Θεατής του enikos

(Γεια σου πιτσιρίκο.)
Στα φοιτητικά μας χρόνια τον ξεχωρίζαμε από το άσπρο πουκάμισο που φορούσε στη βόλτα του Σαββατόβραδου, κάτω από το μαύρο πέτσινο μπουφάν, συνδυασμένο μοναδικά με υφασμάτινο παντελόνι σε σκούρα λαχανί απόχρωση, με ζώνη -ζωστήρα την αποκαλούσε- απαραίτητα, άσπρη κάλτσα και μαύρο σκαρπίνι μυτερό, τον αποτελεσματικότερο φονιά των κατσαρίδων μετά το ddt και πριν το «τέζα».

Γραβάτα φόρεσε πρώτη φορά στο στρατό -ας είναι καλά μια σειρά που του την έδεσε- και δεύτερη στο γάμο του· αυτήν του την έδεσε ο πωλητής, δεν την έλυσε ποτέ και τη φοράει ανελλιπώς σε κάθε γάμο και κηδεία που χρειάστηκε να πάει.

Ντεμοντέ, ντεκαβλέ και ντεκλασέ, σταθερά απών ή εντελώς αμέτοχος σε εκείνες τις κολασμένες συνελεύσεις στα αμφιθέατρα που, όταν δεν κατέληγαν στο να ανταλλάσσουμε μπινελίκια και κλωτσομπουνίδια με τους Κένταυρους ΔΑΠίτες -μετά τη συνθηματολογική αντιπαράθεση όλης της γκάμας των επιχειρημάτων μας-, είχαν σαν συνέπεια τη δημιουργία μιας νέας φράξιας στους κόλπους του αριστερίστικου φοιτητικού κινήματος.

Αυτόν δεν τον ήξερε κανένας τότε, εκτός ίσως από τους ταμίες των τσοντάδικων στα πέριξ της Ομόνοιας.

Αν ήταν αρχές του μήνα κι είχε μόλις χαρτζιλικωθεί, περνούσε μια βόλτα μετά κι από τη Φυλής, για να γαμήσει.

Από τα μέσα του μήνα και μετά, ελλείψει φράγκων, αρκούνταν σ’ απλή μπουρδελότσαρκα.

Πρόλαβε και παντρεύτηκε πριν πάθει μόνιμη αγκύλωση η χούφτα, αφήνοντας τον Γκουσγκούνη να μονοπωλεί το πρωτάθλημα της αυτοϊκανοποίησης.

Κανένας δεν έμαθε ποτέ, πώς, πότε και πού διορίστηκε. Τον συναντήσαμε απλά πίσω από το γκισέ της υπηρεσίας που στηνόμαστε με τις ώρες για να πάρουμε κάποιο γαμώχαρτο, να βάζει ράθυμα σφραγίδες, να ελέγχει βαριεστημένα αιτήσεις και δικαιολογητικά, στυφός πάντα και κακόκεφος, να ταλαιπωρεί σαδιστικά όσους είχαν την ατυχία να βρεθούν στην ανάγκη του.

Η ξινίλα του γινόταν γλοιωδία κάθε που, παρακάμπτοντας τη σειρά προτεραιότητας, τσακιζόταν να εξυπηρετήσει κάποιον που θεωρούσε «ανώτερο» απ’ την υπόλοιπη πλέμπα ή καμιά χαζοβιόλα.

Δεν είναι κληρονόμος καμιάς αξιόλογης κινητής ή ακίνητης περιουσίας, τέτοιας τεσπα, που να τον κατατάσσει σε κάποια οικονομική ελίτ.

Δεν κατάγεται από τζάκι, δεν έχει καν αστική προέλευση – αστός δεν πρόκειται να γίνει ούτε κι αν ζήσει τα επόμενα 5.000 χρόνια στην Αθήνα.

Αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία των δημόσιων υπαλλήλων (ενεργών και συνταξιούχων), καθώς και κείνων που – ελλείψει σχετικού βύσματος – αναγκάστηκαν να αναλώσουν τον εργασιακό τους βίο στον ιδιωτικό τομέα.

Οι πιο καπάτσοι από τους τελευταίους, έστησαν τις δικές τους δουλειές -μεγαλουργώντας για τα δεδομένα τους- κατακλέβοντας εφορία, ασφαλιστικούς οργανισμούς, εργαζόμενους και συναλλασσόμενους μαζί τους.

