Ψάχνοντας το φως

Γεια. Με λένε Γιάννη, είμαι 24 χρονών, γεννήθηκα σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, που αν η Ελλάδα τρώει μία φορά τα παιδιά της αυτήν τα τρώει δέκα, είμαι ακόμη φοιτητής σε μία «υψηλόβαθμη σχολή» (αν και έχω ξενοικιάσει και μένω πλέον πάλι μόνιμα στην ανθρωποφάγα αυτήν πόλη) και πριν αρχίσω να γράφω έβαλα στο repeat ένα τραγούδι που στο ρεφρέν του λέει «είναι το ρολόι κολλημένο στις 9, κι αν ξημέρωσε μια νέα μέρα τα ίδια σκατά δεν έχω νέα».

Θα μου έλεγε κανείς καλοπροαίρετος γιατί δεν ακούς κανένα πιο αισιόδοξο τραγούδι να σου φτιάξει η διάθεση;

Δεν έχω ξεκαθαρίσει ακόμη την απάντηση που θα του έδινα αλλά μάλλον είναι ότι βρίσκω έμμεσα παρέα και ότι αισθάνομαι ότι αυτός που τραγουδάει με νιώθει.

Επίσης, δεν έχω ξεκαθαρίσει για ποιόν λόγο γράφω αυτά που γράφω αλλά αφού με κάνουν έστω λίγο να ξελαφρώνω το άγχος που νιώθω, θα συνεχίσω να γράφω κι ας μην βγάλει πουθενά, κι ας μην το διαβάσει κανείς στο τέλος. Το ταξίδι μετράει μου είχανε πει κάποτε και όχι ο προορισμός.

Ας σας μιλήσω λίγο για τον εαυτό μου, όχι γιατί έχω τίποτα τρομερό να σας πω, αλλά ίσως να με βοηθήσει να συνειδητοποιήσω κάποια πράγματα και μπορέσω να βάλω τις σκέψεις μου σε μία σειρά.

Όπως είπα είμαι ακόμη φοιτητής (αν και πιο πολύ αισθάνομαι άνεργος) και το περασμένο καλοκαίρι ξενοίκιασα την αγαπημένη μου γκαρσονιέρα γιατί τα οικονομικά του σπιτιού δεν είναι και στο φόρτε τους.

Δεν ήμουνα ποτέ ο κλασσικός φοιτητής του φραπέ-τάβλι-μπάλα. Συμμετείχα ενεργά σε διαδηλώσεις, σε καταλήψεις, σε περιφρουρήσεις, έχω συνδικαλιστεί και μέσα στην σχολή μου, έχω παίξει και ξύλο, έχω πετάξει και πέτρες, με είχανε πιάσει και μία φορά σε μια πορεία (ευτυχώς δεν μου φορτώσανε τίποτα και γύρισα σύντομα σπίτι) και γενικά ήμουν και είμαι ανήσυχος.

Διάβαζα όσο μπορούσα, όχι για μένα αλλά για να πάρω πράματα τα οποία ίσως να κατάφερνα να μοιραστώ με κάποιον που δεν έχει ούτε τα χρήματα, ούτε τον χρόνο, ούτε την διάθεση, ούτε έστω την υπομονή να διαβάσει. Δεδομένου ότι κι εγώ το ψιλοβαριέμαι το διάβασμα μπορώ να δικαιολογώ με ευκολία τέτοιες αντιλήψεις.

Έχω δύο αδέρφια που δεν μοιάζουμε καθόλου στην ιδιοσυγκρασία, και δύο γονείς που όσο μεγαλώνω, τόσο πιο πολύ αντιλαμβάνομαι τον εγωισμό τους.

Δεν είχα ποτέ καμιά ιδιαίτερη επιτυχία στις κοπέλες.

Ευτυχώς είχα και έχω καλούς φίλους. Βέβαια τώρα που θα ζορίζουν τα πράματα ίσως να αναθεωρήσω αλλά ας μην προδικάζω.

