Τζένη και Λίτσα

kolonoskopisi«Έλα ρε, πώς κάνεις έτσι; Μία κολονοσκόπηση είναι! Ένα τέταρτο το πολύ παίρνει. Μη φοβάσαι, γιατί με την αναισθησία δεν θα καταλάβεις τίποτα. Την έχω κάνει δυο φορές».

Αυτά μου έλεγε ο Παύλος, συνάδελφος μηχανικός, για να με καθησυχάσει λίγες μέρες πριν την προγραμματισμένη επίσκεψη στην μεγάλη Πολυκλινική.

Αυτόν ρώτησα, για να μάθω από πρώτο χέρι, αν πονάει η εξέταση του παχέος εντέρου και να ακούσω τις εμπειρίες του. Στην ίδια ακριβώς κλινική είχε και εκείνος εξετασθεί.

«Σε μία ώρα θα έχεις ξυπνήσει» συνέχισε, «Θα κάτσεις και άλλη μία ώρα στο κρεβάτι, για να συνέλθεις από την αναισθητική μέθη, και μετά θα φύγεις».

– Εκτός και εάν αποφύγεις την μέθη και κάνεις την εξέταση χωρίς αναισθησία. Σε μισή ώρα τότε, το πολύ, έχεις ξεμπερδέψει. Μετά μπαίνεις στο αυτοκίνητο σαν Κύριος και φεύγεις. Πονάει λίγο, αλλά εξαρτάται και από το χέρι του γιατρού.

Και σαν όλους τους ξερόλες μηχανικούς δεν απέφυγε να μπει και στα ενδότερα της ιατρικής επιστήμης και να μου πει για τις επικρατούσες τάσεις.

-Οι νέοι γιατροί προτιμούν την εξέταση υπό την επήρεια μέθης του ασθενούς, για να μην ενοχλούνται από τα βογγητά του και την αναγκαστική κινητικότητα του και οι παλιοί την κλασσική άνευ μέθης, για να αποφύγουν τυχόν αναισθησιολογικές επιπλοκές.

«Πού τα έμαθες όλα αυτά, ρε;» του είπα. «Είσαι κλασσικός σκατοξερόλας».

Και αμέσως, μπήκα στο κυρίως θέμα, που φαίνεται ότι υποσυνείδητά με απασχολούσε περισσότερο και από το αποτέλεσμα της εξέτασης.

-Έχω ακούσει ότι η πρώτη φορά, που μπαίνει κάτι από πίσω σου, είναι καθοριστική. Λες να μ’ αρέσει; Και να αρχίσω, να την κουνάω την αχλαδιά;» τον ρώτησα, τάχα στην πλάκα, αλλά κατά βάθος ανησυχούσα.

Το κατάλαβε και άλλο που δεν ήθελε, να αρχίσει να με στρεσάρει με διάφορες μ@λακίες.

«Μη φοβάσαι αγόρι μου. Σε αυτή την ηλικία δεν γίνεσαι πoύστης. Μεγαλύτερη πιθανότητα υπάρχει να σου ανοίξει λίγο ο κώλος, παρά να γίνεις αδελφή. Χα, χα…”

-Γιατί το λες αυτό; Σταμάτα να γελάς. Μην παίζεις με τον πόνο μου. Πες μου υπάρχει περίπτωση και να πονέσει δηλαδή;

-Όχι ρε μ@λάκα, αλλά να, αν πέσεις σε κανένα κωλόπαιδο γιατρό που δεν σε γουστάρει μπορεί να σου χώσει άγαρμπα το ενδοσκόπιο και να σε κάνει χωνί. Χα, χα…

Είχε όρεξη για πλάκα και συνέχιζε το καλαμπούρι.

-Να μην του πεις ότι είσαι γαύρος, γιατί ό ένας απο τους δύο, εκεί που θα πας, δεν θυμάμαι ποιος, είναι βάζελος. Είδα την ΠΡΑΣΙΝΗ πάνω στο γραφείο του. Χα, χα…

-Να μην πιάσεις επίσης κουβέντα για πολιτικά θέματα. Μην αρχίσεις τα διπλωματικά σου για την πολιτική κατάσταση και την λιτότητα. Θα καταλάβει αμέσως τι καπνό φουμάρεις. Τους μπερδεύω, ρε γαμώτο, αυτούς τους δύο γιατρούς της Πολυκλινικής. Αυτός που είναι γαύρος είναι και αντιμνημονιακός. Ξέρεις τι έκανε σε ένα Μενουμευρωπαίο τις προάλλες;

-Για λέγε ρε, για λέγε.