Από τότε που διορίστηκε στο δημόσιο, την τράπεζα, τη ΔΕΚΟ ή βρήκε δουλειά εκεί που δούλευε κι ένας συγχωριανός του ή άνοιξε το δικό του μαγαζί -πάσης φύσεως εργαστήριο, κατάστημα ή γραφείο, αυτός μαγαζί το λέει- ή πιο σπάνια έκανε το δικό του εργοστάσιο (για βιοτεχνία πρόκειται, αλλά αυτός εργοστάσιο το λέει), μένει μόνιμα στην Αθήνα ή σε κάποιο άλλο μεγάλο αστικό κέντρο, επιμένει όμως πεισματικά να μένει γραμμένος στα δημοτολόγια του χωριού του, για «να μη χάσει τα δικαιώματα» (ποια ακριβώς δεν ξέρει), να έχει πρόσβαση στον τοπικό βουλευτή (αυτόν τον ξέρει και τον παραξέρει), και να μην μπορεί ποτέ καμιά γαμημένη κρατική αρχή, ή ακόμα χειρότερα κανένας κουφάλας τροϊκανός, να αποκτήσει μια σαφή εικόνα πληθυσμιακών, οικονομικών και λοιπών στατιστικών δεδομένων, που αφορούν τη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας.

Μένει σε διαμέρισμα προαστίου ή σε «μαζονέτα παν-κατ» (μεζονέτα, με πάνω και κάτω όροφο) όμορου δήμου, που απέκτησε με στεγαστικό την εποχή της ευμάρειας σε εξωφρενική τιμή.

Μέρος της δόσης καλύπτεται από το ενοίκιο που λαμβάνει από την ενοικίαση του παλιού του διαμερίσματος στα Πατήσια σε Αλβανούς, τους οποίους καθόλου δε γουστάρει, αλλά είναι συνεπείς στις πληρωμές τους, δεν είχαν πρόβλημα με την κακή κατάσταση της οικίας, έκαναν όλες τις απαραίτητες επισκευές χωρίς να έχουν την παράλογη αξίωση να τις συμψηφίσουν με τα μισθώματα, φροντίζουν το σπίτι σαν δικό τους και, το σημαντικότερο, μέχρι να σφίξουν τα πράγματα, δεν είχαν απαίτηση για απόδειξη.

Μετά τα κωλομνημόνια των Σαμαροβενιζέλων με τον ΕΝΦΙΑ και τις διασταυρώσεις των ενοικίων κατάντησε ασύμφορο να το νοικιάζεις, αλλά δεν τους διώχνει για ανθρωπιστικούς λόγους. Πού να βρεις Έλληνα να δώσει τόσο ενοίκιο…

Συνήθως έχει κι ένα εξοχικό στη Λούτσα, στον Ωρωπό, στην Ψάθα ή στη Βραυρώνα, το οποίο αν δεν είναι εξ ολοκλήρου αυθαίρετο, παραβιάζει τουλάχιστον τις μισές από τις διατάξεις του ΓΟΚ.

Του στοίχισε ο κούκος αηδόνι για να το φτιάξει, αναγκασμένος καθώς ήταν να προμηθεύεται τα υλικά πανάκριβα από την τοπική μάντρα και να πληρώνει ψηλά μεροκάματα σε ντόπιους εργάτες, αλλά μόνο έτσι ήταν σίγουρος ότι δε θα τον καρφώσουν στην Πολεοδομία.

Ευτυχώς είχε κάτι προβλήματα με την καρδιά ο παππούς, ε, με ένα φακελάκι στο γιατρό -για να τον εμφανίσει στη γνωμάτευση ετοιμοθάνατο- και το σχετικό χαρτζιλίκι στον ΔΕΗτζή, τα κατάφερε τελικά και πήρε ρεύμα.

Αμέσως μετά, έκανε ανώνυμη καταγγελία για το διπλανό, που έκλεβε ρεύμα για το δικό του αυθαίρετο απ’ την κολώνα της ΔΕΗ και παριστάνει τον κομμουνιστή ο πούστης.

Έχει κι εκείνο το πατρικό στο χωριό, που δεν του έκανε καρδιά να το αφήσει να πέσει, έριξε κι εκεί ένα πανωσήκωμα, μη φανταστείς κάτι σπουδαίο, ένα λίβινγκ ρουμ, δυο κρεβατοκάμαρες κι ένα μάστερ μπέντρουμ, ε, μία στις τόσες που πάνε στο χωριό, να μην είναι αναγκασμένοι να στριμώχνονται με τους παππούδες.