Γενικά, ποτέ δεν μασούσα τα λόγια μου και ήμουνα αρκετά ντόμπρος και ειλικρινής αλλά να που ήρθε η γαμημένη ώρα να μην μου είναι τόσο εύκολο να μοιραστώ τις σκέψεις μου ώστε να καταλήξω να τις γράφω.

Είναι τώρα γύρω στο ένα εξάμηνο που δεν μπορώ να καθίσω μόνος μου. Δεν μπορώ να ανταπεξέλθω στην μάχη με τις σκέψεις μου. Το στομάχι μου το νιώθω τρύπιο από το άγχος, πίνω κάθε μέρα μπάφους ή αλκοόλ, γιατί, αν δεν πέσω κομμάτια στο κρεβάτι δεν με πιάνει ο ύπνος. Ευτυχώς, κρατιέμαι και δεν έχω πιει τίποτα χειρότερο.

Με παίρνουν τα κλάματα έτσι πως κάθομαι. Χωρίς να ξέρω γιατί. Δεν μπορώ να δω ούτε μια γαμημένη ελπίδα.

Φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω πουθενά. Δεν θα καταφέρω να βρω δουλειά, δεν θα καταφέρω να τελειώσω την σχολή, δεν θα καταφέρουν τίποτα οι απεργίες και οι διαδηλώσεις, δεν θα καταφέρω ποτέ να συνεννοηθώ με τους δικούς μου, δεν θα καταφέρω να βρω κοπέλα, δεν θα καταφέρω να κάνω ποτέ παιδιά, που τόσο θέλω.

Ξέρω ότι δεν ισχύουν όλα αυτά, ότι υπάρχει ελπίδα (προερχόμενη μόνο από τα κάτω βέβαια και όχι από τις κυβερνήσεις και τους πάνω) αλλά δεν μπορώ να κάνω τον εαυτό μου να το πιστέψει.

Ξυπνάω το πρωί και δεν βρίσκω νόημα στο να σηκωθώ από το κρεβάτι. Και πριν αυτό το τελευταίο εξάμηνο το ίδιο χάλια ήταν η κατάσταση στην κοινωνία και στην οικονομία αλλά είχα διάθεση για αγώνα. Έλεγα ότι δεν θα με κάνετε να μην σηκώνομαι από το κρεβάτι! Σε πείσμα των καιρών έλεγα: «Θα σηκωθώ και θα με βρίσκετε απέναντί σας!

Όσο είμαι ακόμα βροντόφωνος και όσο δεν φοβάμαι τις μπουνιές και τις γκλομπιές που θα φάω, θα γίνομαι η φωνή κάθε άνεργου, κάθε χαμηλόμισθου, κάθε γκέι, τρανς και λεσβίας, κάθε μετανάστη, κάθε καταπιεσμένου παιδιού, κάθε πολιτικού κρατούμενου κάθε κάθε κάθε…».

Αλλά πλέον, μάλλον η κωλοκοινωνία μας με κατάφερε. Κατάφερε να μην σηκώνομαι από το κρεβάτι. Κατάφερε να μιλάω πλέον χαμηλόφωνα. Κατάφερε να φοβάμαι τις μπουνιές. Ίσως καταφέρει να με κλείσει σε καμιά φυλακή ή σε κάνα ψυχιατρείο. Άλλωστε δεν θα είμαι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος.

Τις τελευταίες δυο βδομάδες έχω χειροτερέψει. Το αισθάνομαι. Κάνω σκέψεις που αν τις άκουγα από άλλον θα του έσκαγα δύο σκαμπίλια να συνέλθει. Θα ζητήσω βοήθεια από κάναν ειδικό το πήρα απόφαση. Αν και τους σιχαίνομαι γιατί πάντα πίστευα ότι η ανθρώπινη ψυχή ποτέ δεν θα έχει όρια και ευθείες γραμμές για να έχει και «ειδικούς» πάνω σε αυτήν, θα το κάνω γιατί νομίζω μόνος μου δεν θα τα καταφέρω.

Θα αρνηθώ βέβαια αν μου δώσει τίποτα χάπια αλλά μπορεί να μου πει πράματα που δεν τα έχω σκεφτεί ή δεν τα έχει σκεφτεί κάποιος από αυτούς που έχω μιλήσει.