-Του έχωσε το ενδοσκόπιο τόσο βαθιά στον κώλο που δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Κόντεψε να τον ξεκάνει τον άνθρωπο. Τι το ήθελε και αυτός ο ηλίθιος, λίγο πριν από την επέμβαση, να του πει «Ένας Σόιμπλε μας χρειάζεται».

-Δηλαδή….. εξαρτάται σε ποιο γιατρό θα πέσω;

-Ε Ναι! Για την ασφαλιστική δεν το κάνεις; Αυτοί ορίζουν τον γιατρό, αν δεν θέλεις να πληρώσεις. Το πολύ-πολύ, αν σου περισσεύουν τρία κατοστάρικα, διάλεξε δικό σου γιατρό να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο.

Και, σαν φλύαρος που είναι ο φίλος μου ο Παύλος, μου έλεγε όλες τις σχετικές λεπτομέρειες.

-Μια μέρα πριν την εξέταση θα πάρεις ένα υγρό, για να καθαρίσει τελείως το έντερο. Είναι δυσάρεστο στη γεύση και θα αναγκάζεσαι να πηγαίνεις συνέχεια στη τουαλέτα.

-Δύο μέρες πριν, απόφυγε κρέατα και σάλτσες, για να προλάβει την επόμενη να καθαρίσει το έντερο με το φάρμακο.

-Από το μεσημέρι και μετά της προηγούμενης μέρας μόνο υγρά. Να καμιά τοματόσουπα η άντε το πολύ κανένα φιδέ.

«Τα κατάλαβες;» με ρώτησε. «Και να μην τα κατάλαβες θα στα δώσουν γραμμένα από την Ασφαλιστική. Έλα, έλα ησύχασε…».

Είπε και άλλα πολλά, που άλλα με τρόμαξαν και άλλα μου φάνηκαν αδιάφορα.

Μέχρι που έφθασε η μέρα εκείνη, που θα πήγαινα για την περιβόητη εξέταση της κολονοσκόπησης.

Είχα σιχτιρίσει με την προετοιμασία και το τσιρλιό που με είχε πιάσει.

Το στομάχι μου ήταν άδειο από την δίαιτα της προηγούμενης μέρας και είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, μόλις τέλειωνα, να χτύπαγα την φρατζόλα-βάρκα, που φτιάχνει ο Θανάσης στη Χαριλάου Τρικούπη και την γεμίζει με διπλό λουκάνικο, ντομάτα, μαρούλι, πατάτες, τυροσαλάτα, μαρούλι, κέτσαπ, μουστάρδα και extra βραστό αυγό.

Διστακτικά πέρασα την πόρτα της πολυκλινικής. Κοίταζα γύρω-γύρω για να βρω το τμήμα υποδοχής.

Μέχρι που το βρήκα.

Έδωσα τα στοιχεία μου, με έβαλαν να συμπληρώσω ένα κατεβατό με άχρηστες πληροφορίες, -τι τους ενδιαφέρει τι δουλειά κάνω, πόσα παιδιά έχω και πότε εκπλήρωσα τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις- τέλος πάντων, εξήγησα στην κοπέλα της γραμματείας ότι η εξέταση είναι στα πλαίσια ενός ασφαλιστικού προγράμματος.

Τα διάβασε προσεχτικά, αυτά που έγραψα, έκανε και κάποιες δικές της προσθήκες και μου ζήτησε στο τέλος να συμπληρώσω κάποια στοιχεία του ερωτηματολογίου, που είχα αφήσει κενά.

-Τελειώσαμε; την ρώτησα.

Με τα γραπτά ναι, μου απάντησε χαριτολογώντας. Δώστε μόνο λίγη προσοχή σε αυτά που θα σας πω.

Και άρχισε, το μ@λακισμένο ,να μιλάει ασταμάτητα.

