχαν δημιουργήσει την κατάλληλη αγωνιστική ατμόσφαιρα.

Τόσο όμως απαραίτητη για να καλλιεργηθεί μια νέα γνωριμία.

Και η ατμόσφαιρα βάρυνε, όταν επιβεβαιώθηκε η γυναίκα μου.

Στην Χαρά δεν πολυάρεσε ο Μάκης.

Πώς το κατάλαβε;

Είχανε, η γυναίκα μου και η Χαρά, βάλει δύο συνθηματικά τραγούδια.

Εάν στην Χαρά άρεσε ο Μάκης, θα έβαζε το πρώτο τραγούδι. Εάν όχι, το δεύτερο.

Ποιο ήτανε το δεύτερο τραγούδι; Γιατί, αυτό μας ενδιαφέρει για την εξέλιξη της υπόθεσης.

Ήταν λοιπόν το «Ποτέ, ποτέ, ποτέ δεν θα μπει στην καρδιά μου άλλος…». Το τραγουδούσε ο Πάριος.

Δεν είχανε περάσει ούτε δέκα λεπτά, από την ώρα που καθίσαμε στο σαλόνι και η Χαρά έβαλε στο CD player αυτό το τραγούδι. Και κοίταζε ταυτόχρονα την μέλλουσα γυναίκα μου.

Για να είμαι ειλικρινής, ο Πάριος ποτέ δεν μου πολυάρεσε. Με ξενέρωνε αυτός ο ψευτοερωτισμός του.

Και παραξενεύτηκα, που η Χαρά έβαλε τραγούδι του. Δεν μου έπεφτε όμως λόγος. Και ούτε που πήγε το μυαλό μου στο γυναικείο αυτό κόλπο σηματοδότησης του Ναι η του Όχι.

Μέχρι που σε κάποια νεκρή στιγμή, η γυναίκα μου βρήκε την ευκαιρία να με πλησιάσει και να μου πει:

«Δεν τον γουστάρει τον φίλο σου, η Χαρά. Με τρόπο, μάζεψέ τον για να φύγουμε, μόλις τελειώσει τον καφέ του. Στα έλεγα, δεν στα έλεγα;»

«Μα γιατί;» αναρωτιόμουνα, «Τι δεν πήγε ρε πoύστη μου καλά; Και πώς μαζεύεται ο Μάκης, που είχε προλάβει να μου πει ‘Αλέξη, την γουστάρω αυτή την γκόμενα. Είναι άλλη class, ρε μ@λάκα. Δεν είναι σαν τα ξέκωλα της εταιρείας μας’»

Άντε τώρα να τον προσγειώσεις στην πραγματικότητα.

Η ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να γίνεται βαριά.

Η Ελένη, η μέλλουσα γυναίκα μου και εγώ είχαμε χάσει τον ενθουσιασμό μας από την επικείμενη αποτυχία του προξενιού. Δεν είχαμε όρεξη για πολλή πλάκα.

Και σαν να μην έφτανε και αυτό, τηλεφωνάει εκείνη την ώρα και ο Θανάσης και ζητάει από την Χαρά σε πέντε λεπτά να κατέβει κάτω από το σπίτι, για να μιλήσουν για την σχέση τους.

«Θανάση; Να τα πούμε αργότερα;» την ακούσαμε να του λέει.

«Είναι κάτι συγγενείς μας επάνω και δεν είναι σωστό να τους αφήσω μόνους» του απάντησε η Χαρά, που ήθελε πρώτα να μας ξεφορτωθεί και μετά με την ησυχία της να δει τον Θανάση.

Ο Θανάσης όμως, παλιός τραμπούκος Ranger και φασιστόμουτρο όπως αναλυτικά τον εκθέσαμε παραπάνω, σε πέντε ακριβώς λεπτά ήταν κάτω από το σπίτι της Χαράς.

Και όχι μόνο δεν περίμενε να κατέβει η Χαρά, αλλά, αγροίκος όπως ήτανε, άρχισε να χτυπάει το κουδούνι επίμονα.

