Ερωτικός μετανάστης (Cosmopolitan σελ. 85,56)

Θα ’ναι πάνω από είκοσι χρόνια, Πιτσιρίκο μου, τότες που μας πήγαινε μία κι εμπλοκή το γερμανικό σε μια άκρη του Προτεκτοράτου, όπου η πουτάνα η πατρίδα μας πέταξε σε μια παροπλισμένη κωλομονάδα, χωρίς ποτέ να μάθουμε τι φυλάμε κι από ποιον, γιατί βλέπεις σ’ αυτά τα γκράβαρα ευδοκιμούσαν εξ από ανέκαθεν κάτι γκιούμια που, για να μη γίνουν γιδοβοσκοί, έκαναν καριέρα στην καραβάνα, ξεκινώντας από αρβυλοφύλακες και φτάνοντας – ανάλογα με το βύσμα και την εθνικοφροσύνη του καθενός – μέχρι να ’χουν και φαντάρο σωφέρ.

Διαθέτοντας πλειάδα τοιούτων στελεχών, η πατρίς φρονίμως ποιούσα, γιόμισε τον ξερότοπο στρατόπεδα, να βολεύονται με καμιά μετάθεση οι ντόπιοι καραβανάδες, να βρίσκουν κανέναν ένστολο γαμπρό οι άγαμες βλαχοπούλες, να βγάζουν και κανένα φράγκο οι καφενέδες, τα σουβλατζίδικα και τα κωλόμπαρα της περιοχής – τζερτζελές να γίνεται…

Στο πέρασμα του χρόνου, σαν ήρθαν στα πράγματα οι εκσυγχρονιστές, ο σοφός σημιτάνθρωπος γροίκησε ότι η ανάπτυξη δεν έρχεται μόνο με στρατόπεδα, γι’ αυτό έχτισε και Πανεπιστήμια στις παρυφές του Προτεκτοράτου και γνωρίσαμε τι εστί περιφερειακή ανάπτυξη δια της αναγόρευσης του κάθε απίθανου σε καθηγητή – της Περιστέρας μη εξαιρουμένης -, δια του πολλαπλασιασμού των καφετεριών, των μπαρ, των νεόδμητων διαμερισμάτων κλπ κλπ κλπ

Τότε ήταν που αποφάσισε κι ο Βαγγέλης να παντρευτεί.

Φίλος καρδιακός από όταν παίζαμε με τους βόλους ο Βαγγέλης, αναπληρωτής καθηγητής τότε, έχοντας μια παρεξηγημένη σχέση με κάτι θέματα θρησκείας κι ηθικής, βάλθηκε να στεφανωθεί την πρώτη συνάδελφο που γ@μησε στο νησί της Μυτιλήνης ή της Λέσβου (πέρασαν χρόνια από τότε και δε θυμάμαι – θα ρωτήσω τον Τσίπρα που ξέρει γεωγραφία να μου πει) απ’ τα 25 του.

Πρόβλημά του˙ δανεικά δε μας ζήτησε ο άνθρωπος, φίλος είναι, η γνώμη μας περιττή, η παρουσία μας επιβεβλημένη, σαλονικιά η νύφη, αρχιμπράτιμος η αφεντιά μου, φαντάρος στην άκρη του πουθενά, έχοντας φρικάρει από το χακί κι έχοντας κρεπάρει στη μ@λ@κία, τρανή ευκαιρία την είδα να γ@μήσω καμιά μπρατίμισσα.

Σκαντζάροντας τα νούμερα του σαββατοκύριακου, φύλαξα νυχτιές ολάκερες ένα στρατόπεδο με άχρηστα υλικά που περίσσεψαν απ’ το σχέδιο Μάρσαλ – ούτε μαθητευόμενος κλέφτης δεν καταδέχονταν να κλέψει κάτι από κει – για να μη βυσματώσω σειρά, μιας και άδειες δεν προβλέπονταν λόγω λειψανδρίας και, Σάββατο μεσημέρι την κοπάνησα με ένα σαραβαλάκι που είχα για αυτοκίνητο τότε για τη Σαλονίκη.

