Φάτε μάτια ψάρια

Αφού προσπερνάω τις τζιβιτζιλούδες, πιτσιρίκο, που έτσι κι αλλιώς γραμμένο με είχαν, κατευθύνομαι με γοργό βήμα στο μπαρ και χαιρετώ τα κορίτσια, που χαίρονται βλέποντάς με, έστω κι αν μοιάζω με όρθιο λείψανο.

Ανοίγω τη μία τσάντα και τους δίνω το ένα κουτί από τα δύο αυθεντικά «λεωνίδας» που έχω προμηθευτεί. Το άλλο το έχω για τη γιατρό μου.

Οι υπόλοιποι θα φάνε «λεωνίδας» από τα lidl. Δηλαδή όχι ακριβώς από τα lidl, από μια λαϊκή τα πήρα – τα είχε μισοτιμής.

Ληγμένα; Μεταλλαγμένα; Κλεμμένα; Στ’ αρχίδια μου ό,τι και να ’ναι. Έτσι κι αλλιώς πανάκριβα είναι γαμώτο. Να είναι καλά η τύπισσα στα ντιούτυ φρη, που μου ’δωσε κάτι σακκούλες επιπλέον, να τα βάλω μέσα, να τα δώσω, τάχα ότι τα πήρα από κει.

Χαίρονται οι κοπέλες που τις θυμήθηκα, χαίρομαι που χαίρονται.

Θέλουν να με κεράσουν καφέ. Αρνούμαι ευγενικά. Όλα κι όλα. Αυτό δεν το δέχομαι. Ξέρω ότι το κάνουν με την καρδιά τους, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ κέρασμα από πλάσματα που γαμιούνται καθημερινά, για τέσσερα κατοστάρικα το μήνα.

Όχι ότι πρόκειται για καμιά γενναιδωρία. Για μια κουταλιά καφέ μιλάμε. Η κωλοκάμερα θα το καταγράψει όμως και ο καριόλης που παριστάνει τον ιδιοκτήτη θα τους το χρεώσει. Πούστης άντρας, τι ψάχνεις να βρεις. Εδώ τους χρεώνει τον καφέ που θα επιστρέψει κάποιος απαράδεκτος, γιατί τάχα δεν είναι της αρεσκείας του. Κι αυτού του τύπου, σκέψου ότι του φταίνε οι νταβατζήδες…

Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω ανάγκη. Γαμήθηκα λίγο, αλλά άρχισα να ξελασπώνω κάπως. Τα ψιλολέμε και μετά τις αφήνω, για να κάτσω να απολαύσω το πρώτο κόφι εν Αθήναις μετά από ένα τρίμηνο.

Στρίβω ένα τσιγάρο μέχρι να έρθει ο καφές και ρουφάω με απόλαυση. Πω πω. Σκέτη κάβλα. Τύφλα να ’χει ο καβαλάρης του Μάλμπορο.

Αφού πίνω τον καφέ και πέντε–έξι τσιγάρα, αρχίζω να ξυπνάω από την ηδονή της νιρβάνας, στην οποία έχω περιέλθει κι αρχίζω να περιεργάζομαι τους θαμώνες. Αρχίζω το μέτρημα. Είμαστε 17 άτομα στην καφετέρια. Για Δευτέρα βράδυ, πα μαλ.

Πέντε πιτσιρικάδες -από 16 ως 18 τους κόβω– μάλλον την έχουν κάνει κοπάνα από το φροντιστήριο. Είναι η μία από τις δύο παρέες που συζητάνε. Δηλαδή, όχι ότι έχουν και καμιά συζήτηση της προκοπής, αλλά θα μου πεις κι εμείς τι σκατά λέγαμε στην ηλικία τους;

Βασικά, όλοι έχουν τα κινητά τους, στα οποία επικεντρώνονται. Κάτι βλέπουν, δεν ξέρω τι ακριβώς, προφανώς ο καθένας κάτι διαφορετικό, κάθε λίγο δείχνει ο καθένας το κινητό του στους άλλους, κάνουν κάποια σχόλια και μετά ξεκαρδίζονται στα γέλια όλοι μαζί.

Η γλώσσα τους μου είναι ψιλοακατάληπτη σε πολλά σημεία, αλλά απολαμβάνω να τους βλέπω έτσι όπως κάνουν σαν υπερκινητικά βλαμμένα. Έφηβοι, όμως παιδιά ακόμα. Τα ζηλεύω. Τα χαίρομαι.

Τρεις καβλίτσες που κάθονται λίγο πιο πέρα, ούτε καν τους απασχολούν. Οι τύπισσες πρέπει να είναι γύρω στα 20 με 25. Φοιτήτριες ή υποψήφιες για θέση στο Δημόσιο. Ωραία τεκνά. Τις γαμούσα άνετα και τις τρεις. Και μαζί και χώρια. Τώρα θα μου πεις, εσύ θα το ’κανες, αυτές τις ρωτάς αν θα το έκαναν; Μου βάζεις δύσκολα…

Με τα ολσταράκια τους (μαϊμούδες τα κόβω), αλυσιδίτσες στον αστράγαλο, κάτι κομμάτια τζην που κάποτε ήταν παντελόνι – αν τα ράψεις χωρίς κενά μεταξύ τους ούτε βερμούδα δε βγάζεις – για παντελόνι, μπλουζάκια που τα πήραν όταν ήταν μικρά κορίτσια, γιατί τώρα δε φτάνουν ούτε μέχρι τη μέση και μ’ αυτήν την πουτάνα την κρίση πού λεφτά να πάρουν άλλα και τρυπημένες παντού, φορώντας ό,τι χαϊμαλί μπορείς να φανταστείς σε αυτιά, μύτες, χείλη, οφαλό. Ψιλοανατριχιάζω…

Φυσικά, όλες τους έχουν κι ένα τουλάχιστον τατουάζ χτυπημένο, μπορεί και περισσότερα, αλλά λίγο το ημίφως, λίγο η στραβομάρα μου, δεν μπορώ να έχω πλήρη εικόνα.

