Η προσαρμοστικότητα στη φρίκη

refugee touristsΑγαπητέ Πιτσιρίκο Καλησπέρα,
Είναι πρώτη φορά που σου γράφω, παρόλο που διαβάζω πλέον χρόνια το blog σου. Συνήθως γράφω μόνη μου, για μένα, από ανάγκη. Η ανάγκη παραμένει, απλά τώρα υπάρχει και παραλήπτης. Εσύ. Γιατί; Γιατί ίσως μπορείς να καταλάβεις. Δεν ξέρω ακόμα τι θα βγει από τις σκόρπιες σκέψεις που θ’ακολουθήσουν. Σίγουρα δεν περιμένω να δημοσιευθούν. Ίσως και να μη θέλω, αν αυτό που θα βγει να είναι πολύ προσωπικό.

Από χθες (27/10/15) έχω απίστευτα νεύρα.

Γιορτάζουμε την επέτειο του ΟΧΙ ενώ θα έπρεπε, αυτή η ‘αριστερή’ κυβέρνηση, αν είχε λίγη τσίπα -όχι τσίπρα- πάνω της, να έχει κηρύξει εθνικό πένθος.

Τι γιορτάζουμε δηλαδή, που το 1940 είχαμε το θάρρος να πούμε όχι στη γερμανική κατοχή και τώρα λέμε ναι από δειλία στην ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, άρα και στη γερμανική κατοχή;

Γιορτάζουμε το ότι μετά από λιγότερο έναν αιώνα έχουμε καταντήσει ένα έθνος χέστηδων;

Και με ποια κυβέρνηση στην εξουσία;

Αυτή που διατυμπάνιζε ότι θα υπερασπιστεί την εθνική μας κυριαρχία και, μετά από τη παταγώδη αποτυχία της, δεν είχε καν το θάρρος να πει τα πράγματα με το όνομά τους;

Πόση πια υποκρισία να αντέξουμε από τις παρελάσεις και τα εμβατήρια εορτασμού για την συνέχεια της υποδούλωσης μας στους προασπιστές -οι αποκαλούμενοι υπουργοί οικονομικών των κρατών της ευρωζώνης- ενός απάνθρωπου φιλελεύθερου καπιταλισμού που εκθειάζει και αναπαράγει με οποιοδήποτε κόστος την απόλυτη υπεροχή του παρόντος χρηματοπιστωτικού συστήματος;

Υποκρισία που ξεπερνά κατά πολύ την ειρωνεία και μετουσιώνεται σε κυνισμό, με συνέπεια έναν παθητικό μηδενισμό αρνητικό σε οποιαδήποτε πιθανότητα πράξης.

Το είχα σκεφτεί και άλλες φορές στο παρελθόν ότι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά μας ως είδος, αυτό στο οποίο οφείλουμε μάλλον και την επιβίωση μας, εν ολίγοις η προσαρμοστικότητα μας, ευθύνεται για την ποιότητα της ζωής μας.

Οι άνθρωποι συνηθίζουν τα πάντα. Και πόσο μάλλον οι άνθρωποι Έλληνες.

Για να έχει κάποιος το θάρρος να αντισταθεί σε κάτι που θα του απειλήσει τα όνειρα του, την αξιοπρέπεια του, θα πρέπει πρώτα από όλα να έχει όνειρα και αξιοπρέπεια και να μην τον ενδιαφέρει μόνο η επιβίωση του.

Αλλά επίσης, θα πρέπει να έχει και τα όπλα για ν’αντισταθεί: κάποιες ηθικές αξίες ξεκάθαρες καθώς και γερό στομάχι.

Διαφορετικά, αν κάποιον τον ενδιαφέρει μόνο η επιβίωση του, τότε η προσαρμοστικότητα κάνει το θαύμα της.

Εσύ που απελπίστηκες με την απάθεια των Ελλήνων, ποια από τα παραπάνω χαρακτηριστικά διέκρινες στις συμπεριφορές τους προ κρίσης;

Και τελικά, πώς περιμένεις μέσα σε έξι χρόνια συμπεριφορές δεκαετιών να εξαλειφθούν και οι Έλληνες να αποκτήσουν όνειρα, αξιοπρέπεια, αξίες και γερό στομάχι; (Σίγουρα η λίστα μου δεν είναι πλήρης!)

Από τα 18 μέχρι τα 33 μου, ζούσα στο εξωτερικό δουλεύοντας και σπουδάζοντας -Αγγλία, Ιταλία και Γαλλία- με μια μικρή παρένθεση 2 χρόνων (2005-7) που βρέθηκα στην Αθήνα.

