Ντουβρουτζάς

Επέστρεψα μετά από μήνες στην Αθήνα και θέλω να μοιραστώ αυτήν την εμπειρία μαζί σας. Εννοείται πως επέστρεψα για κάποιες δουλειές και κάποιες υποχρεώσεις, γιατί, διαφορετικά, σιγά μην επέστρεφα.

Αν και ήμουν κατάκοπος από το ταξίδι, κοιμήθηκα μόνο τρεις ώρες. Όχι από υπερένταση• απλά, εδώ δίπλα, κάτι τύποι μάλλον προσπαθούν να γκρεμίσουν μια πολυκατοικία με τα κομπρεσέρ.

Στα νησιά κοιμόμουν το πολύ πέντε ώρες και ξυπνούσα με τρομερή διάθεση και άπειρες ιδέες. Όταν είμαι στα νησιά, πετάγομαι από το κρεβάτι όπως αυτοί οι τύποι στις τηλεοπτικές διαφημίσεις. Χαμογελαστός και γεμάτος ενέργεια.

Το πρώτο πράγμα που έκανα στα νησιά, όταν ξυπνούσα, μετά το κατούρημα βέβαια, ήταν βάρη και κοιλιακοί. Αναστέναζε ο πάγκος. Ή το πάτωμα, όπου δεν υπήρχε πάγκος.

Σήμερα δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου.

Εν τω μεταξύ, δεν έχω ιδέα για το τι να γράψω. Στα νησιά, ξυπνούσα με 250 ιδέες στο κεφάλι μου και έγραφα μόνο 2-3 στο μπλογκ γιατί είχα και άλλα πράγματα να κάνω. Όπως μπάνιο, ηλιοθεραπεία και ψάρεμα.

Έχω πάθει σοκ με την επιστροφή στην Αθήνα. Μπορεί να μην ξαναγράψω ποτέ. Μπορεί αυτό να είναι το τελευταίο μου κείμενο.

Επίσης, νομίζω πως η επιστροφή στην Αθήνα με κατέστησε σεξουαλικά ανίκανο. Βέβαια, δεν το έχω τεστάρει ακόμα αλλά έτσι νιώθω αυτή τη στιγμή. Ανίκανος.

Αυτό που έγραψα μου θύμισε μια ιστορία που θα την μοιραστώ κι αυτή μαζί σας.

Πριν από μερικά χρόνια, ένας φίλος μου παθαίνει ατύχημα. Μπαίνει με μια μηχανή κάτω από ένα αυτοκίνητο.

Μόλις το μαθαίνω, τρέχω στο νοσοκομείο.

Η κατάσταση είναι τραγική, οι γιατροί έχουν σηκώσει τα χέρια ψηλά, οι συγγενείς και οι φίλοι μοιρολογούν και είναι σχεδόν έτοιμοι να ψάξουν για γραφείο κηδειών.

Κάποια στιγμή, μας αφήνουν να τον δούμε. Επειδή μάλλον θα είναι η τελευταία φορά, μπαίνω κι εγώ για να αποχαιρετήσω τον φίλο μου.

Το θέαμα είναι τρομακτικό. Είμαστε όλοι βουβοί. Ο φίλος μου ούτε μιλάει, ούτε λαλάει.

Πάω από πάνω του και τον κοιτάω. Σκέφτομαι πως μου χρωστάει 5 χιλιάδες ευρώ που δεν θα πάρω ποτέ. Βέβαια, καταλαβαίνω πως η στιγμή δεν είναι κατάλληλη για να του τα ζητήσω. Άλλωστε, μάλλον δεν θα τα έχει πάνω του.

Επίσης, σκέφτομαι πως έχει το κλειδί της γιάφκας που φυλάμε τα όπλα της οργάνωσης. Δεν ξέρω πού το έχει βάλει και αν έχει πληρώσει το νοίκι, οπότε υπάρχει ο κίνδυνος να μπουκάρει ο ιδιοκτήτης, να βρει τα Καλάσνικοφ και τις ρουκέτες, να φωνάξει την Αστυνομία, να βρουν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα και να μας συλλάβουν όλους, εκτός από αυτόν που δραπετεύει προς τους ουρανούς.

Σαν να καταλαβαίνει τις σκέψεις μου, ανοίγει με κόπο τα μάτια και με κοιτάει. Είμαι έτοιμος να βάλω τα κλάματα.

Μετά από λίγο, κάτι ψιθυρίζει. «Κάτι θέλει να σου πει» μου λέει η αδελφή του.

Σκύβω προς το μέρος του και σκέφτομαι πως θέλει να με αποχαιρετήσει. Δεν ακούω τι λέει και ακουμπάω το αυτί μου στο στόμα του.

Και τον ακούω να λέει: «Μαλάκα, νομίζω πως δεν μου σηκώνεται».

Θα έπρεπε να δείτε την έκφρασή μου. Ούτε εγώ την είδα –γιατί δεν είχε καθρέφτη απέναντι- αλλά μπορώ να την φανταστώ.

«Τι σου είπε;» με ρωτάει με αγωνία η μάνα του.

«Εεεεε…, μου είπε πως έχει ξεχάσει τον θερμοσίφωνα στο σπίτι ανοικτό» λέω εγώ.

Τελικά, ο φίλος μου έζησε και έκανε και οικογένεια, και έγινε σαν όλους αυτούς που κοροϊδεύαμε όταν ήμασταν μικροί, και όλα μια χαρά. Τα πέντε χιλάδες ευρώ δεν μου έχει δώσει ακόμα, αλλά χαλάλι του.

Με αυτό το happy end, θα κλείσω αυτό το κείμενο.

Πάω να βγάλω εισιτήριο για τη Φολέγανδρο.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.