Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν

(Γεια σου πιτσιρίκο)
Κάποιοι αρέσκονται απλά να χαζεύουν τις βιτρίνες. Περισσότεροι είναι κείνοι που ικανοποιούνται με το λεγόμενο σόπινγκ θέραπυ. Πολλοί βγαίνουν για να πάνε σινεμά, θέατρο, σε κάποιο καφέ, σε κάποιο μπαρ ή σε μια συναυλία. Όλοι πάντως ξεκουνιούνται από τον καναπέ για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, έχοντας κάποιο σκοπό. Εγώ πάλι, βγαλμένος από άλλο ανέκδοτο, λατρεύω να περιφέρομαι στους δρόμους της Αθήνας τελείως άσκοπα.

Μετά από ένα τρίμηνο και κάτι στις Βρυξέλλες και μετά από μια περίοδο που πέρασα σαν οικόσιτο λόγω διαφόρων τεχνικών βλαβών, βοηθούσης της πρόσφατης ηλιοφάνειας, αποφάσισα, πριν φτάσω σε κατάσταση ιδρυματοποίησης, να εκθέσω τον εαυτό μου σε παλιά πάθη και συνήθειες.

Σάββατο απόγευμα, μετά από φαγητό στο σπίτι μιας καλής φίλης, ξεκίνησα έναν μακρύ περίπατο στο κέντρο της πόλης, που τόσο αγαπώ.

Από τη Φωκίωνος παίρνω την Πατησίων, μετά την Αλεξάνδρας, στροφή στο γήπεδο για Μαβίλη, κατόπιν Σύνταγμα, Ομόνοια μέσω Πανεπιστημίου, ξανά Σύνταγμα μέσω Σταδίου, Ερμού, Μοναστηράκι και τέλος, Κεραμεικός.

Κάπως μακρύς ο περίπατος, χωρίς να έχω ακόμα συνέλθει πλήρως από την πρόσφατη περιπέτεια υγείας, μάλλον το παράκανα, αλλά είναι γνωστό τοις πάσι ότι «είπαν στο χαζό να χέσει και ξεκωλώθηκε…»

Μετά από όλη αυτήν την περιήγηση, έχω την αίσθηση πως, αν τυχόν είχα πέσει σε κώμα στις 18 Μαρτίου του 2010 ή του 2012 και ξυπνούσα σήμερα, το πρώτο που θα ’κανα θα ήταν να αλλάξω το έτος στο κινητό μου (μια πολυκαιρισμένη συσκευή που χρησιμεύει για να έχω ένα κάποιο είδος επαφής με το χρόνο), αδυνατώντας να πιστέψω ότι πέρασαν τόσα χρόνια.

Τίποτα απ’ όσα αντίκρυσα κατά τη διάρκεια της πολύωρης βόλτας μου δεν προδίδει το πέρασμα μιας εξαετίας.

Εντάξει. Την τελευταία δεκαετία, μη σου πω και παραπάνω, διανύω την περίοδο του μαύρου.

Κυκλοφορώ πάντα με ένα τζην κι ένα μαύρο μπλουζάκι, το χειμώνα προσθέτω και ένα μαύρο πουλόβερ με το πολυκαιρισμένο χακί αμπέχωνο να σπάζει τη χρωματική μονοτονία («δώρο του Κωστάκη του Κουρασμένου, αυτό φορούσε όταν καμάρωνε την Πελοπόννησο να καίγεται» απαντώ σε όσους μου επισημαίνουν με κακεντρέχεια ότι έχει κολλήσει πάνω μου).

Αυτό το λέω, για να δείξω ότι δεν έχω καμία επαφή με τη μόδα, οπότε δεν μπορώ να καταλάβω αν κάτι μεσολάβησε από τα κλειστά μαγαζιά, γιατί -και που ήταν ανοιχτά- ούτε καν τα πρόσεχα.