Στο γάμο κάναμε τα κονέ μας με τις φίλες της νύφης, κάναμε και τη μεταξύ μας μοιρασιά – αδιαφορώντας φυσικά αν εκείνες μας γούσταραν – και, ανέλαβε ο Βαγγέλης να φέρει σε επαφή τους τρεις κολλητούς του με τρεις φίλες της νύφης.

Άλλη μια βδομάδα νυχτοφύλακας, ξαγρυπνούσα όπως κάθε ευσυνείδητος έλλην σκοπός, φυλάγοντας τους εκτός μονάδας από τους εντός αυτής εφοδεύοντες, διότι ως γνωστόν, οι απέξω και το στρατόπεδο ολόκληρο να σηκώσουν, στ’ @ρχίδια σου˙ αν δε δεις έγκαιρα τον εφοδεύοντα καραβανά όμως που κόβει τον ύπνο του για να σε πηδήξει νυχτιάτικα, την εικοσάρα την έχεις στην τσέπη και παρακαλάς μην έχεις και τίποτα τραβήγματα με στρατοδικεία…

The next Saturday, νεκραναστημένος παρά την ταλαιπωρία, με την ελπίδα του πηδήματος, φεύγω φουριόζος με το σαράβαλο για Σαλονίκη.

Τι τα θες όμως … άνθρακες ο θησαυρός.

Για ακόμη μία φορά αποδείχτηκε αυτό το γ@μημένο το αξίωμα που λέει ότι η αναμονή μιας κατάστασης αξίζει πάντα περισσότερο από την ίδια την κατάσταση

Η Αθανασία – όχι, αυτήν του Αιγάλεω, του Βαγγέλη η γυναίκα – αντί να μας φέρει τα ξέκωλα που ζαχαρώναμε στο γάμο, μας κουβάλησε κάτι «κορίτσια της συγγνώμης» που θα ’λεγε ο σοφός Κατσιμίχας.

Είχε κι αυτήν τις ίδιες ηθικές εμμονές με το Βαγγέλη – ε, αν δεν ταιριάζανε δε θα συμπεθεριάζανε θα μου πεις.

Όπως ο άντρας της, επέμενε να ψάχνει θετικά στοιχεία σε κάτι χαμένα κορμιά σαν εμάς, που στις ηλικίες εκείνες μόνο το πού θα παρκάρουμε το peos μας απόψε μάς απασχολούσε, έτσι κι αυτήν πίστευε ότι οι τρεις χάριτες που μας κουβάλησε˙ καθηγήτριες άπασες, πιθανόν με γαλλικά και πιάνο, θα μας κινούσαν το ενδιαφέρον ως ηθικές, χαμηλοβλεπούσες και με άμεση την προοπτική διορισμού.

Σικέ το παιχνίδι Πιτσιρίκο.

Πιο στημένο κι από ματς μεταξύ Παναθηναϊκού και ΟΦΗ την περίοδο εκείνη, με το βάζελο να καίγεται για τη νίκη και το παιχνίδι να παίζεται στη Λεωφόρο. Ακόμα κι ο πλέον πορωμένος γάβρος, άσο το κάρφωνε στο ΠΡΟΠΟ.

Πας να δεις τέτοιον αγώνα; Να γ@μήσουμε ήρθαμε ρε Βαγγέλη, όχι να παντρευτούμε.

Άσε που ο Βαγγέλης είχε παραβεί κάθε κώδικα τιμής της παρέας. Οι χαμηλοβλεπούσες ήξεραν τα πάντα για μας˙ εμείς είχαμε απόλυτη άγνοια για κείνες.

Δεν παίζεται έτσι το παιχνίδι, ρε Βαγγέλη. Πιο καπάτσα βγήκε η Σαλονικιά. Φτου! Τζάμπα το ξενύχτι και το πηγαινέλα.

