6, 7 και 8 Δεκεμβρίου 2008

Το μεσημέρι της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 ήμουν στο στούντιο του ΣΚΑΙ. Καλεσμένος στην εκπομπή ήταν ο Ekelon. Μαζί του ήταν η Kolk και ο M. Hulot. Μετά την εκπομπή, μπήκαμε όλοι στο αυτοκίνητο της Kolk και πήγαμε να πιούμε καφέ στο Ginger Ale, στα Εξάρχεια.

Καθίσαμε αρκετή ώρα στο καφέ – είχε βραδιάσει όταν φύγαμε. Αποχαιρέτησα τον M. Hulot και την Kolk στην πλατεία και ανέβηκα περπατώντας την Αραχώβης, για να πάω στην Πανεπιστημίου και να πάρω το μετρό.

Στα λίγα μέτρα μέχρι να φτάσω στην Εμμανουήλ Μπενάκη, είδα δυο ανθρώπους να παίζουν ξύλο και ακόμα δυο να βρίζονται και να είναι έτοιμοι να παίξουν μπουνιές. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία – αν έχεις ζήσει τα Εξάρχεια την εποχή της κατάληψης του Χημείου, αυτά δεν σε εντυπωσιάζουν.

Κατεβαίνοντας την Εμμανουήλ Μπενάκη, έπεσα πάνω σε έναν αδύνατο πιτσιρικά, ο οποίος τσακωνόταν πολύ άγρια έξω από ένα καφέ με έναν τύπο που ήταν σαν ντουλάπα.

Δυο ώρες μετά, ήμουν με μια πολύ μεγάλη παρέα στο Θησείο για τα γενέθλια μιας φίλης. Τρώγαμε και πίναμε.

Γύρω στις 10, κάποιος τηλεφώνησε σε μια φίλη: «Οι αστυνομικοί πυροβόλησαν έναν νεαρό στα Εξάρχεια» (ακόμα δεν ήξερε αν είναι νεκρός). Έκανα τη σκέψη που έκαναν όλοι, μόλις άκουσαν την είδηση: τώρα θα γίνει χαμός.

Λίγο αργότερα, πήγα μια φίλη για να πάρει ταξί. Πριν προλάβουμε να μιλήσουμε, ο ταξιτζής είπε «παιδιά οπουδήποτε, εκτός από το κέντρο. Δεν γυρνάω ξανά εγώ εκεί». Ήταν ταραγμένος.

Απ’ αυτόν μάθαμε πως ο Γρηγορόπουλος ήταν νεκρός. Μας είπε για τις φωτιές και τα σπασίματα.

Η φίλη μου πήρε το ταξί κι εγώ προχώρησα προς το κέντρο. Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. Προτίμησα να γυρίσω σπίτι, για να μάθω και τι ακριβώς έχει γίνει.

Έβαλα ραδιόφωνο και άκουσα στον ΣΚΑΙ τον Βασίλη Κουφόπουλο να περιγράφει από το τηλέφωνο όσα έβλεπε. Του τηλεφώνησα, μου είπε πού βρίσκεται και του είπα να φύγει και να πάει στο σπίτι του. Νομίζω πως του τηλεφώνησα δυο φορές. Όταν ο Βασίλης σταμάτησε να βγαίνει ζωντανά, έπεσα για ύπνο.

Την επόμενη ημέρα –ήταν Κυριακή- πήγα στη συγκέντρωση που έγινε το μεσημέρι.

Για την ακρίβεια, όταν έφτασα, η πορεία είχε ξεκινήσει· διάβαζα όλο το πρωί στο διαδίκτυο για τη δολοφονία και τις εξελίξεις.

Ο θυμός ήταν παντού, τον έκοβες με το μαχαίρι. Έμεινα λίγη ώρα στο κέντρο, γιατί είχα πολλή δουλειά.

Εκείνη την εποχή δούλευα και στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο – η Κυριακή ήταν η πιο φορτωμένη ημέρα.

Επιστρέφοντας στο σπίτι, τσακώθηκα με κάτι καταστηματάρχες που κλαψούριζαν για τα σπασμένα μαγαζιά τους.

Μόλις μπήκα στο σπίτι, έγραψα το «Αλλάζουν οι καιροί» με το «Ελλάς Ελλήνων Καταστηματαρχών».

