Στην «άγνωστη» ελληνίδα γιαγιά

Γεια σου πιτσιρίκο,
Αυτό εδώ δεν είναι γιατί θέλω να απευθυνθώ σε κάποιον ή θέλω να καταφέρω κάτι ή ευελπιστώ σε κάτι.
Αυτό εδώ είναι μια προσωπική εξομολόγηση –καθαρτήριο- της ψυχής απλά και μόνο για να νιώσω καλύτερα.

Θέλω να μιλήσω λοιπόν και θέλω να γράψω.

Θέλω να γράψω για πολλά που μου’ρχονται σαν κατακλυσμός συναισθημάτων. Θέλω να γράψω για τη γιαγιά μου την «Εμπη» , την Ευγενία (ως βαπτιστικό) που δεν ήταν ακριβώς γιαγιά μου αλλά φυσικά και ήταν.

Η μια από τις τρεις που είχα.

Το είχα ρωτήσει κιόλας μικρός στη μάνα μου «πώς γίνεται;» «γίνεται, εσείς έχετε τρεις» μου είπε…Φυσικά και γίνεται.

Μεγαλώσαμε μαζί, στην ίδια γειτονιά, γυναίκα του αδερφού του παππού μου, του Βασίλη (μαράζωσε στην κυριολεξία όταν τον έχασε), μέλος των οικογενειών μας με αγάπη για όλους μας, εγγόνια της μας αισθανόταν και παιδιά της τις μητέρες μας.

Σήμερα στον αποχαιρετισμό μου είπε η μητέρα μου πως τους είχε εκμυστηρευτεί πως παιδιά μπορεί να μην είχε αλλά βρήκε αγάπη στις οικογένειες μας.

Έζησε 93 χρόνια αλλά τι χρόνια…

Ορφανή από τα 5 της μεγαλωμένη σε ένα σπίτι που βρήκε πολύ μίσος αλλά αυτή αντίθετα είχε μόνο αγάπη να δώσει για όλους, μεγαλωμένη μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια με ένα κομμάτι ψωμί που μπορεί να το ζύμωνε η ίδια αλλά δεν το γευόταν η ίδια.

Αυτά τα λόγια όμως δεν τα γράφω γι’αυτή μόνο.

Γράφω για την ελληνίδα γιαγιά, αυτή την τσεμπεροφόρα, τη μαυροφορεμένη που δεν έβγαλε τα μαύρα αφού έχασε τον σύντροφο της ζωής της, που άοκνη, ακούραστη χωρίς να δυσανασχετεί μεγάλωσε τους πατεράδες, τις μανάδες μας, εμάς…

Αυτή, βγαλμένη μέσα από τη γη και την ύπαιθρο, αυτή που καλλιέργησε τη γη με τα ροζιασμένα της χέρια, που φρόντιζε τα ζωντανά για να θρέψει την οικογένεια, «ξάφνιασμα της φύσης» που σήκωσε (και σηκώνει) στους ώμους της τα τσουβάλια και τα πολεμοφόδια των παππούδων μας στα βουνά της Αλβανίας το ‘40 και της Ελλάδας μέχρι σήμερα, που κρατάει τα παιδιά πίσω στο σπίτι αλλά και το ίδιο το σπίτι, θεμέλιο ακλόνητο και στήριγμα του.

Θέλω να μιλήσω και θέλω να γράψω για τις γυναίκες αυτές που σιωπηλά γράψανε και γράφουν την ιστορία κάθε μέρα και που κανείς δε βρίσκεται να γράψει για αυτές διθυράμβους και παιάνες.

Κι όμως, ίσως έρθει μια μέρα που όπως έλεγε ο Χρόνης Μίσσιος στην ιστορία που θα κάνουμε, θα μαθαίνουμε τις ιστορίες των απλών ανθρώπων που πολέμησαν θεούς και δαίμονες για να επιβιώσουν, τις ιστορίες των γιαγιάδων μας και των παππούδων μας και όχι ηρώων υψωμένων τόσο ψηλά που δεν μπορούμε να τους αγγίξουμε.

Αλλά και πάλι, τι να τις κάνουν τις τιμές μας; Μέσα στην απλότητα τους, αυτές αρκούνται με τη χαρά τη δική μας κι ας μην είδανε χαρά οι ίδιες.

Θέλω να μιλήσω και θέλω να γράψω για τις γιαγιάδες της Λέσβου, της Χίου, της Ειδομένης που μπορεί να έχουν ένα κομμάτι ψωμί και θα το κάνουν δύο και τρία για να βοηθήσουν τον κατατρεγμένο, γιατί κι αυτές κατατρεγμένες υπήρξαν, άλλοτε πρόσφυγες των πολέμων και άλλοτε της φτώχειας που «αυτοδίδακτες» θαρρείς μάθανε να μοιράζουν αγάπη και μόνο αγάπη για τον πλησίον τους, χωρίς ανταλλάγματα˙ γιατί τους αρκούσε μόνο να βλέπουν τη δική μας χαρά.

Αντίβαρο στο μίσος, στον φθόνο, στη βία και τη δυστυχία… ποιο ευχαριστώ και ποια ευγνωμοσύνη να αρκεί γι’αυτά που μας προσφέρανε και προσφέρουν στην καλοσύνη της ανθρωπότητας;

Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει…

Να είμαστε καλοί άνθρωποι και να μαθαίνουμε στα παιδιά μας να γίνουν καλοί άνθρωποι φίλε.

Να δίνουμε αγάπη και αλληλεγγύη και να «γυρίζει», φίλε μου.

Μόνο αυτό μένει στην τελική. Να φύγουμε και να έχουν να πούνε μια καλή κουβέντα και για μας…

Να λένε «ήταν καλός, ήταν ωραίος άνθρωπος».

K.

Υ.Γ. Καλό ταξίδι γιαγιά! Θα βρεις και τον παππού εκεί. Σου άφησα με τρόπο χωρίς να με δούνε και ένα νόμισμα σήμερα, όπως είχα αφήσει και στον παππού, για να το δώσεις στον βαρκάρη. Καλό παράδεισο γιαγιά μου! Τον έχεις εξασφαλισμένο˙ γιατί αν δεν τον έχουν και άνθρωποι σαν εσένα, να πεις τότε Του Μεγάλου να το κλείσει κι αυτό το μαγαζί. Το κάτω άλλωστε πάει ήδη κατά διαόλου.

Αγαπημένα πρόσωπα
αγαπημένα μάτια
έρχονται σαν τα κύματα
και αφήνουν κατακάθια

(Αγαπητέ φίλε, είμαστε τυχεροί που γνωρίσαμε παππούδες και γιαγιάδες. Είχα κι εγώ μια γαγιά σαν την δική σας, την γιαγιά Σοφία. Να είστε καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.