Τεσπα, για να σπάσω τον πάγο – οι άλλοι δυο είχαν κατεβάσει τα μούτρα προβοσκίδα – άρχισα να λέω διάφορα χαζά, παριστάνοντας τον αμέριμνο, ανάμεσα σε πίτσες και μπίρες που τρώγαμε στου Ευάγγελου και της Αθανασίας, εν αναμονή της εξόδου που είχαν κανονίσει άφτερ, σε πολιτιστικό κέντρο (όπως αποκαλούσε τω καιρώ εκείνω τα σκυλάδικα ο μέγας θεωρητικός του αυριανισμού Γιαννόπουλος) της παραλιακής.

Δε βαριέσαι, τουλάχιστον δε θα βλέπω χακί απόψε παρηγοριόμουν, ενώ οι άλλοι το έφεραν βαρέως ότι έφαγαν τόσα χιλιόμετρα, για να μείνουν με τον φούτσο στο χέρι.

Πάνω που άρχισε να ρολάρει κάπως το πράγμα, έκανε την εμφάνισή του ο σατανάς. Εκεί που άρχισαν να συμβιβάζονται όλοι με τα νέα δεδομένα, σκάει μύτη η Κριστίν. Όχι η Λαγκάρντ, ένας μούν@ρος, μια «φίλη» των κοριτσιών, κάπως απρόσμενα. Όχι πως δεν την ενημέρωσαν – της γειτονιάς ήταν – αλλά δεν την κάλεσαν κιόλας.

Οι δυο μ@λ@κες τη γ@μησαν ίσα με δέκα φορές έκαστος – δια των οφθαλμών πάντα – «φτύνοντας» με τρόπο άκομψο τα κορίτσια της συγγνώμης, οι δε χαμηλοβλεπούσες, ευχαρίστως την κομμάτιαζαν – το έβλεπες στα βλέμματά τους ότι δεν την πήγαιναν με τίποτα.

Μανεκέν δεν την έλεγες, ήταν όμως γ@μήσιμη κι είχε συναίσθηση ότι προκαλούσε. Αέρα θέλει η πουτ@νιά, κι από αέρα είχε μπόλικο η Κριστίν.

Επιβλήθηκε με το καλημέρα, έκανε το κομμάτι της, βρήκε κουταβάκια έτοιμα να κυλιστούν στη λάσπη για πάρτη της˙ μόνο εγώ δεν της έδωσα καμία σημασία κι όταν ήρθε η ώρα να την κάνουμε για το Μάκη, πήρα τα κορίτσια της συγγνώμης στο αυτοκίνητο κι ακολούθησα τους υπόλοιπους.

Κολακευμένες από τη συμπεριφορά μου, άρχισαν να μου ανοίγονται, αποκαλύπτοντάς μου όσα ήξεραν για μένα και τους φίλους μου (τα ’χωσα χοντρά στο Βαγγέλη αργότερα – δε «δίνουν» φίλους μ@λ@κ@ άντρα), λέγοντάς μου γιατί δε ζαχάρωναν την Κριστίν, κοντολογίς μέσα στην περίπου μια ώρα που φάγαμε μέχρι να φτάσουμε στο κέντρο, γίναμε φιλαράκια.

Στο κέντρο έκανα το κομμάτι μου, όταν την είπα στο σερβιτόρο που έμεινε παξιμάδι, καθώς όταν έφερε δυο μπουκάλια βότκα για τους υπόλοιπους κι ένα ποτήρι ουίσκι για μένα του εξήγησα πως όταν λέω ένα ουίσκι εννοώ μπουκάλι – αν ήθελα ποτήρι θα το είχα διευκρινίσει.

Μεταξύ μας, παίζει και να μην έχω πιει συνολικά ένα μπουκάλι ουίσκι σ’ όλη μου τη ζωή, αλλά εγώ την πλάκα μου ήθελα να κάνω.

