Για δυο μέρες πίσω στο χωριό

Φίλε Πιτσιρίκο,
πέρασε πάλι κανά 6μηνο και είπα να κατέβω να δω για κανά δυο μέρες τους γονείς μου και τον νεογέννητο ανιψιό μου. Στο αεροπλάνο επικρατούσε κλίμα εκδρομικό. Πολλά παιδιά και σχετικά χαλαρά κι αξύριστα πρόσωπα. Ο πιλότος, θεός! Αφού στα μέσα της διαδρομής και με άπταιστα ελληνικά μας ενημέρωσε ότι “we are flying to Athina…”, μας προσγείωσε στα πούπουλα, παρά τα 7 με 8 μποφόρ γύρω από το αεροδρόμιο.

Στο χωριό, πέρα απο το κλασικό πλέον κλίμα παραίτησης που χαρακτηρίζει δρόμους, σπίτια και ανθρώπους, μου έκανε εντύπωση πως όλο και πιο λίγοι ρωτούν «Πώς τα πας; Τι κάνεις;».

Η επικρατέστερη ερώτηση είναι «Πώς πάνε τα πράγματα εκεί έξω; Τι λένε για μας;”

Η κοπελιά στον φούρνο και το παλικάρι στο «καφέ του γκόου» ευγενέστατοι και εξυπηρετικότατοι. Έχω την εντύπωση πως η μαγκιά και ο αεριτζίδικος υπεροπτισμός της περασμένης δεκαετίας φθίνουν σιγά σιγά.

Στην αυλή του παππού η μανταρινιά είναι φορτωμένη και η μουριά που κρέμαγα την κούνια μικρός φαντάζει λίγο πιο μικρή, αν και λόγω χειμώνα η μάνα μου την έχει κουρέψει γουλί.

Σήμερα είχε έναν λαμπρότατο ήλιο και ο ουρανός ασυννέφιαστος και μεθυστικά γαλάζιος. Την αράζω με το σόβρακο στην καλοκαιρινή ξαπλώστρα και για κανά δίωρο λιάζομαι και ψήνομαι. Τέλεια.

Πραγματικά αυτή τή στιγμή δεν θα ήθελα να είμαι πουθενά άλλου. Κάνει ζέστη, φυσάει ελάχιστα και κάηκα και λίγο στη μύτη.

Περνάει ο πατέρας μου με τον «αγρότη», ένα απαρχαιωμένο γιαπονέζικο διθέσιο φορτηγάκι που την τεχνολογία του την συνοψίζεις σε τρεις βίδες και δυο καλώδια.

«Πάμε στις γίδες» μου λέει. «Φύγαμε!» του απαντώ.

Στην καρότσα του «αγρότη» τσάπες, σκεπάρνια, κουβάδες, τριχές, κλαρί για τα ζωντανά, λασπωμένες γαλότσες, άδεια πλαστικά μπουκάλια.

Στριμώχνομαι στο κάθισμα ανάμεσα σε παλιά παλτά, πριόνια, μπετονιές για ψάρεμα και σακούλες με τα περισσεύματα του χθεσινού φαγητού.

Βάζει ο πατέρας μου την πρώτη ταχύτητα και ξεκινάμε. Πάνω απο 15-20 χλμ/ώρα δεν θα πηγαίνανε σε όλη τη διαδρομή.

Για μένα η ταχύτητα ξεπέρασε αυτή του φωτός και άρχισα να ταξιδεύω στο χρόνο, τότε που σαν παιδι κρατιόμουν με τα δυο χέρια απ το παράθυρο κι έβγαζα το κεφάλι μου έξω σαν σκύλος.

Πάμε τόσο αργά που παρατηρώ τα έντομα πάνω στις καναπίτσες και τις ελιές.

Δεν πέρασαν ούτε δυο βδομάδες απ όταν αφήνοντας πίσω μου την Εσπερία του Ηλία, και, οδηγώντας στη γερμανική Autobahn, χάζευα ηδονικά την ένδειξη 287 km/h στο κοντέρ, αλλά, για κάποιο λόγο, το σήμερα ανήκει σε ένα διαφορετικό και παράλληλο σύμπαν και νιώθω πραγματικά όμορφα.

Φτάσαμε στο μαντρί. Αυτοσχέδια κατασκευή με τσιμεντόλιθους, ξύλα, τσίγκους, συρματόσιτες κι ελενίτ.

