Κοσμικά

Το τελευταίο διάστημα, στη γειτονιά μου υπάρχουν πια πολλοί άστεγοι και πολλοί ζητιάνοι. Επίσης, υπάρχουν πολλοί διαρρήκτες και τσαντάκηδες. Το αναφέρω επειδή αυτοί πριν δεν υπήρχαν στη γειτονιά μου. Εντάξει, δεν το παίρνω προσωπικά, αφού, υποθέτω, πως στις άλλες γειτονιές θα πρέπει να γίνεται πόλεμος. Με όπλα.

Η αλήθεια είναι πως δεν απομακρύνομαι πολύ από τη γειτονιά μου και δεν ξέρω τι γίνεται σε άλλες γειτονιές. Φοβάμαι να πάω αλλού.

Από τις άλλες γειτονιές, μόνο για το Ψυχικό ξέρω πως είναι όπως ήταν πάντα. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Η οικονομική κρίση δεν το άγγιξε. Βέβαια και οι Τούρκοι να μπούνε μέσα, στο Ψυχικό δεν θα τους επηρεάσει.

Τώρα τελευταία δεν πάω ούτε για καφέ.

Πήγαινα για καφέ και –μέσα σε μια ώρα- περνούσαν από το τραπέζι μας 50 ζητιάνοι. Ήταν αδύνατον να συζητήσω οτιδήποτε με την παρέα μου. Πάντα ήταν και ένας ζητιάνος στην παρέα μας. Χώρια οι ενοχές.

Έφτασα στο σημείο να πηγαίνω μόνο στα καφέ που έχουν ταράτσα. Τους τελευταίους καφέδες τους ήπια μαζί με τα περιστέρια – ξέρω πια όλα τα περιστέρια της Αθήνας. Αλλά τώρα κρύωσε κάπως ο καιρός και δεν σε σερβίρουν στο roof garden.

Ακόμα χειρότερο από τους ζητιάνους είναι οι περαστικοί που σε κοιτάνε με ένα βλέμμα γεμάτο φθόνο και αηδία.

Πας να πιεις έναν καφέ και οι περαστικοί σε κοιτάνε λες και είσαι ο Ωνάσης.

Κάνεις να ρουφήξεις το φρεντοτσίνο με το καλαμάκι και βλέπεις κάποιον να σε κοιτάει λες και του πίνεις το αίμα.

Θα γίνουμε σαν το Σεραφίνο που ήταν οι άλλοι μέσα στο εστιατόριο και έτρωγαν τα γουρουνόπουλα και ο Σεραφίνο τους κοιτούσε από το τζάμι και του τρέχανε τα σάλια.

Τις προάλλες βγήκαμε από το σινεμά και -μέχρι να κάνουμε δέκα μέτρα- μας ζήτησαν χρήματα πέντε άνθρωποι. Δεν υπερβάλλω, πέντε ήταν. Μας την είχαν στημένη έξω από τον κινηματογράφο. Και όλα αυτά στην οδό Πανεπιστημίου.

Δεν θέλω να ξαναπάω σινεμά. Θα τις κατεβάζω τις ταινίες και θα τις βλέπω κλειδαμπαρωμένος. Στην Αθήνα του 2012, βγαίνεις από το σινεμά και ο άστεγος σε κοιτάει λες και μόλις έχεις βγει από το ιδιωτικό σου τζετ.

Αυτά να τα βλέπουν αυτοί που θέλουν ανάπτυξη και κατανάλωση. Αν δεν υπάρξει φροντίδα για άστεγους, ζητιάνους και άλλους καταφρονεμένους –που διαρκώς πληθαίνουν-, δεν μπορεί να υπάρξει καμία ανάπτυξη.

Ούτε να κάνω βόλτα μπορώ. Κάθε λίγα μέτρα, ένας άνθρωπος που σου ζητάει λεφτά. Σε κάθε βόλτα, χαλάω ένα μισθό. Όπως το πάω, σε τριάντα χρόνια θα είμαι άφραγκος. Θα ζητιανεύω έξω από τους κινηματογράφους.

Εν τω μεταξύ, είμαι τόσο σίγουρος πια πως αυτός που με πλησιάζει θέλει χρήματα που την πατάω.

Τις προάλλες, εκεί που έκανα βόλτα, στάθηκε μπροστά μου ένας κύριος και αμέσως του έβαλα στο χέρι ένα χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ.

Το πήρε, το κοίταξε έκπληκτος και με ρώτησε στα αγγλικά πού είναι το Μουσείο της Ακρόπολης. «Έλληνας είμαι» του λέω στα ελληνικά, «αλλά κι εσύ, βρε άνθρωπέ μου, ζητιανεύεις για να πας στο Μουσείο της Ακρόπολης; Δεν πας να φας κάτι να λιγδώσει το άντερό σου; Με τα αγάλματα θα την βγάλεις; Θα γελάνε μαζί σου οι Καρυάτιδες».

«I beg your pardon?» μου κάνει. Εντάξει, είχα διαβάσει πως οι νέοι άστεγοι είναι μορφωμένοι, έχουν πτυχία και μιλάνε από πέντε ξένες γλώσσες ο καθένας αλλά δεν καταλάβαινα γιατί μου μιλούσε στα αγγλικά. Σκέφτηκα πως μπορεί να τον μπέρδεψαν τα κατάξανθα μαλλιά μου και τα γαλαζοπράσινα μάτια μου.

Τελικά, ο άνθρωπος δεν ήταν ούτε ζητιάνος, ούτε άστεγος• ήταν ένας τουρίστας που έψαχνε το Μουσείο της Ακρόπολης.

Έγινα ρεζίλι. Μετά ήθελε να μου δώσει πίσω τα δέκα ευρώ.

«Από πού είσαι;» του λέω. «Από την Γερμανία» «Ε, κράτα τα να πιεις μια μπύρα στην υγειά των Ελλήνων, τόσα έχετε κάνει εσείς για εμάς».

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.