Κάτι το ποτό, κάτι η παρέα, κάτι το πρόγραμμα που έλεγε, ακόμα και με τα δεύτερα που έβγαιναν αρχικά στην πίστα, άρχισε το κέφι να ανεβαίνει.

Όταν μάλιστα στο διπλανό τραπέζι έσκασε μύτη ο Άκης με κάτι άλλα άγνωστα – πιθανόν ντόπια – πασοκόσκυλα και κάτι δίμετρα τεκνά να τους συνοδεύουν, το θερμόμετρο ανέβηκε κατακόρυφα.

Ήταν η μέρα που είχε εγκαίνια η Έκθεση της Θεσσαλονίκης κι ο ωραίος Μπρούμελ του κινήματος των πράσινων χμερ ήρθε να κόψει τις κορδέλες, να ρίξει και μια γυροβολιά ο άνθρωπος.

Παιδί της πιάτσας, δέκα επίπεδα πιο κομψός κι άρχοντας μπροστά στους τραχανάδες που τον συνόδευαν, πάρκαρε τη γερμανίδα σπίτι – χεσμένη την είχε έτσι κι αλλιώς – έριξε στην τσέπη μια χούφτα μίζες κι έπαιζε με τα ξέκωλα που κάναν τούμπες για πάρτι του, με τρόπο που δεν προκαλούσε, αλλά το απολάμβανε ο πoύστης το ’βλεπες.

Σαν βγήκε ο Μάκης, στο μαγαζί έγινε ανάσταση.

Απορούσε ο Μάκης, απορούσε ο Άκης, απορούσα εγώ, απορούσαν όλοι˙ άπαντες χαθήκαμε στην απορία.

«Άντε γεια μας» να του λέω του Άκη, αγκαλιές, τραγούδια, φιλιά, λουλούδια, λικνίζαμε τα απολλώνια κορμιά μας στις καρέκλες, στα τραπέζια, τα σπάσαμε όλα και φυσικά, δεν πληρώσαμε γρόσι κείνο το βράδυ – όλα κερασμένα από τον Άκη.

Παρένθεση εδώ: για μια ακόμη φορά φωνάζω με όλη τη δύναμη της φωνής μου «λευτεριά στον Άκη τον καραμπουζουκλή».

Άρχοντας ο τύπος, Πιτσιρίκο. Κρίμα να σαπίζει τέτοιος κιμπάρης στο μπαλαούρο.

«Βάλτε το σημίτη μέσα ρε κουφάλες». Κι έξω που είναι δηλαδή, λεμονάδα πίνει ο ξενερουά και κατάσχει τα βρακιά που πουλάει ο νοικιαστής, για να πατσίσει τα βερεσέδια ο καρμίρης…

Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές τραγουδήσαμε μαζί με τον Άκη το «απορώ».

Στην κρίσιμη όμως στιγμή, όταν η αντίπαλη ομάδα έχει αποκοιμηθεί από το ατελείωτο πάσινγκ γκέημ της Μπαρτσελόνα, ο Τσάβες βγάζει την κάθετη κι ο φορ καρφώνει την μπάλα στο πλεχτό των αντιπάλων, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι με τόσες χιλιάδες πάσες, έχουν ξεχάσει οι άλλοι τι ακριβώς μπήκαν να κάνουν στο γήπεδο.

Όταν όλοι ήταν στο τσακίρ κέφι, έβγαλα το πουκάμισο και το έδωσα στην Κριστίν, άδοντας υπό το Μάκη «πήρες την καρδιά μου, πήρες το μυαλό μου, πάρε να φοράς και το πουκάμισό μου».

Μέχρι τότε, μόνο μια χειραψία ανταλλάξαμε όταν γνωριστήκαμε πριν κάποιες ώρες στο σπίτι.

Άλλη κουβέντα δεν είπαμε μέχρι κείνη τη στιγμή.

Όλοι οι υπόλοιποι τραγουδούσαν, χόρευαν, χαμένοι στους ρυθμούς και στο ποτό, ούτε που κατάλαβαν τι παίχτηκε.