«Χαρά, κατέβα αμέσως κάτω, μη σου γ@μήσω ότι έχεις και δεν έχεις» τον ακούσαμε να της λέει από το θυροτηλέφωνο.

Προς στιγμή, είχα θεωρήσει ότι η ανεπάντεχη αυτή εμφάνιση του Θανάση, θα μας λύτρωνε από την δύσκολη θέση στην οποία είχαμε περιέλθει.

Θα έλεγα στον Μάκη «Είδες η ξεσκισμένη; Είχε γκόμενο και πήγαινε να παίξει και μαζί σου, ρε φίλε»

Με φανερή αμηχανία η Χαρά μας ζήτησε συγγνώμη και εξαφανίστηκε, χωρίς να μας δώσει περισσότερες εξηγήσεις.

«Κάτι θα έτυχε στον Θανάση» την δικαιολόγησε η Ελένη.

Πέρασε λίγη ώρα και χάρη στη Ελένη βρήκαμε το κέφι μας. Συνήλθε και ο Μάκης, που είχε αποδεχτεί την εξέλιξη και ανοίξαμε συζήτηση για άσχετα θέματα.

Μιλάγαμε αρκετή ώρα στο σαλόνι με την Χαρά να έχει εξαφανιστεί.

Μέχρι που ο Μάκης, από τον πολύ καφέ που είχε πιεί, ρώτησε την Ελένη που είναι η τουαλέτα.

«Δεύτερη πόρτα αριστερά νομίζω» του είπε εκείνη. «Αν είναι κλειδωμένη, δοκίμασε την άλλη, στα δεξιά»

Να πεις ότι δεν ήξερε η πουτάνα, ότι στην αριστερή κρύβανε πάντα τον σκύλο, θα έλεγες ότι το κορίτσι είναι μ@λακισμένο.

Το ήξερε όμως και γούσταρε να γίνει χαβαλές με τον Μπακ, που θα άρχιζε να γαυγίζει μόλις αντιλαμβανόταν κάποιον ξένο.

Δεν του είπε καν, ότι σε ένα από τα δωμάτια προς το WC ήταν κλεισμένο μέσα ένα άγριο Rottweiler.

Αλλά και ο Μάκης; Έχει δίκιο πολλές φορές η γυναίκα μου, που τον λέει τρόμπα. Πήγε να ξεκλειδώσει ο μ@λάκας την αριστερή πόρτα. Δεν του έκοψε ότι σε ένα WC η πόρτα έχει το κλειδί από μέσα.

Και άνοιξε την πόρτα που ήταν μέσα ο Μπακ.

Και πετάγεται ο Μπακ, που είδε άγνωστο πρόσωπο και αρχίζει να γαυγίζει πηγαίνοντας καταπάνω στον Μάκη, που οπισθοχωρεί πανικόβλητος να ξεφύγει. Αλλά, πού να πάει;

Τον στρίμωξε σε μια γωνία του διαδρόμου, δεν το δάγκωσε ευτυχώς το παιδί, και δεν τον άφηνε να κουνηθεί ούτε εκατοστό. Του είχε ακουμπήσει όμως την υγρή μουσούδα του στο παντελόνι, στο ύψος -συγγνώμη για την έκφραση- των @ρχιδιών του.

Τα σάλια του έτρεχαν, ενώ η βαριά ανάσα του ζώου κορύφωνε τον τρόμο του Μάκη, που δεν είχε προλάβει ούτε το φως του διαδρόμου να ανάψει.

Και γρύλιζε κιόλας, ο Μπακ. Περιμένοντας φαίνεται κάποιο παράγγελμα από το αφεντικό του για να ξεσκίσει τον άτυχο φίλο μου.

Εμείς χαμπάρι δεν είχαμε πάρει. Μέχρι που ακούσαμε το γρύλισμα του Μπακ.

Εγώ στο σπίτι της Χαράς δεν είχα ξαναπάει, αλλά για τον σκύλο της άκουγα κάθε φορά και μια νέα ιστορία.