Τελικά κάπου θα καταλήξω αν και δεν το είχα σκοπό. Το 2010 τον Μάιο και τον Ιούνιο ήταν η πιο όμορφη περίοδος της ζωής μου. Πήγαινα στους αγανακτισμένους και ήταν σαν να έπαιρνα 3 lexotanil μαζί. Πόσο όμορφα ένιωθα όταν άκουγα από γιαγιάδες, από μικροαστούς που τους ένοιαζε μόνο η πάρτη τους μέχρι πριν, από πρεζάκια, λέξεις που ακουγόταν μόνο στις συνελεύσεις των αναρχικών και των ακροαριστερών όπως αλληλεγγύη, αυτο-οργάνωση, ρήξη.

Πόσο μου έφευγε το άγχος όταν έβλεπα μέχρι πρότινος κυράτσες να μαγειρεύουν για πρώτη φορά χωρίς να τους νοιάζει ποιος θα το φάει το φαΐ, όταν ο σνομπ προς τα κινήματα και συντηρητικός κύριος με το κουστούμι έβαζε 10 ευρώ στο κουτί οικονομικής ενίσχυσης χωρίς να λέει: «Σιγά μην ρίξω! Μεταξύ τους θα τα φάνε!». Υπήρχε εμπιστοσύνη, υπήρχε κατανόηση, άρα υπήρχε και ελπίδα. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά.

Που καταλήγω λοιπόν; Κόσμε που νοιάζεσαι για την κοινωνία, για τους νέους, για το μέλλον και το παρόν σταμάτα να μιλάς! Σε βαρεθήκαμε. ΠΡΑΞΕΙΣ. Αγωνίσου.

Αν δεν θέλεις τα παιδιά σου να σκέφτονται ότι δεν αντέχουν άλλο τον κόσμο άλλαξε τον! Μην τους λες ότι «Δεν είναι έτσι!». Δείξ’ τους ότι δεν είναι έτσι! Από λόγια δεν σώθηκε κανείς. Κατανοήστε ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος και τραβήξτε τον. Αρχίστε από τα μικρά. Από τα καθημερινά.

Δεν θα σταματήσω να στεναχωριέμαι αν μου δώσεις αύξηση 100 ευρώ. Ο ρατσισμός, ο φασισμός, η καταπίεση, ο εγωισμός εκεί θα είναι ακόμα.

Πάλεψτε για τα μικρά, τα καθημερινά. Αλλάξτε τον μικρόκοσμό σας.

Κανείς δεν το έριξε στα αντικαταθλιπτικά γιατί δεν άντεχε την κυβέρνηση. Το έριξε γιατί δεν άντεχε την καθημερινότητα του. Αλλάξτε λοιπόν την καθημερινότητα σας και θα τους μείνουν τα γαμημένα τα ladose και τα Xanax στα ράφια.

Σταματήστε να σκέφτεστε όπως σκεφτόσασταν 15 χρόνια πριν. Δεν καταλάβατε ακόμη οτι αυτά μας οδήγησαν εδώ;

Και ναι, εσύ που σκέφτηκες οτι δεν έχεις χρόνο ούτε διάθεση να αλλάξεις την καθημερινότητα σου γιατί σου αρέσει ή την συνήθισες ή δεν ξέρω κι εγώ τι, είσαι βλάκας! Δες καμιά ταινία!

Πώς μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος σε μια πόλη που κυριαρχείται από ζόμπι; Αργά ή γρήγορα θα σε κυνηγήσουν να σου πιουν το αίμα.

12/11/2013.

(Αγαπητέ φίλε, γράφετε ότι έχετε καλούς φίλους. Οπότε, είστε τυχερός. Αλλά και οι “ειδικοί” χρειάζονται κάποιες φορές. Δεν είναι κακό να ζητήσει κάποιος την βοήθειά τους ή, έστω, να πάρει την γνώμη τους. Όλα καλά θα πάνε. Πάντως, το φως που ψάχνετε είναι μέσα σας. Να είστε καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.