Οι πιο μάγκες, τα δικά τους τα έκαναν πιο κιτσάτα, επενδύοντάς τα με πέτρα εξωτερικά, που δεν έχει καμία σχέση με το τοπίο και την ντόπια αρχιτεκτονική παράδοση, αλλά είχαν βρει την άκρη, χαρακτήρισαν τα πατρικά τους «ξενώνες», πουλούσαν τάχα και τραχανά αγορασμένο από το εμπόριο, που υποτίθεται πως ήταν χεντ μέιντ απ’ τη γιαγιά και τα πήραν από το ΕΣΠΑ.

Να πώς φαγωθήκαν τα λεφτά της ΕΟΚ.

Κι αυτό το οικόπεδο στον Άγιο Στέφανο, εκτός σχεδίου, μέσα στο δάσος που κάηκε, που μέχρι να καθαρίσουν οριστικά οι τίτλοι, περίμεναν χρόνια τα δικαστήρια που είχαν οι πωλητές με το κράτος, τάχα γιατί είχε τη χρησικτησία ο προπάππος τους, που έβοσκε γίδια εκεί και τα έσφαξε ο Ομέρ Βρυώνης, που έσπειρε πεύκα στη γη τους, να τους γδικηθεί που ήταν χριστιανοί˙ πόσο του κόστισε κι αυτό.

Το πήρε, όμως, χάρη σ’ εκείνα τ’ αναδρομικά κάποιου -απίθανου- επιδόματος που κέρδισε με δικαστική απόφαση˙ ας είναι καλά ο Κατρούγκαλος που τους άνοιξε τα μάτια στο σωματείο.

Στην εφορία το δηλώνει χερσολίβαδο – μαλάκας είναι να πληρώνει; – άλλωστε το πήρε με την προοπτική να χτίσουν τα παιδιά εκεί από μια βίλα, αλλά έτσι που στράβωσε το πράγμα μ’ αυτούς τους αλήτες τους πολιτικούς που μπλέξαμε, με τον ΕΝΦΙΑ που θα πληρώνει για τα επόμενα 800 χρόνια που θα είμαστε στα μνημόνια, το μισό Μανχάταν θ’ αγόραζε. Σκέτο βακούφι κατάντησε.

Σαν εκείνο το γαμωδυάρι που πήρε με το εφάπαξ της κυράς· κάτι μια πάθηση που είχε εκ γενετής, κάτι ο Μητρόπουλος που ήξερε όλα τα παράθυρα, αυτή βγήκε στη σύνταξη από τα 42.

Στο κέντρο το πήρε κι υπολόγιζε να παίρνει ένα ενοίκιο της προκοπής από τίποτα φοιτητές, αλλά έτσι όπως γέμισε ο τόπος μετανάστες και μ’ αυτήν την κρίση που υπάρχει, βακούφι του έμεινε κι αυτό˙ αντί να του δίνει, πληρώνει κι από πάνω κοινόχρηστα κι ΕΝΦΙΑ.

Έχει κι εκείνα τα χτήματα στο χωριό της γυναίκας του. Προίκα τα πήρε. Όσο τα μισούσε παλιά κι ήθελε να τα σκοτώσει όσο όσο, τόσο τα λάτρεψε μετά.

Χωρίς να ξέρει καν πού βρίσκονται, πήρε ένα σωρό επιδοτήσεις εξαιτίας τους, γιατί δήθεν τα καλλιεργούσαν τα πεθερικά με βαμπάκια και τάχα απέδιδαν σοδειές που δε θα έδιναν ούτε αν τα πότιζε με αναβολικά.

Ας είναι καλά οι μαλάκες οι κουτόφραγκοι, που, αν ποτέ μετρούσαν τα στρέμματα που δήλωναν οι περήφανοι Έλληνες αγρότες, θα έβγαζαν την Ελλάδα μεγαλύτερη κι από την πρώην Σοβιετική Ένωση.

Με αυτές τις επιδοτήσεις έβγαλε τα ιδιαίτερα που έκαναν τα παιδιά το απόγευμα με τους καθηγητές που τους «έκαναν μάθημα» το πρωί στο σχολείο, με αυτές πλήρωσε τα φακελάκια για τις εγχειρήσεις των παππούδων στα δημόσια νοσοκομεία, με αυτές αγόρασε πτυχίο και μεταπτυχιακό για το γιο απ’ τη Βουλγαρία και λάδωσε για να χώσει την κόρη στη δημοτική αστυνομία.

Κι έχουν φαγωθεί τώρα οι κουφάλες οι κωλοευρωπέη να τις κόψουν κι αυτές.

