Να τους πάρετε σπίτια σας

(Πιτσιρίκο αν θέλεις δημοσίευσέ το. Είναι ένα μικρό διήγημα. Σε ευχαριστώ όπως και να έχει.)
Η Πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο. Δεν ήταν γιορτή, ούτε παζάρι είχε, ούτε τίποτα τέτοιο. Η γυναίκα βγήκε διστακτικά από το σπίτι της και κίνησε για το περίπτερο. Ήξερε καλά τι γινόταν εκείνες τις μέρες. Οι τηλεοράσεις βούιζαν.

Επιπλέον, η «Επιτροπή φιλήσυχων πολιτών για την τάξη και την αρμονία», είχε χτυπήσει και τη δική της πόρτα.

Μάζευαν υπογραφές για να τους διώξουν από την πλατεία. Θα τις έδιναν λέει στο δήμαρχο, κι αυτός στον υπουργό που θα έλυνε το θέμα. Αλλά χρειάζονταν υπογραφές πολιτών.

«Τα παιδιά μας κινδυνεύουν, είναι θέμα πρώτης προτεραιότητας να φύγουν από δω, είναι γεμάτοι αρρώστιες, είναι θέμα τάξης. Μέχρι τώρα έχουν υπογράψει εκατοντάδες φιλήσυχοι πολίτες» της είχαν πει. « Έχουμε βέβαια με το μέρος μας εκτός από το δίκιο, και τις αρχές..».

Και υπέγραψε. Όχι επειδή συμφωνούσε, δεν ήταν ποτέ εναντίον των ανθρώπων. Την τάραζαν αυτοί οι δυο μαντραχαλάδες και η ψηλή ξερακιανή γυναίκα που τους ακολουθούσε με τη χαρτούρα των υπογραφών, δεν τους ήθελε στην πόρτα της.

Από φόβο υπέγραψε.

Από τότε ήταν ανήσυχη. Όταν νύχτωσε, έκανε ότι έκανε συνήθως. Έβαλε τα μικρά για ύπνο, -είχε δύο κοριτσάκια το ένα θα πήγαινε σχολείο για πρώτη φορά φέτος, το άλλο ήταν 2 χρονών- έπλυνε τα πιάτα από το βραδινό γεύμα, χάζεψε λίγο τηλεόραση και ξάπλωσε.

Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όταν τελικά τα κατάφερε, ονειρεύτηκε ότι υπέγραφε το διαζύγιο με τον άντρα της και μαζί μ αυτό του παραχωρούσε την επιμέλεια των παιδιών. Θα της έπαιρναν τα παιδιά της. Το διαζύγιο τους όντως εκκρεμούσε, ήταν σε αντιδικία με τον πρώην άντρα της για την επιμέλεια. Ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα.

Φτάνοντας στην πλατεία –δεν ήταν μακριά από το σπίτι, δυο στενά παρακάτω- η καρδιά της σφίχτηκε. Κόσμος παντού. Άνθρωποι ξεριζωμένοι, πεταμένοι σ’ αυτή την πλατεία, περιμένοντας. Τι περίμεναν άραγε πια; Άλλοι κοιμόντουσαν γερμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, άλλοι μιλούσαν, άλλοι μπορούσαν ακόμα και να γελάνε. Πως το κάνουν; σκέφτηκε.

Το βλέμμα της έπεσε σε μια γυναίκα με τρία κουτσούβελα. Στην ηλικία της ήταν πάνω κάτω. Είχε γείρει στον κορμό ενός δέντρου κοντά στο περίπτερο και βύζαινε το μωρό της. Τα δυο μεγαλύτερα μικρά της –ένα κοριτσάκι κοντά στα 4 και ένα αγοράκι -ήτανε δεν ήτανε 3 χρονών- ήταν κοντά της.

Το κοριτσάκι κοιμόταν, το αγοράκι χάζευε μια το αδερφάκι του που βύζαινε το μητρικό γάλα, μια τις λιχουδιές στο περίπτερο.

Δεν μιλούσε. Θα πεινάει, σκέφτηκε η γυναίκα.

Τους προσπέρασε. Προχώρησε προς το περίπτερο με κοφτό βήμα.

«Δύο σιλκ κατ μωβ παρακαλώ». Ο περιπτεράς της έδωσε τα πακέτα, πλήρωσε, πήρε τα ρέστα και κίνησε να φύγει.

