Περί μετανάστευσης

Αγαπητέ πιτσιρίκο, σου γράφω απ’ την χιονισμένη Στοκχόλμη, την οποία αποκαλώ σπίτι εδώ και ενάμιση χρόνο. Γνωρίζω πως λαμβάνεις έναν σημαντικό αριθμό γραμμάτων από μετανάστες, όμως θα σε παρακαλέσω να μου κάνεις την τιμή να διαβάσεις ένα ακόμα.

Φύγαμε, με τον σύζυγο, πριν ξεσπάσει η βαριά φουρτούνα, στις πρώτες δυσοίωνες ψιχάλες, το καλοκαίρι του 2011. Η απόφαση να φύγουμε είχε παρθεί ένα χρόνο πριν την υλοποίηση, όταν τα σύννεφα είχαν αρχίσει να σκουραίνουν. Όσο κι αν αποδείχτηκε πως καλά κάναμε, από οικονομικής άποψης, εντούτοις δεν ήταν οικονομικοί οι λόγοι που μας έσπρωξαν μακριά απ’ την Ελλάδα.

Και οι δύο αφήσαμε εκούσια πολύ καλοπληρωμένες και σίγουρες δουλειές, των οποίων τους μισθούς ντρέπομαι ν’ αναφέρω στους Έλληνες που σκοτώνονται για 300 ευρώ και λένε κι ευχαριστώ που έχουν μια μπότα να τους πατάει στο κεφάλι. Οπότε μένει το εύλογο ερώτημα: γιατί;

Για όλα αυτά που έχεις πει, κατά καιρούς, και για πολλά άλλα. Δεν είμαστε το ζεύγος Τειρεσίας-Πυθία και δεν είχαμε, σαφώς, προβλέψει το τι θα συνέβαινε. Είχαμε τις υποψίες μας ότι τα πράγματα θα ήταν χειρότερα απ’ όσο παρουσιάζονταν, όμως και πάλι δεν μας «έδιωξε» αυτό.

Μας έδιωξε η Ελλάδα, σαν νοοτροπία, σαν τρόπος ζωής. Μας έδιωξε το αφόρητο καυσαέριο της Αθήνας, οι 45 υπό σκιά το καλοκαίρι, το κάπνισμα μέσα σε κλειστούς χώρους, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα στις ράμπες αναπήρων, οι διακοσμητικές διαβάσεις στους δρόμους, οι ατέλειωτες ορδές κτηρίων και τσιμέντου, το λάδωμα που χρειάζονται όλοι οι συστημικοί μεντεσέδες για να κάνουν μια δουλειά, το άγχος, η έλλειψη σεβασμού, η εκμετάλλευση, η αίσθηση πως όπου και να το ‘χασες το δίκιο σου, δεν θα το βρεις πουθενά.

Μας έδιωξε η οικογένεια που θέλαμε να κάνουμε, τα παιδιά που θέλαμε να κάνουμε και που θέλαμε να μεγαλώσουν σ’ ένα περιβάλλον καθαρό, πράσινο, με καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα, με περισσότερες ευκαιρίες, με δυο γονείς που θα μπορούν να τα δουν να μεγαλώνουν, δυο γονείς που δεν θα έχουν γίνει υστερικοί απ’ το άγχος και την πίεση, να βγάζουν τα σκατά της δουλειάς στο σπίτι.

Έτσι φύγαμε. Χαμογελαστοί κι αισιόδοξοι. Ξέραμε, ξέρουμε ότι ο προορισμός μας είναι μια πόλη που είχε όλα όσα θέλαμε κι ακόμα περισσότερα. Οι δύο μεγάλες θυσίες που κάναμε, οι δικοί μας άνθρωποι κι η δική μας γλώσσα, ήταν και παραμένει δίκαιο αντίτιμο.

Ενάμιση χρόνο μετά, δεν χρειαζόμαστε όλα αυτά τα «καλά κάνατε!» -ειπωμένα μέχρι κι απ’ τους γονείς μας που πόνεσαν περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο στο φευγιό μας-, για να μας επιβεβαιώσουν το προφανές: ότι καλά κάναμε. Για όλα αυτά που θέλαμε, που είχαμε επιλέξει, καλά κάναμε.

(Για καθαρά πληροφοριακούς λόγους, ναι, ο ήλιος ανατέλλει κάθε μέρα στην Στοκχόλμη, ακόμα και στο χειμερινό ηλιοστάσιο τον είδαμε, αν και για μόλις πέντε ώρες. Ναι, κάνει κρύο, αλλά δεν κάνει ΤΟΣΟ κρύο και δεν περονιάζει. Ναι, έχει υπέροχα τοπία, λίμνες, δάση, ποτάμια, θάλασσα, βουνά, ανατολές κι ηλιοβασιλέματα. Κι έχει και ήλιο και χιόνι. Στον ίδιο πλανήτη με την Ελλάδα είναι.)

Πονάω για όσους δεν θέλουν να φύγουν κι όμως μαζεύουν βαλίτσες και κλαίνε. Πονάω για όσους πεισμώνουν και βαράνε απέλπιδα την γροθιά στο μαχαίρι. Πονάω για όσους αποχαιρετάνε κομμάτια της ζωής τους στα αεροδρόμια.

Αυτό που μπορώ να τους πω, το μόνο που μπορώ να τους πω είναι να κάνουν την επιλογή τους να τους φέρει τη μεγαλύτερη ευτυχία, όχι την μικρότερη δυστυχία. Αν φύγουν, να χαμογελάσουν στον καινούργιο τόπο.

Αν μείνουν, να χαμογελάσουν στο αγαπημένο τους στέκι.

Αν αποχαιρετίσουν, να χαμογελάσουν σ’ αυτόν που φεύγει. Κι όταν πάρουν την απόφαση, όποια κι αν είναι αυτή, να μην κοιτάξουν πίσω. Το υπόλοιπο της ζωής είναι πάντα μπροστά.

Ευχαριστώ για τον χρόνο σου,

Χριστίνα

(Αγαπητή φίλη, είναι χρέος του ανθρώπου να αναζητήσει την ευτυχία και χρέος κάθε κράτους να δημιουργήσει για τους πολίτες του την ευτυχία. Καλά κάνατε. Καλή πατρίδα.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.