-Η εξέταση θα γίνει από τον Υφηγητή Γιώργο Ξένο στο 205. Θα σας προετοιμάσει η βοηθός του, η Βούλα Δεσποτίδου, στο 203.

-Εάν κάνετε προετοιμασία με μέθη, πριν πάτε στον Υφηγητή, θα δείτε την αναισθησιολόγο μας στο 204, για να υπογράψετε την δήλωση αποποίησης ευθύνης.

-Τα αποτελέσματα θα τα παραλάβετε την επομένη από την Προϊστάμενη του Γαστρεντερολογικού στο γραφείο 206.

-Τα έντυπα αποδοχής των όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου, εφόσον τα αποτελέσματα είναι ικανοποιητικά, θα τα υπογράψετε στο γραφείο του Υπεύθυνου ασφαλιστικών εταιρειών στο 207.

-Αν έχετε αφήσει το αυτοκίνητό σας στο υπόγειο parking, θα πρέπει, πριν αποχωρήσετε, να ενημερώσετε στο 212 τον υπεύθυνο στάθμευσης. Αυτός θα σας δώσει το ένταλμα για την εξόφληση σύμφωνα με τον χρόνο της παραμονής τους αυτοκινήτου. Η εξόφληση του θα γίνει στο Ταμείο 3, στο ισόγειο.

-Αν είστε επιχειρηματίας και το ασφαλιστήριο εκδοθεί επ’ ονόματι της Εταιρείας σας θα πρέπει εντός 3 ημερών να προσκομίσετε Καταστατικό, Πρακτικό του ΔΣ και βεβαίωση από το ΓΕΜΗ. Θα τα παραδώσετε στο 318, στην Business Customers Accountant.

-Το ασφαλιστήριο, εφόσον είσαστε στέλεχος εταιρείας, θα πρέπει να υπογραφεί από την Υπεύθυνο Πιστωτικού Ελέγχου, τον Κύριο Τάσο Λούφα.
Θα είπε σίγουρα και άλλα πολλά. Πού να τα θυμάμαι όμως;

Μου την έδωσε άλλωστε με όλη αυτή την ακατάσχετη λογοδιάρροιά της. Μου ερχόταν να της κλείσω το στόμα με καμία πατσαβούρα η κανένα στουπί. Προτίμησα όμως τον διάλογο.

«Ρε συ κοπελιά, ηρέμησε. Για κολονοσκόπηση ήρθα» της είπα, «Δεν ήρθα να με προσλάβετε για Προσωπάρχη. Τι με ενδιαφέρει η οργανωτική σας σύνθεση;».

-Μην αρπάζεστε κύριε. Γιατί μετά θα έχετε απορίες και θα ρωτάτε τον γιατρό, που να πάτε και τι να κάνετε. Είμαι υποχρεωμένη σύμφωνα με τις εσωτερικές μας διαδικασίες. Ηρεμήστε. Το ξέρω, η κολονοσκόπηση δημιουργεί εκνευρισμό. Αλλά μην ανησυχείτε. Σας τα έχω εδώ γραμμένα. Ορίστε, όλες οι έντυπες οδηγίες μας.

-Αν είναι έτσι, αλλάζει. Γιατί, για να θυμηθώ όλα αυτά, θα πρέπει να είμαι αυτιστικός πέμπτου βαθμού.

-Χα, χα… Έχετε πλάκα Κύριε. Μακάρι να ήταν όλοι οι ασθενείς μας έτσι. Ξέρετε τι Χριστοπαναγίες ακούμε από ορισμένους;

-Ε ! Συμβαίνουν αυτά. Είστε πάντως ευγενική και εξυπηρετική. Πώς σας λένε δεσποινίς;

-Μαρία…αλλά είμαι αρραβωνιασμένη.

-Χαίρω πολύ, Αλέξης. Εγώ είμαι παντρεμένος με δύο παιδιά.

-Χα, χα… Συγνώμη που σας είπα ότι είμαι αρραβωνιασμένη, αλλά να… μου την πέφτουν πολλοί.

– Εμένα να με συγχωρέσεις, που σου είπα ότι είμαι παντρεμένος. Αλλά και παντρεμένος να μην ήμουνα, δεν υπήρχε περίπτωση να σου την πέσω. Μιλάς πολύ.