Πού ‘ναι τα χρόνια που περνούσε ξέγνοιαστα τα απογεύματα στην καφετέρια, ρουφώντας αμέριμνα το φραπόγαλο και τα ουίσκια, μαλώνοντας για ποδόσφαιρο και πολιτική.

Τότε που αραιά και πού, πήγαινε και σε κανένα κωλόμπαρο να χαλβαδιάσει καμιά Ρωσίδα.

Καθημερινές πάντα˙ βλέπεις το Σάββατο έβαζε και την κυρά στην κούρσα, στολισμένη σαν επιτάφιο να καμαρώνει δίπλα του και πηγαίναν να μαστιγώσουν το κορμί τους με παΐδια στα βλάχικα.

Τις Κυριακές στο γήπεδο ή καμιά βόλτα στη θάλασσα, να καταβροχθίσει κοψίδια πλάι στο κύμα. Κάθε τρεις και λίγο, να μια έξοδος, να ένας χορός, να μια συνεστίαση, να μια κοπή πίτας.

Διαπαιδαγωγήθηκε με τα μεσημεριανάδικα και τα ριάλιτι, επιμορφώθηκε μελετώντας το «νίτρο», ψυχαγωγήθηκε με το Σεφερλή, διασκέδασε με το Νότη και την Άντζελα, εκτονώθηκε πετώντας λουλούδια, σπάζοντας πιάτα, βρίζοντας διαιτητές.

Τώρα;

Τώρα του ‘γινε συνήθεια να ζει με το άγχος των επιπλέον περικοπών της δικής του αργομισθίας και της σύνταξης της κυράς.

Με μια μόνιμη ανησυχία αν θα του επιβάλουν τέλη κυκλοφορίας για το SUV.

Με την αγωνία για την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης.

Με τη βάσανο της αύξησης του ΦΠΑ, του ΕΝΦΙΑ, του φόρου εισοδήματος, των φόρων γενικώς.

Ξέρει καλά μέσα του, πως μέρα με τη μέρα, όλα θα πάνε απ’ το κακό στο χειρότερο. Το έχει αποδεχτεί.

Στον ουρανοξύστη της ζωής, φίλε πιτσιρίκο, ξεκίνησε από τα πολύ χαμηλά.

Λίγο σπρώξιμο από δω, λίγο τράβηγμα από κει, γλείφοντας, έρποντας, πατώντας τον έναν, ρίχνοντας τον άλλον, πότε απ’ τη σκάλα και πότε με το ασανσέρ, με πέντε αλήθειες κι οχτώ ντουζίνες ψέμματα, βρέθηκε σε πατώματα, που ούτε ήξερε πώς είναι.

Και σαν βρέθηκε ψηλότερα, τι έγινε; Άλλαξε κάτι; Απέκτησε καμιά παιδεία; Κάποιου είδους αισθητική; Ή μήπως έγινε καλύτερος άνθρωπος; Ας γελάσω…

Κατρακυλώντας προς τα κάτω, επιστρέφει απλά εκεί που πάντα ανήκε.

Μουρμουράει, γκρινιάζει, δυσανασχετεί, διαμαρτύρεται, φωνάζει, βρίζει, αλλά δεν αλλάζει.

Έτσι έμαθε. Γενιές τώρα.

Κι όπως είπε θαρρώ ο Κομφούκιος «το δύσκολο στη ζωή δεν είναι να μάθεις˙ το δύσκολο είναι να ξεμάθεις».

Ελπίδα δεν υπάρχει. Για την ακρίβεια, ελπίδα δεν υπήρχε ποτέ.

Εδώ κλείνω αγαπητέ. Σε ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να κοινωνήσω κάποιες σκέψεις μου μέσα από το blog σου.

Εύχομαι απ’ τα βάθη της καρδιάς μου υγεία και δύναμη σε σένα και στα χιλιάδες νέα παιδιά, που παλεύουν για κάτι καλύτερο.

Επιστρέφω στη σιωπή μου.

Να είσαι καλά

Σ.Α.Μ.

(Αγαπητέ φίλε, η Ελλάδα δεν είναι χώρα, είναι συμμορία. Το ωραίο είναι πως κανείς δεν θα αναγνωρίσει τον εαυτό του σε αυτό που περιγράφετε. Πολύ κακό πράγμα η ιδιοκτησία. Σε διαμορφώνει πλήρως. Ευτυχώς που δεν έχω τίποτα. Εγώ σας ευχαριστώ για τα όμορφα κείμενά σας. Να είστε καλά. Και όταν θέλετε να ξαναγράψετε, εδώ είμαι.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.