Η ιδέα μας για το φασισμό

Καλημέρα πιτσιρίκο
Επιτέλους, σύντομα αφήνω πίσω μου για πάντα την ξενοφοβική και ψυχαναγκαστική Φρανκφούρτη. Έχω γράψει ξανά παλιότερα για το κλίμα στην πόλη, και πρόσφατα όταν διάβαζα το κείμενο του Γιώργου από Γερμανία μπορούσα να ταυτιστώ επακριβώς με αυτά που περιέγραφε.

Τα τελευταία 2 χρόνια που βρίσκομαι στο εξωτερικό με έχουν βοηθήσει να ωριμάσω εξαιρετικά σαν άνθρωπος.

Όλο αυτόν τον καιρό που εισέπραττα τα φοβισμένα και αποδοκιμαστικά βλέμματα των ντόπιων, όντας ένας ξένος που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει στα Γερμανικά με ανθρώπους που δεν μπορούσαν να μιλήσουν σωστά Αγγλικά, και φορώντας συχνά ένα βλέμμα γεμάτο φόβο και απόγνωση απο την αδυναμία μου να επικοινωνήσω με τους γύρω μου, σκεφτόμουν τις κοινωνικές παράλληλες.

Το να ζεις στην Ευρώπη, τα τελευταία χρόνια, είναι σαν να κάνεις ταξίδι στο παρελθόν· αν έχεις όρεξη να σκεφτείς δηλαδή.

Βλέπω τις χρεοκοπίες που έρχονται, την άρνηση του κόσμου να τις αναγνωρίσει, βλέπω τους αντίστοιχους STAR, ΣΚΑΙ και MEGA να γεμίζουν σκατά το κεφάλι του κόσμου, να παρουσιάζουν τους ξένους σαν άνομους τεμπέληδες ή βιαστές.

Και σκέφτομαι τους αντίστοιχους «κακούς Αλβανούς που κλέβουν» και τους «κακούς Πακιστανούς που βιάζουν».

Βλεπω κάθε μέρα στον καθρεφτη μου το βλέμμα των βουβών μεταναστών που έρχονταν στην χώρα μας χωρίς να ξέρουν την πανδύσκολη ελληνική γλώσσα, την οποία μιλάει μόνο ένα χωριό δέκα εκατομμυρίων, χωρίς να μπορούν να επικοινωνήσουν και να κάνουν φιλίες.

Και στο φρικιασμένο πρόσωπο των γύρω μου, έβλεπα τις δικές μου σκέψεις «Φαίνεται σαν κλέφτης», «Μπορεί να με βιάσει», «Κανένας απατεώνας θα είναι», «Πώς είναι ντυμένος έτσι;».

Το αστείο είναι πως δε θεωρούσα τον εαυτό μου ρατσιστή.

Και εκεί ήθελα να σταθώ σε αυτό το κείμενο.

Όταν ακούμε για φασισμό, δεν μας έρχεται στο μυαλό ο εαυτός μας.

Φανταζόμαστε νταβραντισμένους άντρες απο τα γυμναστήρια που βγαίνουν ομαδικά στους δρόμους να μαχαιρώσουν μετανάστες.

Φανταζόμαστε πογκρόμ, φανταζόμαστε στρατιώτες.

Θεωρούμε πως, αν η συμπεριφορά μας απέχει απο αυτά τα φανταχτερά σύμβολα του φασισμού, εμείς δεν είμαστε φασίστες.

Άλλα εκεί ακριβώς είναι η παγίδα.

Ο φασισμός, όπως βιώνεται απο το μετανάστη, είναι κοινωνικός.

Είναι το βλέμμα σου, όταν θα τον κοιτάξεις με περιφρόνηση.

Είναι το ότι τον αντιμετωπίζεις αυτόματα σαν απατεώνα.

Είναι το γεγονός ότι θα αποφύγεις να κάτσεις δίπλα του στο τρένο.

Είναι το γεγονός πως δε θα του πεις μια καλημέρα και θα του φερθείς σαν να μην βρίσκεται εκεί.

Είναι συστημικός, όταν το κράτος δεν του δίνει την ευκολία να επικοινωνήσει με τις δομές του σε άλλη γλώσσα απο την επίσημη.

Αλλα φυσικά αυτά είναι λεπτομέρειες.

Οι κοινωνίες έχουμε τις δικές μας άμυνες στους κακούς χαρακτηρισμούς.

Άλλοι προτιμούν την άρνηση, άλλοι τη δικαιολόγηση -πχ δεν ήρθαν νόμιμα οι μετανάστες εδώ, λες και τους ρωτάμε!-, άλλοι πιστεύουν πως τους χακάρανε οι Ρώσοι τις εκλογές.