-Δηλαδή, η γυναίκα σας δεν μιλάει;

-Μιλάει πάρα πολύ. Και μου την θυμίζετε, έτσι όπως μιλάτε και εσείς ακατάσχετα.

Λίγο ακόμη, και είτε θα αρπαζόμαστε, είτε θα κανονίζαμε κανένα ραντεβού. Κι ας ήταν εκείνη αρραβωνιασμένη και εγώ παντρεμένος.

Ευτυχώς η δυστυχώς, την φώναξε ο γιατρός, για να παραλάβει το φάκελο και να με ενημερώσει να πάω στο γραφείο του.

Είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή.

Τα πρώτα συμπτώματα του φόβου για την εξέταση άρχισαν να γίνονται φανερά.

«Ηρεμήστε Κύριε. Κολονοσκόπηση θα κάνουμε.» μου είπε, «Δεν θα κάνουμε εγχείρηση ανοικτής καρδίας. Χα, χα… Για να δω και τον φάκελο με το ιστορικό σας».

Τον άνοιξε και τού έριξε μια γρήγορη ματιά .
«Συνομήλικοι βλέπω ότι είμαστε. Μηχανικός, μάλιστα…» Ήταν οι πρώτες του κουβέντες, καθώς περνούσε γρήγορα τις απαντήσεις του ερωτηματολογίου.
Μέχρι που είδα ξαφνικά το πρόσωπο του να εκπλήσσεται ευχάριστα και να μου λέει.

– Μπα; Τι βλέπω στο φάκελο σας; Υπηρετήσαμε και στο Ναυτικό. Μώρέ μπράβο! ΄Και εγώ Ναυτικό υπηρέτησα. Για να δω ..για να δω , πότε υπηρέτησες. Όχι ρε! Δεν το πιστεύω. Την ίδια περίοδο είμαστε. Να μιλάμε στον ενικό; Πως σε λένε, ρε κληρούχα;

-Αλέξη. Φυσικά και να μιλάμε γιατρέ στον ενικό.

-Εμένα Γιώργο. Λοιπόν Αλέξη, έλα, πλάγιασε τώρα να ξεκινήσουμε.

Αφού έδειξε αυτή την οικειότητα από την αρχή και μου μίλησε στον ενικό, πήρα θάρρος και τον ρώτησα.

-Μπορείς ρε Γιώργο με λίγα λόγια να μου εξηγήσεις τι θα κάνουμε;

Α! Όλα κι όλα. Καλός ο ενικός, αλλά, όταν ξανοίγεσαι, μπορείς να βρεις τοίχο. Φάνηκε ότι ο γιατρός ήθελε να μου κόψει τον αέρα που πήρα.

– Ιατρική άνευ διδασκάλου, δεν υπάρχει, κληρούχα. Έξι χρόνια φάγαμε στο Πανεπιστήμιο και άλλα τρία στην ειδίκευση και θέλεις μέσα σε δύο λεπτά να σου μάθω για την κολονοσκόπηση;

«Ωχ, με μ@λάκα έμπλεξα» σκέφτηκα. Και για να μη φανεί ότι κόμπλαρα, πέρασα αμέσως στην αντεπίθεση.

-Και εγώ ρε γιατρέ πέντε χρόνια Πολυτεχνείο έκανα και αλλά δέκα σε μια Πολυεθνική με τρέχανε από course σε course για να πάρω ειδίκευση στα ενεργειακά. Αλλά όταν με ρωτάει ο πελάτης, πώς θα του φτιάξω από βαμβακόσπορο καύσιμο για την ατμογεννήτρια του, κάθομαι και του εξηγώ με απλά λόγια πως γίνεται η παραγωγή.

«Δηλαδή, τι θέλεις τώρα ρε κληρούχα;» μου είπε παίρνοντας εκείνο το ψαρωτικό ύφος που έχουν οι γιατροί, όταν οι ασθενείς τους ζαλίζουν με ερωτήσεις.

«Να κάνουμε μάθημα θέλεις;» συνέχισε με λίγο πιο επιθετικό ύφος.