Πότε ότι ξέσκισε καμία γάτα που τόλμησε να μπει στην αυλή -μια φορά είχε πιάσει και αλεπού-, και πότε ότι κυνηγούσε κανένα ντελιβερά, όταν έκανε το λάθος και έμπαινε από την εξώπορτα μέσα στον κήπο για να παραδώσει την πίτσα.

Μια φορά, που είχανε ξεχάσει την πόρτα ανοιχτή και τόλμησε να μπει ένας γύφτος μέσα, τον τρέχανε στο ΚΑΤ για ράμματα στο πόδι.

«Έλα Μπακ αγόρι μου, ηρέμησε. Ο Μάκης είναι φίλος» τον καλοπιάναμε, η Ελένη και εγώ , από την πίσω πόρτα.

Πού να τολμήσουμε όμως, να μπούμε στον διάδρομο να ελευθερώσουμε τον φίλο μας;

Πανικόβλητη έψαχνε η μέλλουσα γυναίκα μου την Χαρά, και ποιος ξέρει τι έκανε αυτή με τον Θανάση κάτω στο αυτοκίνητο.

Εμείς πάλι, μέσα από μια γυάλινη ενδιάμεση πόρτα της σαλοτραπεζαρίας, το μόνο που κάναμε ήτανε να βλέπουμε τον Μάκη καθηλωμένο στην γωνία του διαδρόμου. Χωρίς καν να κουνιέται, μη και αγριέψει περισσότερο το σκυλί.

Εμένα, για να πω την αμαρτία μου, με είχε πιάσει νευρικό γέλιο.

«Χάιδεψέ τον λίγο, ρε, στο κεφάλι, μπας και σε αφήσει» του είχα πει.

«Τι λες ρε μ@λάκα; Και αν μου κόψει κανένα χέρι; Κάντε κάτι γρήγορα» μου είχε απαντήσει με σβησμένη από τον τρόμο φωνή.

Με τα πολλά, βρίσκει η μέλλουσα γυναίκα μου την Χαρά να χαμουρεύεται με τον Θανάση μέσα στο αυτοκίνητο.

«Χαρά, ανέβα γρήγορα επάνω. Ανοίξαμε κατά λάθος την πόρτα, που είχες κλείσει τον Μπάκ και βγήκε στο διάδρομο. Έχει βάλει τον Μάκη σε μια γωνιά και γρυλλίζει. Δείχνει και τα δόντια του. Έλα πάνω να τον μαζέψεις.»

«Εντάξει, ανεβαίνω» της απάντησε, σαν να μην τρέχει τίποτα.

«Πες του φίλου σας, να μην φοβάται. Εάν δεν πάρει από μένα εντολή ο Μπακ, δεν κάνει τίποτα».

«Ανέβα πάνω, μωρή μ@λακισμένη. Θα πάθει συγκοπή ο άνθρωπος» της είπε πάλι η γυναίκα μου για να την τρομοκρατήσει.

Μπορεί ο Θανάσης να είναι τραμπούκος και βλάκας αλλά με το πού είδε την γυναίκα μου να χτυπάει το παράθυρο και να λέει όλα αυτά στην Χαρά, είδε εμένα και την Ελένη στο μπαλκόνι, και άκουσε ότι ένας ξένος άντρας ήταν μπλοκαρισμένος, κατάλαβε ότι η Χαρά του είχε πει ψέματα για τους συγγενείς.

Και το κυριότερο του είχε κρύψει ότι κάποιος Μάκης, που εκείνος αγνοούσε, ήταν επάνω, ποιος ξέρει για ποιο λόγο.

«Τι έγινε, μωρή;» της λέει ο Θανάσης, «τι παραμύθια μου πουλάς ότι έχουν έρθει στο σπίτι οι θείοι σου; Ακόμη δεν χωρίσαμε και ανέβασες γκόμενο επάνω στο σπίτι. Αν δεν τον κάνει κομμάτια ο Μπάκ, θα τον κάνω εγώ μόλις βγει έξω».