Αυτά τα πλάσματα πρέπει να γεννήθηκαν πολύ κουρασμένα. Μη σου πω εξαντλημένα. Τα δώσαν όλα στη γέννα και δεν τους φτάνει μια ζωή ολόκληρη να ξαποστάσουν. Δυο καρέκλες πιάνει η καθεμιά τουλάχιστον. Μία για το κορμί, άλλη μία για τα πόδια. Ποιος να τολμήσει να τους πει να τα κατεβάσουν…

Αφοσιωμένη η καθεμιά τους στο κινητό της, λέξη δε βγαίνει από το στόμα τους. Τι διάολο μπορεί να βλέπουν, δεν ξέρω. Στρίβουν το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο και παίζουν με το κινητό. Μυστήριο τρένο.

Λίγο πιο κει δυο τύποι στα τριανταφεύγα τους, βγαλμένοι θαρρείς από άλλη εποχή. Γραβατωμένοι με άσπρο πουκάμισο, να τους δώσεις κι ένα δίσκο, τους κάνεις γκαρσόνια. Μπα. Για γκαρσόνια δεν κάνουν. Σα λιμοκοντόροι είναι οι μουρόχαβλοι.

Από μεσίτες, μέχρι ασφαλιστές τους κόβω. Αλλά πάλι τσου. Οι ασφαλιστές κι οι μεσίτες μιλάνε ακατάπαυστα. Τούτοι είναι μουγκοί. Με κάτι άλλο ασχολούνται. Φαν του Κατρούγκαλου σίγουρα. Του κινήματος της γραβάτας κι αυτοί.

Αφοσιωμένοι και τούτοι στα κινητά τους, ο ένας έχει βάλει κι ακουστικά, τάχα βγήκαν παρέα να πιουν καφέ. Δηλαδή, αν βγαίναν μόνοι τους, τι θα κάναν; Θα αυνανίζονταν;

Από την άλλη μεριά, μοιράζονται ένα τραπέζι πατέρας με γιο. Με τον πατέρα μου είχα να βγω μαζί από τότε που άρχισα να περπατάω χωρίς βοήθεια.

Από τότε, καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι σε οικογενειακά τραπεζώματα, γάμους, κηδείες και βαφτίσια. Να με πάρει απ’ το χέρι στα εικοσιφεύγα μου, για να πιούμε καφέ, δε συνέβη ή εγώ δε θυμάμαι. Γενικά, δε θυμάμαι φίλο μου να πέφτει σε τέτοιο λάθος.

Κάποιο θεματάκι έχει το παιδί. Ο μπαμπάς από δημόσιος υπάλληλος μέχρι συνταξιούχος του δημοσίου. Η επιτομή του αζαχάρωτου ο πούστης. Να τον είχα πατέρα, μα την Παναγία, θα ντρεπόμουνα. Πώς τον κυκλοφορεί, χωρίς να ντρέπεται; Έχει το θέμα του. Σίγουρα έχει θέμα. Δηλαδή τι θέμα, χοντρό θέμα.

Πού ν’ ακούσεις και τη συζήτηση. Να του εξηγεί ο αζαχάρωτος, με μια φωνή σα λαμπρέτα με χαλασμένη εξάτμιση, ό,τι μαλακία μπορείς να φανταστείς. Από το πώς κουβαλάνε το νερό στη Μοζαμβίκη, μέχρι το πώς γαμιούνται οι κάμπιες στην Ιαπωνία. Όξω πούστη απ’ την παράγκα. Χίλιες φορές οι μουγκοί του κινήματος της γραβάτας.

Ένα ζευγάρι ακαθόριστης ηλικίας συμπληρώνει το ντεκόρ. Κάθονται στο διπλανό τραπέζι απ’ τις τζιβιτζιλούδες. Πρέπει να είναι άπειρα χρόνια μαζί. Έχουν εμφανώς σκυλοβαρεθεί ο ένας τον άλλον. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Μούγκα στη στρούγκα. Χαμένος ο καθένας στις σκέψεις του.

Το σκοτάδι αρχίζει να πυκνώνει κι εγώ βαραίνω καθώς νιώθω την κούραση της μέρας, την ταλαιπωρία του ταξιδιού και το βάσανο του κρυολογήματος. Να φεύγω σιγά σιγά, πριν πιάσει πουτσοσκόταδο.

Ξαναγυρνάω διακριτικά το κεφάλι μου στα ξέκωλα. Πρέπει να είμαι ο μόνος εδώ που τις έχει γαμήσει σε κάθε στάση, σε κάθε δυνατό συνδυασμό.

Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο…

Χεχεχεχε

Μένυ κίσες

Σ.Α.Μ.

Υ.Γ. Εκεί που αναρωτιόμουνα πού χάθηκε ο Ηλίας, διάβασα και ξαναδιάβασα και ματαξαναδιάβασα και δεν το χόρταινα «Το Νησί». Γιατρός ή φιλόσοφος; Σίγουρα μοναδικός!

(Αγαπητέ Σ.Α.Μ., θα δημιουργήσεις σχολή. Άντε να αναλάβετε το μπλογκ εσύ, ο Ηλίας, ο Άρης και τα άλλα παιδιά, για να αποσυρθώ εγώ σιγά-σιγά. Να είσαι καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.