Η απόλυτη σιωπή του αέρα διακόπτεται απο κίνηση και φωνές: γάτες, γίδες και ο τυφλός μας σκύλος μας πήραν χαμπάρι.

Όση ώρα ο πατέρας μου ταΐζει και αρμεγει τις γίδες, εγώ μοιράζω τ’ αποφάγια στις γάτες, δυο ενήλικες και 5-6 μωρά και τον Λευτέρη τον σκύλο, ο οποίος απο το βαρέλι του προσπαθεί να με μυρίσει και να αναγνωρίσει την ασαφή, μετά από τόσο καιρό, μυρωδιά μου.

Του βάζω και φρέσκο νερό και μέχρι να τελειώσει ο πατέρας μου θαυμάζω με απορία και γαλήνη τον χώρο γύρο μου.

Τόσο πρόχειρο και ακατάστατο κατασκεύασμα αλλά και τόσο όμορφο, γαλήνιο και με τη φύση δεμένο.

Τελειώνουμε και φεύγουμε γιατί η μάνα μου έχει φτιάξει ντολμάδες και μας περιμένει να τους φάμε πριν κρυώσουν.

Στο σπίτι νάτος κι ο 4 μηνών ανιψιός μου.

Δεν έχω πολλή εμπειρία με παιδιά, αν και ο μικρότερος αδερφός μου γεννήθηκε όταν ήμουν 9 χρονών, αλλά ετούτο το σκατούλι κάθε φορά που με κοιτά γελάει σαν να χαίρεται και να με κοροϊδεύει μαζί. Το κλάμα του δυο μέρες δεν το άκουσα, την υγειά του να χει!

Παρακαλώ τη μάνα μου να κλείσει την τηλεόραση που παίζει διαρκώς εκπομπές για μαγειρική, δείχνοντας μια βλαχοξανθιά, χαζογκόμενα που σκιάζεται κάθε φορά που η ίδια ενεργοποιεί το μίξερ χειρός.

Η μόνη οπτικοακουστική διασκέδαση παραμένει ο ήχος και η φλόγα της φωτιάς στο τζάκι. Έτσι για να ακούμε και λίγο τις φωνές μας όταν συζητάμε.

Το βράδυ, πριν με πάρει ο ύπνος στο πρώην δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς, έριξα ένα τελευταίο πευκόξυλο στη φωτιά κι άφησα να παίζει ένας παλιός δίσκος του Keith Jarrett, The Köln Concert.

Περίμενα να με πάρουν τα δάκρυα, αναπολώντας τα παλιά και κοιτώντας τη φωτιά, αλλά, αντί γι` αυτό, άρχισα να γελάω μέχρι που με πήρε ο ύπνος στον καναπέ χαμογελαστό και μισοψημενο από τή φωτιά.

Με χαμογελαστούς χαιρετισμούς, πετώντας πάλι βόρεια,

Πάνος

Υ.Γ. Τις δυο μέρες που πέρασα στο χωριό, άκουσα κανά δυο φορές τις λέξεις «τσίπρας», «ασφαλιστικό» και «εκλογές». Δυστυχώς δεν κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Ελπίζω να μην έχασα και προσπέρασα κάτι σημαντικό απο τη σύντομη μου επίσκεψη στην Πατρίδα.

(Αγαπητέ Πάνο, δεν είναι ντροπή να παραδεχτείς πως ήρθες στην Ελλάδα για να ψηφίσεις για πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν μπορείς να μου κρυφτείς εμένα, σε τσάκωσα! Πάνο, όλοι οι άνθρωποι αγαπούν τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, και θέλουν να επιστρέφουν εκεί. Αυτό το έχουν αντιληφθεί οι πάντες πάνω στον πλανήτη, εκτός από μερικούς Έλληνες που βγάζουν καντήλες μόλις ακούν τη λέξη «πατρίδα». Θα ήθελα να σου ευχηθώ να επιστρέψεις στην Ελλάδα αλλά, όπως πάνε τα πράγματα, μάλλον θα είναι καλύτερα να πάρεις στο εξωτερικό και την υπόλοιπη οικογένειά σου. Το παιδί, οπωσδήποτε, για να σωθεί. Να σας ζήσει και να είσαι καλά. Καλή χρονιά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.