Για μερικές ώρες, δεν μπορούσα να γράψω τίποτα – προσπαθούσα να καταλάβω τι γίνεται και να κάνω ένα «μάζεμα» της κατάστασης, για να μπορέσω να γράψω.

Τελικά, θυμωμένος κι εγώ, έγραψα κείμενα για την εκπομπή του Γιώργου Μητσικώστα· δεν τα θυμάμαι όλα, αλλά ένα κείμενο ήταν πολύ επαναστατικό και οργισμένο.

Αμέσως μετά ετοίμασα τη ραδιοφωνική εκπομπή. Θυμάμαι ότι είχα γράψει τουλάχιστον 10 σελίδες Α4, για μια εκπομπή που ο πραγματικός της χρόνος δεν ήταν πάνω από 15 λεπτά.

Δεν μπορούσα να σταματήσω να γράφω με τίποτα – αν και ήξερα πως δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβω να τα πω όλα αυτά.

Αφού είχα γράψει γύρω στις 5000 λέξεις για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, έγραψα και το κείμενο για το περιοδικό.

Ήταν το «Όταν ξέσπασε η βία».

Αυτό το κείμενο έχει μια μικρή ιστορία, αφού δυο μέρες μετά με ειδοποίησαν από το περιοδικό πως το κείμενο δεν πρόκειται να δημοσιευτεί, εγώ παραιτήθηκα και «ανέβασα» το κείμενο στο μπλογκ μου.

Τελικά, το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό μια εβδομάδα αργότερα, αφού εγώ δεν επρόκειτο να συνεχίσω να γράφω αν δεν δημοσιευόταν.

Βέβαια, εν τω μεταξύ, το είχαν διαβάσει εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, αφού –εκτός από το μπλογκ μου- είχε αναδημοσιευτεί σε άπειρα μπλογκ, το είχαν διαβάσει ραδιοφωνικοί παραγωγοί και ταξίδευε συνεχώς μέσω μέιλ.

Η Δευτέρα ήταν μια από τις πιο περίεργες ημέρες που έχω ζήσει ποτέ. Πήγα στην πορεία, αλλά γρήγορα αποφάσισα να περιπλανηθώ στο κέντρο που είχε πάρει φωτιά· καίγονταν τα πάντα.

Δεν πίστευα στα μάτια μου, ήταν σαν να έβλεπα ταινία. Δεν μπορούσες να πιστέψεις με τίποτα ότι αυτά που έβλεπες να συμβαίνουν στην Αθήνα.

Όσοι βρέθηκαν στο κέντρο της Αθήνας το απόγευμα και το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου του 2008, καταλαβαίνουν πολύ καλά τι εννοώ.

Θυμάμαι πως ήμουν στο Σύνταγμα –που ήταν σαν βομβαρδισμένο- και τηλεφωνούσα σε διάφορους φίλους για να τους περιγράψω τι γίνεται.

Το πιο χαρακτηριστικό στιγμιότυπο ήταν, όταν βρέθηκα στην οδό Φιλελλήνων και κοιτούσα τα καταστήματα του απέναντι πεζοδρομίου· ήταν όλα σπασμένα και καμένα. Προσπαθούσα να θυμηθώ ποιο κατάστημα ήταν ακριβώς απέναντί μου και δεν μπορούσα.

Τελικά, θυμήθηκα –και μου φάνηκε πολύ αστείο- πως ήταν το κατάστημα της Nova Bank, στο οποίο είχα ανοίξει αναγκαστικά λογαριασμό ένα μήνα πριν, επειδή εκεί θα μου κατέθεταν τα χρήματα από μια δουλειά που έκανα εκείνη την εποχή· η επιχείρηση συνεργαζόταν μόνο με αυτήν την τράπεζα.

Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη ημέρα μου τηλεφώνησε μια κυρία για να μου πει πως στο εξής θα εξυπηρετούμαι από άλλα καταστήματα επειδή το κατάστημα της τράπεζας στη Φιλελλήνων κάηκε.

Θυμάμαι πως της είπα «Ναι, το ξέρω. Ήμουν εκεί όταν έκαιγαν την τράπεζα. Δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου».

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.