Η μεγάλη μου προσωπική αλλαγή είναι η εξής:

Πλέον, όταν γυρίζω στην Ελλάδα και βλέπω σκουρόχρωμους ανθρώπους στο λεωφορείο, στο μετρό ή και στις πλατείες, δε σκέφτομαι «Είναι επικίνδυνα εδώ».

Αντίθετα, σκέφτομαι τα εξής: «Εύχομαι να μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί σου», «Αναρωτιέμαι γιατί έφυγες απο το σπίτι σου, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά για να καταλήξεις απομονωμένος σε μια μικρή χώρα», «Αναρωτιέμαι πώς είναι το πρόσωπό σου όταν γελάς, πώς ζεις όταν είσαι περιτριγυρισμένος με ανθρώπους που σε αποδέχονται».

Γιατί σε κάποιες πιο φιλικές προς μετανάστες χώρες -όπως η Ολλανδία στην οποία ζούσα πέρσι- οι μετανάστες έχουν άλλα πρόσωπα.

Γελάνε, πάνε βόλτα με τα παιδιά τους, δεν είναι ταλαιπωρημένοι, χαμογελούν.

Το ότι αυτό συμβαίνει φυσικά δεν έχει να κάνει τόσο με τους ίδιους όσο με γενικότερο φιλικό κλίμα, παρόλο που και εκεί φυσικά υπάρχει κοινωνικός ρατσισμός.

Επίσης, απο την εμπειρία μου, ανακάλυψα πως ο φόβος γεννάει φόβο.

Όταν είσαι φοβισμένος και οι γύρω σου θα σε αντιμετωπίσουν με καχυποψία· και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και αυτογνωσία και απο τις δύο πλευρές για να αλλάξει.

Μπορώ ίσως να πω πως, αν και άθεος, έχω πιστέψει στη θεία δίκη.

Και σίγουρα πλέον πιστεύω πως το καλύτερο φάρμακο για έναν άνθρωπο που υποφέρει απο φασιστικά μικροαστικές ιδεοληψίες είναι μερικά χρόνια στο εξωτερικό.

Να ζήσει ως ένας βουβός φοβισμένος άνθρωπος που θα αναρωτιέται γιατί όλοι τον αποφεύγουν και του φέρονται σαν να είναι απατεώνας.

Ελπίζω να μου συγχωρεθεί το ότι δεν είμαι ένας αλάνθαστος προοδευτικός αριστερός απρόσβλητος στην ξενοφοβική προπαγάνδα· αν και θα ήθελα.

Θεωρώ πως η αυτογνωσία έρχεται μόνο αν αναγνωρίσουμε όλες τις σκέψεις μας, ακόμα και τις δυσάρεστες.

Α.Ρ.

(Αγαπητέ φίλε, θεωρώ πως όλη αυτή η ατελείωτη συζήτηση περί ρατσισμού είναι λάθος. Ο μόνος ρατσισμός που βλέπω εγώ είναι ο ρατσισμός προς τους φτωχούς και τους άπορους. Ρατσισμός υπάρχει προς τους φτωχούς μετανάστες. Τους πλούσιους μετανάστες τους λέμε «επενδυτές» και τους ανοίγουμε όλες τις πόρτες. Οπότε, υπάρχει ρατσισμός προς τους φτωχούς, είτε είναι μετανάστες, είτε είναι ιθαγενείς. Επίσης, το να φοβάται μια κοινωνία πως θα διαλυθεί από την παρουσία πάμφτωχων ξένων -που θα πάρουν οποιαδήποτε δουλειά με ελάχιστα χρήματα και θα απειλήσουν την ευημερία των ντόπιων- δεν είναι ρατσισμός. Είναι προσπάθεια της κοινωνίας να προστατευτεί. Έχουμε σαλτάρει εντελώς και χρησιμοποιούμε τις λέξεις «ρατσιστής» και «φασίστας» σε κάθε ευκαιρία. Δεν θα βγει σε καλό αυτό. Όταν τους βαφτίζεις όλους ρατσιστές και φασίστες, θα το πληρώσεις ακριβά. Πάντως, στην Ελλάδα πια δεν χαμογελάει κανείς σε κανέναν -ούτε Έλληνα, ούτε ξένο-, οπότε δεν θα παρεξηγιούνται οι μετανάστες που δεν τους χαμογελούν οι Έλληνες. Να είσαι καλά. Και ελπίζω, μετά την Φρανκφούρτη, να μην πηγαίνεις στο Μόναχο, γιατί εκεί είναι ακόμα χειρότερα.)