– Ξέρεις τι είναι ο μυϊκός χιτώνας και η υποβλεννογόνιος; Έχεις ακούσει για το ανιόν και το εγκάρσιο κόλον; Το σιγμοειδές και το ορθό; Κολονοσκόπηση ήρθες να κάνεις. Όχι μάθημα γαστρεντερολογίας.

Τον είδα ξαφνικά λίγο χαλαρό. Γελούσε μόνος του με την εξυπνάδα που πέταξε.

Το έχουν όμως οι γιατροί αυτό και τους παραδέχομαι. Πώς, από εκεί που είναι σοβαροί, το ρίχνουν στο αστείο. Πήρα θάρρος και είπα να μην το αφήσω ασχολίαστο.

-Όχι δεν ξέρω και ούτε έχω ακούσει. Αλλά ούτε και οι πελάτες, οι δικοί μου, ξέρουν τον κύκλο Rankin, την ενθαλπία και την εντροπία, τον δείκτη Wobee και τον ανυσματικό βαθμό των πεδίων ροής της απόσταξης. Δεν τους πουλάω επιστήμη, γιατρέ. Κάθομαι και τους λέω με απλά λόγια, ότι μαζεύουμε τους σπόρους, τους πάμε σε μια μηχανή σύνθλιψης, το εκχύλισμα το επεξεργαζόμαστε με θειικό οξύ και αυτό που παίρνουμε από τον πάτο του καζανιού το στέλνουμε σε ένα μεγάλο μεταλλικό δοχείο που είναι ο πύργος απόσταξης. Το απόσταγμα είναι το καύσιμο τους. Κατάλαβες γιατρέ;

-Έλα, έλα όλο τους έξυπνους κάνετε εσείς οι μηχανικοί! Χα, χα… Θα περάσουμε ωραία σήμερα. Λοιπόν. Το βλέπεις αυτό;

-Ναι. Τι είναι;

-Ένας εύκαμπτος σωλήνας μήκους ένα και είκοσι.

-Ευχαριστώ! Και αυτό το καβλί, συγνώμη γιατρέ για την έκφραση, στη άκρη του, τι είναι;

– Αυτό κληρούχα είναι μια μικροκάμερα και θα μπει μαζί με το σωλήνα, όλο από πίσω σου. Όλο αυτό το εργαλείο, το λέμε ενδοσκόπιο.

-Θα χωρέσει όλο μέσα; Πώς; Πού θα ξέρεις που βρίσκεσαι;

-Μη σε νοιάζει. Θα το βολέψουμε. Χα,χα… Φουσκώνουμε το έντερο με διοξείδιο του άνθρακα για να βλέπουμε καλύτερα στην οθόνη. Δεν πηγαίνουμε στην τύχη

-Και μέχρι που θα φτάσουμε;

-Μέχρι το τυφλό. Εξ’ ου και η έκφραση «Της έσκισε το τυφλό».

– Δεν σε ρωτάω τι είναι το τυφλό, αλλά μπράβο σου γιατρέ. Είσαι παιδί τζιμάνι. Τώρα, κληρούχα, τα είπες απλά και όμορφα. Αναισθησία με μέθη, δεν θα κάνουμε;

-Εγώ τέτοια δεν κάνω. Εγώ είμαι της παλιάς σχολής. Τα τρυφερά κωλαράκια τα προσέχω, κληρούχα. Χα, χα…

«Όχι, ρε πούστη μου» σκέφτηκα. «Και τώρα τι κάνουμε; Δεν είναι σωστό να σηκωθώ να φύγω. Μπορεί να παρεξηγηθεί. Θα πάει στράφι και όλη η προετοιμασία με αυτό το γαμημένο το καθαρτικό. Δεν γαμιέται. Ένα αγγούρι που είναι να μπει -και εννοώ το ενδοσκόπιο, να μην παρεξηγηθούμε-ας μπει».

Το έβαλε στην αρχή μαλακά το εργαλείο, ο Ξένος. Ήταν και ευγενικός μαζί μου. Με ρωτούσε συνέχεια.

-Σε πονάω κληρούχα; Δεν σε πονάω. Έτσι;

-Όχι δεν με πονάς, του απαντούσα, αλλά έπαιρνα κιόλας βαθιές αναπνοές.

-Και δεν μου λες ρε, σε ποια μονάδα υπηρέτησες;

-Στα ελικόπτερα. Στα ελικόπτερα του Πολεμικού Ναυτικού, στην Αμφιάλη.