Όταν όμως περνάς από τη Βασιλίσσης Σοφίας και βλέπεις τις κλούβες μπροστά στη Βουλή και στο Μαξίμου, τους μπάτσους ακροβολισμένους να λιάζονται σα γελάδια στα πέριξ, χαλβαδιάζοντας τα ξένα γκομενάκια που κυκλοφορούν με τα αμάνικα και τα ξώφτερνα, απολαμβάνοντας την ανοιξιάτικη λιακάδα που δε βλέπουν ούτε ντάλα καλοκαίρι στην πατρίδα τους, σου είναι αδύνατο να πιστέψεις ότι ζεις στη χώρα του Αλιέντε.

Τι προστατεύουν κι από ποιον όλοι αυτοί ρε Πιτσιρίκο; Αποκλεισμένη η Ηρώδου του Αττικού για πεζούς κι οχήματα για ποιον λόγο;

Στάθηκα για λίγο στη γωνία, μπροστά από την έδρα της Προεδρικής Φρουράς και δεν άργησε να έρθει ένα καρακόλι, να με ρωτήσει αν θέλω κάτι. Ποιον; Εμένα. Το μισοριξιά.

«Εσύ τι θες;», του απάντησα. «Απαγορεύεται να στέκεστε εδώ κύριε», η κοφτή απάντησή του οργάνου. Μισή μερίδα άνθρωπος, όταν στέκεται πάνω από δίλεπτο στη γωνία Σοφίας και Ηρώδου, αναγορεύεται εχθρός του λαού και του κράτους της «Αριστεράς».

Κι εγώ ο δόλιος, αυτό που περίμενα ήταν να καμαρώσω το Γιωργάκη να βγαίνει απ’ το Μαξίμου καβαλώντας το ποδήλατο, παρέα με κείνον τον απίθανο, τον πώς τον λέγαν Γερουλάνο(;) ή την άλλη τη φιτ την Μπιρμπίλη – το θυμάσαι καθόλου όλον εκείνον το συρφετό;

Άντε μήπως και δω να βγαίνει ο Αντώνης ο Μακεδονομάχος, αντάμα με το Φαήλο και το Χρύσανθο κι έχουν στην παρέα τους τον Κάρολο (τι να γίνεται αυτήν η ψυχή, που έγινε πρόεδρος γιατί έλεγε καλά ανέκδοτα στον Αντρέα κι έκανε καλή παρέα με τη Μιμή, τη Βαγγέλω, τις χαρτορίχτρες και τον παπά Κατινά;)

Την έκανα με ελαφρά πηδηματάκια, αποφεύγοντας να δώσω συνέχεια, γιατί δεν είμαι σε φάση πια να τσακώνομαι. Να σε πνίγει η αηδία και να τρέχεις και στη ΓΑΔΑ για εξακρίβωση σαββατιάτικα δε λέει…

Προτίμησα να συνεχίσω. Σταδίου και Πανεπιστημίου, με το πού πέφτει το σκοτάδι, γεμάτες ζητιάνους, πρεζόνια κι άστεγους που άρχισαν να στρώνουν τις κουβέρτες τους μπροστά στις βιτρίνες των καταστημάτων που λίγο πριν έκλεισαν.

Δρόμοι μποτιλιαρισμένοι· άντε να πέσει ένας εξωγήινος, και να τον πείσεις ότι στη χώρα υπάρχει οικονομική κρίση.

Άνθρωποι καλοντυμένοι συνωστίζονται μπροστά στο Ζόναρς ή σε θέατρα, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τους κακόμοιρους που ζητιανεύουν και τους πάσης φύσεως μικροπωλητές που βρίσκονται δίπλα τους.

Σκουπιδαριό ατέλειωτο παντού.

Ο παμμέγιστος Καμίνης, φροντίζει μόνο να βγάζει δεκάρικους σε συγκεντρώσεις των «μένουμε Ευρώπη» με τη χαριτωμένη φωνή ευνούχου που διαθέτει.

Το ότι η πόλη έχει καταντήσει μια απέραντη χωματερή, του είναι παγερά αδιάφορο. Η επόμενη χρυσή εφεδρεία μετά το Λεβέντη.