Η γνώμη που είχα για τους Έλληνες όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι πρόκειται για λαό ανεύθυνων, σαν να μην ενηλικιώνονται ποτέ για να πάρουν τις ευθύνες των πράξεων τους στα χέρια τους.

Βέβαια, τη χειρότερη εντύπωση μου την απέκτησα αυτά τα 2 χρόνια στην Αθήνα από την κενότητα και τη ματαιοδοξία που συνάντησα.

Τα κεφάλια ήταν άδεια από προβληματισμό και γεμάτα από καταναλωτισμό και φαίνεσθαι.

Για να μην παρεξηγηθώ, υπήρχαν και πολλές θαυμαστές εξαιρέσεις.

Όπως και να έχει, πώς περιμένεις η πλειοψηφία των Ελλήνων να αντισταθεί; Με τι όπλα και για ποιο λόγο; Κυριαρχεί απλώς η ανάγκη επιβίωσης και, ως εκ τούτου, η προσαρμοστικότητα.

ΦΤΑΝΕΙ πια η προσαρμοστικότητα στη φρίκη.

Αυτά που ζούμε είναι φρίκη.

Είναι φρίκη να υπάρχουν άστεγοι, είναι φρίκη παιδιά στο σχολείο να είναι υποσιτισμένα.

Είναι φρίκη να πεθαίνουμε λόγω ανύπαρκτης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Είναι φρίκη να ξεβράζονται σώματα ανθρώπων στις παραλίες. Είναι φρίκη…

Φωνάζω κάθε μέρα στον εαυτό μου να μη συνηθίσει τη φρίκη. Να μην προσαρμοστεί στη φρίκη κι ας πονώ και, εν τέλει, ας απειλείται η επιβίωση μου.

Αν δεν προσαρμοστώ, υπάρχει η πιθανότητα και η δυνατότητα δράσης και αντίστασης.

Τα παρακάτω αποτελούν παραλήρημα…

Αλήθεια, πόσο απέχει η πραγματικότητα μας από το Salo του Pasolini;

Κι αλήθεια, πόση φρίκη μπορούμε να συνηθίσουμε;

Πόση φρίκη πρέπει να συνηθίσουμε, ώστε η φρίκη να αρχίσει, όπως γράφει και ο Bataille, να ενισχύει την έλξη;

Ο Pasolini έπαιξε με τα όρια της ανοχής μας στη φρίκη, μέχρι το σημείο που η κατάσταση ναυτίας από τη φρίκη του θανάτου να αναμιγνύεται με την ερωτική διέγερση.

Αναρωτιέμαι, αν σε λίγο καιρό θα αρχίσουμε να αυνανιζόμαστε ομαδικά με τη θέα ενός γυμνού σώματος ξεβρασμένο σε κάποια παραλία.

Ι.

(Αγαπητή φίλη, δημοσιεύω το μέιλ σας γιατί θεωρώ πως πρέπει να διαβαστεί. Ίσως, κάποιοι να δουν για πρώτη φορά στη ζωή τους μια ταινία του Παζολίνι. Ο Παζολίνι ήξερε πως νίκησε ο Μαρκήσιος ντε Σαντ και όχι ο Μαρξ. Θεωρώ τον Παζολίνι μεγαλοφυή, αν και το Σαλό, ή 120 Μέρες στα Σόδομα, δεν είναι η πιο αγαπημένη του ταινία. Έλεγα τις προάλλες σε μια παρέα πως ο Παζολίνι τα έχει πει όλα στις ταινίες του. Το πιο σοκαριστικό δεν είναι να αυνανίζoνται οι άνθρωποι στη θέα ενός γυμνού πτώματος ξεβρασμένου σε κάποια παραλία αλλά να μην βλέπουν καν τους πρόσφυγες που προσπαθούν να βγουν ημιθανείς στην παραλία. Η αδιαφορία είναι σοκαριστική. Η βία της αδιαφορίας. Όταν βλέπεις κάποιον και αντιδράς στην ύπαρξή του, του αναγνωρίζεις τουλάχιστον πως υπάρχει. Ακόμα κι αν τον χτυπήσεις. Το να μην τον βλέπεις καν ή να αδιαφορείς πλήρως, δεν παλεύεται με τίποτα. Για την φρίκη που γράφετε, το είπε με τον απόλυτο τρόπο ο Μάνος Χατζιδάκις: «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά». Εγώ τι να πω; Να μη συνηθίσουμε την ασχήμια. Κουράγιο, συναναστροφές με καλούς ανθρώπους, μακριά από την Αθήνα, και, αν γίνεται, μακριά από την Ελλάδα. Να είστε καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.