Εγώ για να γ@μήσω πήγα.

Και γ@μησα Πιτσιρίκο.

Αρχοντικό γ@μήσι η Κριστίν.

Μη με βάλεις στο τζόγο να κάνω καμιά γλαφυρή περιγραφή˙ «κοσμοπόλιταν» είπαμε, όχι «ξέσκισέ με».

Οι άντρηδες κομπλάρουν, όταν βλέπουν θηλυκά με αέρα. Τις θέλουν, κ@βλώνουν μαζί τους, αλλά μέχρι εκεί. Ελάχιστοι έχουν το θράσος να κάνουν ένα βήμα παραπάνω.

Γι αυτό πολλές ωραίες γυναίκες είναι από @γάμητες, μέχρι κακογ@μημένες.

Τουλάχιστον αυτό διαπίστωσα από τις εμπειρίες που έχω (ανήκω στη συνομοταξία αυτών που κατουράνε κιόλας – μειοψηφία θλιβερή σε εποχές που άπαντες γ@μούσαν, χωρίς αυτόπτες μάρτυρες βέβαια).

Κείνο το βράδυ η τύπισσα, παριστάνοντας την άνετη, με γραδάριζε κι αναρωτιόταν μέσα της «τι σόι φρούτο είναι αυτό;»

Ε, στο τέλος το ’φαγε.

Απρόσμενα˙ είναι δεδομένο σε τούτον τον κόσμο, από κει δεν περιμένεις την τρως.

Χαράματα, ακούγαμε να φωνάζουν οι άλλοι τα ονόματά μας και να μας ψάχνουν μέσα σε κάτι χωράφια που χωθήκαμε για να πηδηχτούμε με την ησυχία μας.

Ευτυχώς δεν είχε βγει η Νικολούλη τότε˙ θα μου ‘μπηγε πάλι τις φωνές η μάνα μου «ρεζίλι μας έκανες».

Στην πορεία η Κριστίν αποδείχτηκε το ίδιο μικροαστή με τις υπόλοιπες.

Εν αναμονή του επερχόμενου διορισμού, ήθελε κι έναν γαμπρό˙ ήταν κι η μάνα της που την πίεζε…

Έτσι κάνουν όλες, από την εποχή του Μότσαρτ και μετά. Μάνες και κόρες. Κόρες και μάνες.

Περισσότερο ενδιαφέρον είχε η «τυχαία» ανακάλυψη των φωτογραφιών μου με τον Άκη τη βραδιά της κραιπάλης, από τη μάνα του λόχου.

Σε χρόνο dt έμαθε όλο το στρατόπεδο ότι αυτό το αναρχοκομμούνι ο ΣΑΜ είναι κωλόβυσμα, κολλητός του Άκη.

«Γαμάμε δυο κολλητές κυρ λοχία, εγώ φταίω;» του είπα με ύφος εξομολογητικό, που πρέπει να τον άγγιξε τόσο βαθιά, ώστε παρέλειψε να με ξεχέσει επειδή πάλι έκανα λάθος στο βαθμό του, ενώ ο άμοιρος έφαγε το σκατό με το κουτάλι για να μαζέψει τις σαρδέλες που καμάρωνε στο μπράτσο του.

Εκεί που είχα καταντήσει ταμειακή μηχανή από τις ποινές, ποιος να τολμήσει να μου πει κουβέντα μετά απ’ αυτό.

Άσε που ένα παλιογκιγκέρι σιδερογωνιάστρας μου έδωσε ολόκληρες κόλλες αναφοράς με τα προσόντα του, για να τις δώσω στον Άκη, να πάρει μετάθεση κοντά στο γκαβοχώρι του.

Ευτυχώς απολύθηκα πριν του έρθει η μετάθεση για τον Έβρο˙ χεχεχε.