«Ηρέμησε Θανάση. Δεν είναι αυτό που νομίζεις. Τα κορίτσια από το Αρσάκειο είναι επάνω. Και ο Αλέξης, με ένα συνάδελφο του από την δουλειά.

Να! Δεν σου είπα την αλήθεια, επειδή ξέρω ότι δεν γουστάρεις τον Αλέξη. Και όσο για τον γκόμενο, το παιδί, ένας Μάκης, πρώτη φορά τον βλέπω. Ένας μ@λάκας είναι.

Σε παρακαλώ. Μην κάνεις καμία φασαρία. Πάω να δω τι γίνεται με τον Μπακ. Σε ικετεύω, μείνε εδώ.»

Ήξερε η Χαρά ότι ο Θανάσης είναι τραμπούκος και άξεστος, και ήθελε να αποφύγει τον σαματά μπροστά στους φίλους της.

Αλλά, ο Θανάσης, πού να ακούσει; Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και ανέβηκε μέχρι την είσοδο του σπιτιού. Τον ακούσαμε να ουρλιάζει:

« Εβγα έξω ρε @ρχίδι! Μπακ, σκίσ’ τονε ρε τον πoύστη, που τόλμησε να μπει στο σπίτι της γκόμενας μου»

Άκουγε ο Μπακ όλο αυτόν τον χαβαλέ, που γινότανε στην κεντρική είσοδο του σπιτιού, αυτή με το μεγάλο θυρεό-ειδική κατασκευή κατά εντολή του πατέρα της-και άρχιζε να γαυγίζει, πότε κοιτάζοντας τον Μάκη και πότε να τον αφήνει και να σηκώνεται στα δύο πόδια όρθιος, για να ανοίξει την ενδιάμεση πόρτα και να τρέξει προς την εξώπορτα που ακούγονταν οι αγριοφωνάρες του Θανάση.

Εμείς, η μέλλουσα γυναίκα μου και εγώ δηλαδή, δεν ξέραμε τι να κάνουμε.

«Μη το αγριεύεις, ρε μ@λάκα. το ζώο» πρόλαβα και του είπα, «Θα σκίσει τον άνθρωπο και θα τρέχετε μετά και δεν θα φτάνετε».

Σιγά μη άκουγε ο φασίστας. Έβριζε χυδαία και προκαλούσε το ζώο.

Ήμασταν στη μέση δυο διαφορετικών πεδίων μάχης.

Στο εσωτερικό διάδρομο του σπιτιού, ένας θηριώδης σκύλος αγρίευε όλο και περισσότερο και δεν ήξερε ποιόν να κατασπαράξει, περιμένοντας -ευτυχώς- την σχετική εντολή από την Χαρά, που ήταν το αφεντικό του.

Στην εξώπορτα του σπιτιού, ένας μ@λάκας, ο Θανάσης που δεν γούσταρα, είχε μανουριάσει και έξυνε τα νύχια του για τσαμπουκά.

Να είναι καλά η Ελένη. Που ανέλαβε να καλμάρει το ένα από τα δύο ζώα, λέγοντας του:

«Έλα Θανάση. Δεν έγινε τίποτα. Θέλαμε να κάνουμε μια πλάκα στον φίλο του Αλέξη, τον Μάκη. Αυτό είναι όλο. It’ s over».

Για πάνω από ένα τέταρτο έμεινε στην ίδια θέση ο Μάκης. Ακούνητος και αμίλητος.

Μέχρι να ανέβει η Χαρά, να μαζέψει τον Μπακ και να τον απελευθερώσει.

Τον έβαλε μέσα ξανά στο δωμάτιο, τον Μπακ, έβαλε και τον Θανάση μέσα στο σαλόνι και βγάλαμε εμείς τον Μάκη από την πίσω πόρτα της κουζίνας, μην και τον πλακώσει στο ξύλο ο Θανάσης.

Σαν βρεγμένη γάτα έφυγε ο Μάκης από την πίσω αυτή πόρτα και την σιδερένια εξωτερική σκάλα.

