Γράμμα

Γιέτεμπορι 09. Αυγούστου 2013

Η επιστροφή μου αυτή τη φορά ήταν πιο ιδιαίτερη από τις προηγούμενες. Είχε καιρός περάσει, όπου κατά τον αποχαιρετισμό γλυκά, ζεστά δάκρυα μούσκευαν το πρόσωπό μου. Στο αεροδρόμιο γνώριζα ότι θα περάσει πολύς καιρός ακόμα για την επόμενη επιστροφή στην πατρίδα. Την γλυκιά αυτή και βασανισμένη πατρίδα, την Ελλάδα. Η μάνα συγκρατήθηκε, όπως κι εγώ προσπάθησα να διατηρώ το χαμόγελό μου με την σκέψη της συνάντησής μας ξανά.

Καθώς προχώρησα όμως και περισσότερο όταν η μηχανή του αεροπλάνου βούιξε, τότε βούρκωσα.

Έβλεπα τον ήλιο να σβήνει γοργά πίσω από ορίζοντα και σκεφτόμουν την επόμενη ανατολή. Της έλεγα: «Μην ανησυχείς μητέρα. Εγώ καλά είμαι. Να προσέχεις τον εαυτό σου και το σπιτικό, μόνο αυτό να σε απασχολεί.» Την κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου και της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και το μέτωπο. «Να προσέχεις καμπζούλι μου», μου απάντησε. Αντίο μητέρα, θα ξαναβρεθούμε.

Θυμήθηκα τη Νιάλα πάλι, βλέποντας ένα αφιέρωμα στην ελεύθερη φωνή της ΕΡΤ ακόμα στο διαδίκτυο.

Ήρθαν πάλι εικόνες στο μυαλό μου από βιβλία και από ντοκιμαντέρ για την ανείπωτη δυστυχία που επέφεραν οι ξένες δυνάμεις αλλά και οι εντόπιοι πατριδοκάπηλοι συνάμα.

Ήρθαν πάλι θύμησες από τα ξερακιανά βουνά της Ευρυτανίας που διψάνε για την άνοιξη.

Πολλές είναι οι φορές που στο φαντασιακό μου κρατώ ένα όπλο και βαδίζω ψηλά. Έφτασε και στα όνειρά μου συχνά αυτή η εικόνα.

Απογοήτευση σαν συναίσθημα με κατακλύζει, η Αριστερά σήμερα παραπαίει, κλονισμένη από φόβους, θλιβερές ηγεσίες αλλά και από μάταιες ψευδαισθήσεις, ατιμάζοντας το ηρωικό της παρελθόν.

Βρέχει ξανά. Συνήθισα τον ξένο τόπο πια. Συνήθισα τους ανθρώπους, τη γλώσσα. Είναι η δεύτερη μικρή μου πατρίδα. Βρέχει χωρίς σταματημό από χθες το βράδυ. Ακόμα έχω άμμο μέσα στην τσάντα μου. Ακόμα μυρίζει και βουίζει το απέραντο του κόσμου αυτού στο θυμικό μου και στις αισθήσεις μου.

Πειράζω τον φίλο που βρέθηκε στο μεγάλο νησί της Ευρώπης, κι αυτός κυνηγημένος από καθημερινές απογοητεύσεις μακρυά από την Ελλάδα. Του γράφω, «Σε συγχωρώ μόνο επειδή σε αγαπάω.»

Αδυσώπητοι και φονικοί σκέπασαν πάλι την πατρίδα. Κιότεψαν οι στοχευτές μόλις τους έβλεπαν να χορεύουν το «Έχε γεια καημένε κόσμε» και ανέλαβαν οι μαυροσκούφηδες.

Κι η Βαγγελίτσα ακόμα φωνάζει μέσα στα όνειρά μου: «Μην με κλάψετε και μην με πενθείτε. Η θυσία αυτή να γίνει φάρος που θα φωτίσει τον κόσμο για μα καλύτερη ζωή.» Ο πόθος και η πάλη για μια πιο δίκαιη κοινωνία λοιπόν.

Ακόμα βρέχει μητέρα.

Με εκτίμηση Πιτσιρίκο,

Α.Β.

(Αγαπητή φίλη, κάποτε σταματάει η βροχή και βγαίνει ο ήλιος. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.