Πριν από ένα – δυο χρόνια, εκεί που περπατούσα αμέριμνος στη νέα παραλία της Θεσσαλονίκης, άκουσα κάποια να με φωνάζει. Γύρισα, κι είδα μια μεγάλη κυρία, να μου γελάει και να έρχεται προς το μέρος μου, να με αγκαλιάσει.

Κάτι μου θύμιζε, αλλά δεν ήξερα τι…

Ναι. Ήταν η Κριστίν. Συμπαθητική, δε λέω, σε έκδοση δίφυλλης ντουλάπας πια, γερασμένη, κουρασμένη, δίπλα της έμοιαζα με ανίψι της. Πώς καταντάει ο άνθρωπος…

Ήπιαμε έναν καφέ και τα είπαμε για λίγο. Για κάτι παραπάνω ούτε λόγος. Πού ήταν εκείνη η κ@βλα που περπατούσε κι αναστάτωνε τ’ αρσενικά;

Έμαθα πως για την πάρτη της ένας άλλος λίγο μετά από μένα έγινε ερωτικός μετανάστης.

Με τα χρόνια, με τα παιδιά, με τη ρουτίνα, η σχέση τους ξέφτισε.

Τράβηξε ο καθείς το δρόμο του, χωρίς να πάρουν ποτέ διαζύγιο, παραμένοντας «φίλοι» υποτίθεται, χωρίς πάντως να κλαψομουνίσουν τον πόνο τους σε καμιά Τατιάνα.

Δε λέω κι εγώ γέρασα ρε Πιτσιρίκο, χώρια που είμαι μισοριξιάς κι αρρωστιάρης. Τουλάχιστον μοιάζω κάπως μ’ αυτό που ήμουν κάποτε (παρηγοριά στον άρρωστο, μέχρι να βγει η ψυχή του).

ΥΓ. Το βραβείο Cosmopolitan προτείνω να δοθεί στο Γαβρίλη με απευθείας ανάθεση και συνοπτικές διαδικασίες. Καλά να λες που βγήκε ο Καμίνης, τον μπινελικώνουμε και βγάζουμε λίγο άχτι. Πόσο θλιβερός μπορεί να είναι αυτός που καψουρεύτηκε την καρικατούρα της διαπλοκής κι είχε αρχιμπράτιμο το σκοτεινό αυτό τύπο, Μιχόπουλο; Φαντάζεσαι να είχε βγει με τη δική μου ψήφο; Δε θα πριόνιζα μονάχα τα χέρια˙ και τ’ @ρχίδια μου ΣΥΡΙΖΑ θα τα ’κοβα. Τζάμπα τον αγώνα που κάναμε ρε Γαβρίλη. Αν θεωρείς κ@βλέ τη φωτογραφία της καλής σου με φόντο το γίγαντα Τρύφων παραμονές γάμου, την Αθήνα πώς την οραματιζόσουν άραγε; Σαν τον Πύργο Ηλείας; Είσαι πιο λίγος και πιο ντεκαβλέ κι από ντανταϊστή μορμόνο!

Φιλώ σε Πιτσιρίκο μου
Σόρρυ για την πολυλογία

Σ.Α.Μ.

* Χωρίς απόδειξη στη σελίδα 69 – Με απόδειξη στην 85,56 (περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. 24%)

(Αγαπητέ Σ.Α.Μ., και κρεβατογεμίστρα, και Άκης και Μάκης. Ο Άκης ήταν γείτονάς μου. Τον έβλεπα στην Αρεοπαγίτου που έβγαζε το παιδί βόλτα και περπατούσε σαν να είχε συγκαεί, επειδή έχει κάποιο πρόβλημα με τα πόδια του. Όταν φυλάκισαν τον Άκη, άδειασε η γειτονιά. Χάσανε και οι Πακιστανοί στο γκαρά το πουρμπουάρ, γιατί ο Άκης ήταν και κιμπάρης. Από τον Μάκη θέλω να πάρω αυτόγραφο.
Δεν ξέρω γιατί το έχω αμελήσει τόσα χρόνια. Να είσαι καλά, Σ.Α.Μ. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.