Δεν ξέρω αν πρόλαβε ο Μάκης να πάει στη τουαλέτα πριν φύγει ή αν αυτοεξυπηρετήθηκε πάνω του από τον φόβο του, για όση ώρα ο Μπακ τον κρατούσε όμηρο.

Και αυτό το είχα από τότε απορία, αλλά σήμερα, που θα τον έβλεπα, θα τον ρωτούσα.

Και πράγματι κατά τις μία το βράδυ, λίγο πριν το διαλύσουμε, τον ρώτησα:

«Ρε Μάκη, την θυμάσαι την Χαρά;»

«Ποια ρε, την φίλη της γυναίκας σου; Αυτή που έχει παντρευτεί το κοράκι της Ερμού;»

«Ε, όχι και φίλη! Συμμαθήτριες στο σχολείο ήτανε. Κάνανε παλιά παρέα. Πριν παντρευτούνε και οι δύο τους. Μετά κόψαμε, γιατί δεν γούσταρα τον φασίστα, που παντρεύτηκε. Μήπως όμως μπερδεύεις τον άντρα της; Η Χαρά έχει παντρευτεί κοσμηματοπώλη.»

«Τι κοσμηματοπώλη, ρε;» μου απαντάει ο Μάκης.

«Αγοράζει κανείς κοσμήματα σήμερα; Μαγαζί, που μαζεύει ρολόγια και χρυσαφικά με το κιλό και τα εξάγει στη Γερμανία, έχει. Δίνει και δάνεια με ενέχυρο. Το μαγαζί, για ξεκάρφωμα το έχει. Και η Χαρά του φέρνει τους παλιούς της φίλους, αυτούς που μαζεύονταν στο club της Εκάλης και στον ΑΟΚ, για να τους σηκώσει ότι έχουν πάνω τους. Είναι όλοι τους άφραγοι σήμερα.»

«Τι μου λες;» πρόλαβα να ψελλίσω, ενώ ο Μάκης συνέχιζε να μιλάει.

«Μια γνωστή χαζοκοσμική με έφερε, κατά τύχη, σε επαφή μαζί της, όταν της είπα εμπιστευτικά, ότι είχα ανάγκη από μετρητά. Και την ξαναείδα. Και θυμήθηκα εκείνο το απόγευμα, που πήγαμε στο σπίτι της με την γυναίκα σου, και κόντεψε να με φάει αυτό το κωλόσκυλο που είχε»

Ώστε τα θυμότανε όλα ο Μάκης. Ήμουνα έτοιμος να του κάνω την κρίσιμη ερώτηση.

Εάν δηλαδή κατουρήθηκε από τον φόβο του εκείνο το απόγευμα, στην γωνιά του διαδρόμου που τον είχε στριμωγμένο ο Μπακ.

Δεν με άφηνε όμως. Ήθελε να πει και άλλα:

«Άκου εκεί η πουτάνα, να θέλει εκτός από τα χρυσαφικά, που θα της έδινα για ενέχυρο, να της δώσω και πληρεξούσιο για να πουλήσει το διαμέρισμα που μένουμε, σε περίπτωση που δεν της ξόφλαγα τα πέντε χιλιάρικα που θα μου δάνειζε. Έκανε κιόλας πως δεν με θυμότανε, η γ@μημένη.

Της είπα ότι είμαι φίλος του Αλέξη, δεν σε θυμότανε, της είπα για εκείνο το απόγευμα που πήγαμε για καφέ στο σπίτι της και μου είχε φουντάρει ο Μπακ, ούτε αυτό το θυμότανε, μέχρι που της είπα ότι ήτανε και μια Ελένη μαζί μας μήπως και θυμηθεί τι είχε γίνει τότε.

Με ρώτησε ποια Ελένη, είχα ζοχαδιαστεί, που έκανε πώς δεν θυμότανε τίποτα, και στο στόμα μου ήτανε η γνωστή ομοιοκατάληκτη απάντηση για το ποια Ελένη. Αλλά ήτανε μαζί μου και η Τασία και λέω ‘δεν γ@μιέται’. Σηκώθηκα και έφυγα, Αλέξη.

