Ακούστε τώρα την ιστορία του Τζαμάλ

Αγαπητέ Πιτσιρίκο,
θα ήταν άλλη μία βαρετή μέρα στη δουλειά, αν δε συνέβαινε κάτι που θα μου έδινε ένα πολύ σημαντικό μάθημα για όλη μου τη ζωή. Γιατί το να συναντάς έναν Ήρωα, δεν είναι πότε αμελητέο. Αντιθέτως, σε σημαδεύει για πάντα.

Εργάζομαι σε μία επιχείρηση που, κατά κύριο λόγο, χρησιμοποιεί μετανάστες για να στελεχώσει το προσωπικό της (πλυντήριο αυτοκινήτων, γαρ).

Κάπως έτσι γνώρισα τον Τζαμάλ, ο οποίος δεν μίλα ελληνικά αλλά είχε την ευγενή καλοσύνη να μας φέρει την ιστορία της ζωής του σε δύο σελίδες.

Το απόσπασμα που θα παραθέσω είναι από την προσφυγή για την αίτηση ασύλου, το 2012, ενώπιον της Επιτροπής, ενός δικηγόρου και ενός μεταφραστή. Τα στοιχεία τα παραλείπω από διακριτικότητα.

“Ονομάζεται Mahmut Jamal του.. και της..και γεννήθηκε το 1968 στην πόλη Kismayo, στο νότιο τμήμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Σομαλίας, στα σύνορα με την Κένυα. Η μητρική του γλώσσα είναι τα Boran.

Γεννήθηκε σε οικογένεια μουσουλμάνων, ωστόσο ο ίδιος σε ηλικία 25 ετών, στη Βηρυτό, βαπτίστηκε χριστιανός καθολικός.

Δεν πήγε καθόλου σχολείο. Η μητέρα του πέθανε όταν εκείνος ήταν 5 ετών,ο πατέρας του παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα.

Μετά το θάνατο της μητέρας του ζούσε πλέον με τον παππού του, έξω από την πόλη Kismayo.

Ο προσφεύγων έφυγε από την χώρα του σε ηλικία 14 ετών. Ο πατέρας του και ο θείος του, του ανακοίνωσαν ότι θα τον στείλουν σε κάποιο άλλο τόπο για να εργαστεί.

Τον οδήγησαν σε ένα σπίτι στο οποίο υπήρχαν άλλοι δεκαέξι νέοι, κοντά στην ηλικία του.

Λίγες μέρες μετά,τους επιβίβασαν σε ένα μεγάλο σκάφος και τους μετέφεραν στη Συρία. Αποβιβάστηκαν στο λιμάνι Ταρτούς της Συρίας και κατόπιν με λεωφορείο έφτασαν στη Δαμασκό, σε ένα στρατόπεδο, στην περιοχή Eyn Saheb.

Στο στρατόπεδο ήταν έδρα ενόπλων τμημάτων της οργάνωσης Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

Οι μεταφερθέντες νέοι έμειναν εκεί έξι μήνες και έλαβαν στρατιωτική εκπαίδευση.

Μετά τους μετέφεραν στο Λίβανο, σε ένα στρατόπεδο στην περιοχή με το όνομα Al Bukaa. Εκεί εκπαιδεύτηκαν σε μάχες εντός πόλης.

Στο στρατόπεδο αυτό υπήρχαν πολλοί νέοι που είχαν στρατολογηθεί από χώρες όπως το Μαρόκο,τη Σομαλία, τη Δυτική Σαχάρα, και επίσης Κούρδοι και Παλαιστίνιοι. Οι εκπαιδευτές τους ήταν Παλαιστίνιοι από το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

Σε σχετική ερώτηση της Επιτροπής, ο προσφεύγων απάντησε ότι εκ των υστέρων γνωρίζει ότι ο πατέρας του είχε επίγνωση σε ποιο μέρος οδήγησαν τον υιό του. Δεν γνωρίζει όμως ποια ήταν τα κίνητρα του πατέρα του, όταν αποφάσισε να τον παραδώσει στους ανθρώπους που τον μετέφεραν στο στρατόπεδο του Λιβάνου.