Έκανε μερικά βήματα, και τότε τους είδε. Οι μαντραχαλάδες που της είχαν χτυπήσει την πόρτα και την είχαν τρομοκρατήσει για να υπογράψει, σίγουρα αυτοί ήταν, τους θυμόταν πολύ καλά.

Δεν ήταν μαζί τους η γυναίκα με τα χαρτιά, μα δεν γινόταν να κάνει λάθος. Αυτοί ήταν.

Ήταν στην απέναντι γωνία, στο δρόμο που έπρεπε να περάσει για να πάει σπίτι της. Φώναζαν και χειρονομούσαν σε κάτι απελπισμένους και σε ένα ζευγάρι που προσπαθούσε να τους υπερασπιστεί.

Πλησίασε λίγο διστακτικά, έπρεπε να πάει σπίτι της. Ευτυχώς η αδερφή της ήταν σπίτι με τις μικρές. Σταμάτησε.

Δεν την έβλεπαν, ήταν απορροφημένοι από τη φασαρία. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο. Τους άκουγε.

«Τι σας έκαναν οι άνθρωποι και τους βρίζετε; Είστε άνθρωποι εσείς;» ήταν η κοπέλα από το ζευγάρι που μιλούσε.

Ο νεαρός δίπλα της είχε θυμώσει, και απειλούσε να φωνάξει την αστυνομία. Οι φλέβες στο λαιμό του είχαν πεταχτεί. Οι μαντράχαλοι γέλασαν δυνατά. «απέναντι είναι, άντε, τράβα να τη φωνάξεις».

Η γυναίκα γύρισε και είδε πράγματι δύο σταματημένες μηχανές της αστυνομίας στο απέναντι πεζοδρόμιο. Οι αστυνομικοί κοιτούσαν, αλλά δεν πλησίαζαν. Ούτε φαινόταν να έχουν καμία τέτοια πρόθεση.

«Και άμα τους αγαπάτε τόσο πολύ, να τους πάρετε σπίτια σας! Αι σιχτιρ πια, δε μας φτάναν οι λαθραίοι, έχουμε και τους χίπηδες να ασχολούμαστε».

Η γυναίκα έκανε ένα βήμα πίσω. Το κεφάλι της βούιζε.

«Να τους πάρετε σπίτια σας!» Ο μαντραχαλάς συνέχιζε. Έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. «Σπίτια σας ακούς;»

Η γυναίκα έκανε μεταβολή. Γύριζε προς το περίπτερο. Προς το δέντρο. Προς τη γυναίκα, προς τον ξεριζωμένο της εαυτό. Πλησίασε. Η γυναίκα βύζαινε ακόμα το μωρό της. Δεν πρέπει να είχε περάσει πολύ ώρα κι ας της φάνηκε πως πέρασε μια ζωή.

Έκατσε κατάχαμα δίπλα της. Συστήθηκε. Ήξερε λίγα αγγλικά, συνεννοήθηκαν. Έμαθε πως η γυναίκα ήταν μόνη με τα παιδιά της σ’ αυτή τη πλατεία. Ο άντρας της είχε σκοτωθεί ένα μήνα πριν, πίσω στην πατρίδα τους. Αυτό το ταξίδι ήταν η ελπίδα της για το αύριο των παιδιών της. Επιστροφή δεν υπήρχε.

Την κάλεσε στο σπίτι. Να πάρει τα παιδιά της και να μείνει μαζί τους, για όσο χρειαστεί, για όσο θέλει. Δεν ήταν μεγάλο το σπίτι της μα θα βολεύονταν.

Λίγη ώρα μετά οι δύο γυναίκες περνούσαν το δρόμο. Η μια με το μωρό στην αγκαλιά και το αγοράκι να την κρατάει από το χέρι, η άλλη κρατούσε το κοριτσάκι.

Ο καυγάς στη γωνία συνεχιζόταν, είχαν μπει μάλιστα κι άλλοι στη φασαρία, και από τις δυο μεριές. Η αστυνομία ασάλευτη.

Οι γυναίκες προχωρούσαν σταθερά. Η μια δεν καταλάβαινε τη γλώσσα που μιλούσαν, η άλλη δε φοβόταν πια. Τους προσπέρασαν.

Έφτασαν στο σπίτι.

(Αγαπητέ φίλε, βρέθηκαν και στην πραγματικότητα άνθρωποι που τους πήραν στο σπίτι τους. Έλληνες. Ευτυχώς, κάποιοι από εμάς, το έχουμε διαβάσει το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη. Και το καταλάβαμε κιόλας. Να είστε καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.