Για λέγε λοιπόν, τι θέλεις να με ρωτήσεις για αυτήν την κ@ριόλα;»

-Τίποτα Μάκη! Ξέχνα το. Πάμε να φύγουμε.

Γ.Κ.

ΥΓ .Η ιστορία είναι πραγματική. Ο Θανάσης και η Χαρά παντρεύτηκαν το 1998. Ο Μπακ έφυγε από φόλα το 2002, που του έριξε ένας Αλβανός. Δούλευε, ο Αλβανός, στο σπίτι τους και όταν έφτασε ή ώρα να τον ξοφλήσουν τσακώθηκε στο λογαριασμό με τον Θανάση. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, ο Μπακ δάγκωσε τον Αλβανό στο χέρι. Ο Αλβανός επέστρεψε μετά από τρείς μέρες με ένα κομμάτι χοιρινό γεμάτο πρόκες.
Ο Μπακ σίγουρα θα πήγε στη κόλαση με τόσους ανθρώπους που έχει τρομάξει και τόσες γάτες της γειτονιάς που θα είχε ξεσκίσει, έτσι και τολμούσαν να μπουν κατά λάθος στην αυλή του σπιτιού.
Ο Ανέστης Μαυριδοκάς -άλλο είναι βέβαια το πραγματικό του όνομα- ο πατέρας της Χαράς, ήταν τεχνίτης αργυροχόος που έφτιαχνε κύπελλα, παράσημα και μετάλλια για αθλητικούς αγώνες. Στα χρόνια της χούντας, ανέλαβε εργολαβικά την κατασκευή όλων των μεταλλίων για όλους τους αγώνες που διοργάνωνε το Υπουργείο Αθλητισμού. Από το μικρό εργαστήριο που δούλευε στην Κάτω Ελεούσα, έφτιαξε μέσα στην επταετία εργοστάσιο ασημικών στην Καλογρέζα. Το 1972 βραβεύτηκε σαν βιομήχανος που στήριζε το έργο της «επανάστασης». Με την μεταπολίτευση έκλεισε το εργοστάσιο, φέσωσε την αγορά και τις τράπεζες με καμιά διακοσαριά εκατομμύρια-ευτυχώς δραχμές-μετακόμισε στο Λονδίνο και επιστρέφοντας το 1978 έκτισε διπλοκατοικία σε δασική έκταση των Βορείων Προαστίων. Είχε δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Σε κάθε κορίτσι έδωσε προίκα από ένα όροφο. Στο αγόρι άφησε τα @ρχίδια του. Τον αποκλήρωσε, γιατί ο Ριχάρδος ήτανε οργανωμένος μαοϊκός στην ΑΑΣΠΕ. Με το που τέλειωσε την Φυσικομαθηματική σχολή το 1990, έφυγε στην Αμερική και έριξε μαύρη πέτρα πίσω. Ο Μαυριδοκάς πέθανε το 2012 και θάφτηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο. Στην κηδεία του απόστρατοι φώναζαν «Άξιος» και πυροβολούσαν στον αέρα.
Ο Θανάσης, ο άντρας της Χαράς, πιάστηκε επ’ αυτοφώρω το 2015 σε έλεγχο του ΣΔΟΕ για λαθραία εξαγωγή χρυσού.
Η Χαρά έχει κάνει τρεΙς καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής της, τις οποίες απέσυρε μεταγενέστερα. Παράλληλα με το Κατάστημα του άντρα της έχει βγάλει άδεια μεσίτριας και δραστηριοποιείται στα Βόρεια Προάστια. Στο Facebook έχει πάνω από 3.000 φίλες και φίλους.

(Αγαπητέ Γ.Κ., χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!!!!! Αυτό. Να είστε καλά. Το είχα ανάγκη αυτό το κείμενο.)