Όταν ολοκληρώθηκε η στρατιωτική εκπαίδευση, τους οδήγησαν στις ορεινές περιοχές του Λιβάνου, τη Mansuria, τη Hamana και την Aley, όπου έλαβαν μέρος στις μάχες που διεξάγονταν ανάμεσα στους χριστιανούς Φαλαγγίτες και τους μουσουλμάνους Δρούζους.

Ο προσφεύγων ανέφερε ένα δραματικό γεγονός που στάθηκε καθοριστικό για την μετέπειτα ζωή του. Περιέγραψε το πώς ο ίδιος δολοφόνησε τον επικεφαλής της ένοπλης ομάδας στην οποία ανήκε.Ο φονευθείς ήταν Δρούζος και ανήκε στο Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Αιτία της δολοφονίας ήταν ότι ο προσφεύγων έγινε μάρτυρας μιας πράξης ανείπωτης βαρβαρότητας,την οποία διέπραξε ενώπιόν τους ο επικεφαλής της ομάδας.

Σε ένα διαμέρισμα μίας συνοικίας στη Mansuria,την οποία οι κάτοικοί της είχαν εγκαταλείψει,οι στρατιώτες της ομάδας βρήκαν ένα μικρό παιδί που είχε απομείνει μόνο του.

Ο επικεφαλής τους χτύπησε με μανία το κεφάλι του μικρού παιδιού σε ένα τοίχο και το σκότωσε.

Ο αιτών, μάρτυρας της φρικτής δολοφονίας, εξεγέρθηκε, πυροβόλησε και σκότωσε τον δολοφόνο.

Συνελήφθη αμέσως από στρατιώτες που τον οδήγησαν στα γραφεία του Προοδευτικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Εκεί υπέστη βασανιστήρια και ακρωτηριασμό ενός δαχτύλου.

Τον απειλούσαν και τον κατηγορούσαν για συνεργάτη των Φαλαγγιτών. Αργότερα τον οδήγησαν στη Συρία, σε ένα στρατόπεδο του Λαϊκού Μετώπου, όπου παρέμεινε φυλακισμένος για διάστημα μεγαλύτερο των επτά ετών.

Ήταν έγκλειστος σε ένα σκοτεινό υπόγειο κελί, διαστάσεων ένα επί ενάμιση μέτρο, σε συνθήκες πλήρους απομόνωσης.

Στη φυλακή υπέστη ψυχολογικά βασανιστήρια, με απειλές και κατηγορίες προδοσίας. Έκανε αρκετές απόπειρες αυτοκτονίας.

Τελικά απελευθερώθηκε το 1992,σε ηλικία 24 ετών, αφού πρώτα υπέβαλε αίτηση στον διευθυντή των φυλακών, ζητώντας επιείκεια και εξηγώντας πως η πράξη του ήταν αποτέλεσμα αυθόρμητης αντίδρασης του απέναντι σε ένα φρικτό έγκλημα και ότι δεν ήταν προδότης.

Επειδή δεν ξέρει γράμματα τον βοήθησε κάποιος από το στρατόπεδο να συντάξει την αίτηση χάριτος.

Μετά την απόφαση για την αποφυλάκιση του παρέμεινε στο στρατόπεδο για έναν ακόμη μήνα. Τον άφηναν να προαυλίζεται, ώστε τα μάτια του να συνηθίσουν ξανά το φως του ήλιου.

Οι υπεύθυνοι του στρατοπέδου του ανακοίνωσαν ότι δε μπορούσε να παραμείνει στη Συρία και ότι επρόκειτο να τον μεταφέρουν στο Λίβανο. Μεταφέρθηκε με στρατιωτική συνοδεία αρχικά στον προσφυγικό καταυλισμό Sabra Wa Shatila,στο Λίβανο.