Στο κομμάτι που σταματάει η πεζοδρόμηση της Ερμού, πρέπει να κάνεις ακροβατικά, για να μην πέσεις πάνω σε διερχόμενα αυτοκίνητα και να μην πατήσεις τους άστεγους που βρίσκονται σε μια ατέλειωτη σειρά στα πεζοδρόμια, δίχως να ενοχλείται κανείς από την ύπαρξή τους.

Στο Σάββα στο Μοναστηράκι δίπλα σε ένα παιχνιδάδικο, δεκάδες άτομα, νεαρής κυρίως ηλικίας, απολαμβάνουν τα τυλιχτά τους με θέα τους άστεγους.

Είμαστε πολιτισμένος λαός, Πιτσιρίκο μου.

Εμείς δε δέρνουμε τους απόκληρους, όπως κάνουν οι ψυχροί βόρειοι, ούτε καν τους εμπαίζουμε, ως συνηθίζουν οι Ίβηρες.

Γνήσιοι απευθείας απόγονοι του Λεωνίδα και του Θεμιστοκλή, αρκούμαστε να συμπάσχουμε μαζί τους, σαβουρώνοντας σουβλάκια μπροστά στους κολασμένους, απολαμβάνοντας το δράμα τους σα να βλέπουμε μπιγκ μπράδερ.

Κάθε συρμός του Μετρό ξέρναγε μιλιούνια νεαρών στον Κεραμεικό την ώρα που έδινα τέλος στον άσκοπο περίπατό μου.

Όσοι δε μιλούσαν στο κινητό τους έβγαζαν σέλφι.

Άσε που -λόγω κρίσης- όλοι τους γυρνάνε με σκισμένα τζην.

«Και μη χειρότερα» ήταν η μόνη φράση που έλεγε γελώντας ένας αλαφροΐσκιωτος στη γειτονιά μου. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτός ήταν ο τρελός της υπόθεσης.

Με όλη μου την αγάπη

Σ.Α.Μ.

Υ.Γ. Αν και πήρα μια κρυάδα, καθώς προσπαθούσα για ώρα μέχρι να βρω τη γυναίκα μου και να βεβαιωθώ ότι είναι καλά – εργάζεται στις Βρυξέλλες – μου έρχεται να ξεράσω, καθώς όλα τα τσοντοκάναλα κι όλα τα σάιτ μας έχουν πρήξει τ’ αρχ@@@α όλη μέρα. Εξαιρετικό το σχετικό κείμενό σου, «Είμαστε όλοι Βρυξελλιώτες», αν και πολύ φοβάμαι ότι ο Φώτης Χαβαλές της γνωστής τσοντοβόις έχει άλλη άποψη.

(Αγαπητέ Σ.Α.Μ., έτσι που τα γράφεις, με κάνεις να νιώθω νοσταλγία για την Ελλάδα. Εδώ δεν έχει ούτε άστεγους, ούτε ζητιάνους. Παράπονο το έχω να δω έναν, να θυμηθώ την πατρίδα. Το αγαπάω πολύ όλο αυτό το χάλι που περιγράφεις. Είναι το χάλι μέσα στο οποίο γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τους ξέρω σαν την παλάμη μου αυτούς τους δρόμους. Και μην είσαι άδικος. Έχω δει δεκάδες φορές ανθρώπους να αγοράζουν φαγητό -και σουβλάκια- για τους άστεγους. Βέβαια, αν τους πάρεις σουβλάκια από κάποια σουβλατζίδικα, μπορεί να τους δηλητηριάσεις. Άρα, τους προσέχουν και δεν τους δίνουν. Για τη μόδα, μη στενοχωριέσαι. Αν δεις εμένα, θα νομίζεις πως είμαι άστεγος. Χώρια που θα έρθει η μόδα και θα σε βρει. Γυρνάει η μόδα, οπότε κάποτε θα σε πετύχει. Και θα είσαι πρωτοπόρος πια. Την κατάλληλη στιγμή έφυγες από τις Βρυξέλλες, δεν λες και στην γυναίκα σου να έρθει στην Ελλάδα; Να είσαι καλά, Σ.Α.Μ. Βάρδα στεναχώρια!)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.