Λίγο μετά, ένα βράδυ, τον μετέφεραν στην περιοχή Al Roche, όπου και τον άφησαν. Εκεί τον βρήκαν κάποιοι Αφρικανοί τον πήγαν σπίτι τους και μετά τον μετέφεραν στο νοσοκομείο Al Roumi.

Το επόμενο διάστημα, ο προσφεύγων επισκεπτόταν τακτικά ψυχίατρο, σταδιακά άρχισε να ξεπερνάει τα τραυματά του και έπιασε δουλειά ως εργάτης γης. Συγκατοικούσε με τους Αφρικανούς που τον είχαν βοηθήσει και περιθάλψει.

Στο Λίβανο έμεινε συνολικά 18 έτη. Όλα αυτά τα χρόνια αντιμετώπιζε προβλήματα με τις Αρχές του Λιβάνου επειδή δεν είχε νόμιμη άδεια παραμονής.Η αστυνομία τον συνέλαβε αρκετές φορές για τον λόγο αυτό,ενώ έχει εκτίσει και ποινές φυλάκισης από 3 έως 6 μήνες.

Το 1996 ασπάστηκε τον χριστιανισμό.Το 2010 αποφάσισε να φύγει από το Λίβανο. Ο λόγος ήταν πως στο Λίβανο δεν απολάμβανε κανένα σεβασμό ακόμη και ως προς τα στοιχειώδη δικαιώματά του.

Πλήρωσε ένα λαθροδιακινητή και πέρασε παράνομα στη Συρία, μετά στη Τουρκία και στις 15-10-2010 εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα.

Στην ερώτηση για ποιο λόγο δεν επέστρεψε στην πατρίδα του τη Σομαλία, απάντησε ότι φοβάται να επιστρέψει εξαιτίας του εμφύλιου πολέμου και των διώξεων που υφίστανται οι χριστιανοί από φανατικούς ισλαμιστές.

Ένοπλοι ισλαμιστές διαπράττουν δολοφονίες και καίνε εκκλησίες. Χιλιάδες χριστιανοί έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη Σομαλία εξαιτίας των διώξεων που υφίστανται, ενώ οι Κρατικές Αρχές είναι ανίκανες να προστατεύσουν τους χριστιανικούς πληθυσμούς από τους ένοπλους ισλαμιστές,οι οποίοι ελέγχουν μεγάλα τμήματα της χώρας.

Ο προσφεύγων, επίσης, εξέφρασε το φόβο πως, αν επιστρέψει σήμερα μετά από τόσα χρόνια στην πατρίδα του, υπάρχει το ενδεχόμενο να τον υποπτευθούν ως κατάσκοπο και να κινδυνεύσει η ζωή του.

Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται ιδιαίτερα αν οι πιθανοί διώκτες του πληροφορηθούν ότι έχει στρατιωτική εμπειρία από τον εμφύλιο πόλεμο στο Λίβανο,την δεκαετία του 1980.

Ξέρεις, καλέ μου πιτσιρίκο, ποιο είναι το μάθημα που μου έδωσε ο Τζαμάλ;

Πως ήρωας μπορεί να είναι ο πιο ταπεινός και κοινός άνθρωπος.

Γιατί Ήρωας δε γεννήθηκε κανείς,παρά έγινε συνειδητά Άνθρωπος. Και μαζί του, όλη η ανθρωπότητα ξεμάκρυνε ένα βήμα από το κτήνος.

Στέλλα

(Αγαπητή φίλη, οι ήρωες είναι δίπλα μας. Έλληνες και ξένοι. Έχω μιλήσει με πολλούς μετανάστες και πρόσφυγες, και έχω ακούσει ιστορίες που είναι απίστευτες. Σκέφτομαι πόσο τυχεροί είμαστε που -οι περισσότεροι από εμάς- έχουμε ζήσει σε ειρήνη. Να είστε καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.