– Όχι ρε, δεν είναι δυνατόν. θα με τρελάνεις. Ρε στην ίδια μονάδα είμαστε. Δεν είναι δυνατόν. Σπάω το κεφάλι μου να σε θυμηθώ. Πρέπει να έχεις αλλάξει, γιατί δεν μου έρχεται στο μυαλό μου η φάτσα σου. Ήσασταν και πολύ μηχανικοί σε εκείνη την ΕΣΣΟ. Ήσασταν όλοι σας τσάτσοι, θυμάμαι. Σας είχαν βολέψει στα γραφεία. Όλο σημειώματα για να σας γράφω αναρρωτικές άδειες απο ναυάρχους μου έρχονταν. Κωλόπαιδα! Ε κωλόπαιδα! Χα, χα…Τι ωραία χρόνια!

Σε αυτό ο γιατρός άδικο δεν είχε. Κάθε πρωί, ο βλάσφημος Διοικητής της μονάδας- αρχιπλοίαρχος τότε και φανατικός οπαδός του Πανιώνιου- φώναζε τον γιατρό της μονάδας στο γραφείο και του έλεγε σε ποιόν ναύτη να δώσει αναρρωτική.

Πρώτος σκόρερ στις αναρρωτικές ήταν ένας συμφοιτητής μου από το Μετσόβιο, ο Βαγγέλης ο Μπουρδάμπαχας.

Μαζί πήραμε δίπλωμα, μαζί στην προπαίδευση και μετά στις μεταθέσεις, τύχαμε στην ίδια μονάδα. Στην ίδια παρέα όμως η έστω και σε κανένα εργαστήριο δεν είχαμε ποτέ συμπέσει στο φοιτητικό μας παρελθόν. Τον ήξερα, με ήξερε. Τίποτα περισσότερο.

Όταν όμως βρεθήκαμε στην ίδια Υπηρεσία του Ναυτικού -μαζί περπατούσαμε από το στρατόπεδο του Κανελλόπουλου, που πήραμε τα φύλλα πορείας, απέναντι στην βάση με τα Ελικόπτερα- ε τότε αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας.

Κολλητοί, πάλι δεν γίναμε Στην μονάδα μέσα κάναμε παρέα μόνο στις βάρδιες, γιατί ήμασταν σε διαφορετικά γραφεία. Μου είχαν κάνει όμως μεγάλη εντύπωση οι πολλές άδειες που έπαιρνε.

Και ήρθε σήμερα ο γιατρός, κατά την διάρκεια μιας εξέτασης κολονοσκόπησης, να μου λύσει την απορία. Την ώρα μάλιστα, που έβλεπε στην οθόνη το έντερο, μιλούσε κιόλας.

«Ρε κληρούχα; Θυμάσαι τον Μπουρδάμπαχα» με ρωτάει σε κάποια στιγμή, που δεν χάζευε το έντερο μου στην οθόνη.

-«Ωχ !» σκέφτηκα από μέσα μου, «Αν αρχίσει με τον Μπουρδάμπαχα, σίγουρα θα πάει στον Λίβα και μετά στον Πετσάγκουρα. Να δεις που θα καταλήξει στην Σουζάνα».

Δεν υπάρχει ναύτης που έκανε θητεία τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 στο Πολεμικό Ναυτικό και να μην είχε γαλουχηθεί με τους αστικούς μύθους για αυτά τα πρόσωπα. Με την νοσταλγία των αναμνήσεων, που είχε αρχίσει να πιάνει τον γιατρό, ήμουνα σίγουρός ότι δεν επρόκειτο να γλυτώσω από αυτό το μαρτύριο.

Όλους αυτούς τους θυμόμουνα. Ναι, είναι αλήθεια . Και τώρα που έβλεπα και τον γιατρό σκυμμένο στην οθόνη, τον θυμήθηκα στα σίγουρα. Μπορεί να είχε παχύνει πολύ με τα τόσα χρόνια που πέρασαν και να είχαν τα μαλλιά του ψαρώσει, αλλά, όσο περισσότερο τον παρατηρούσα, τόσο πιο έντονα μου ερχόταν ο έφεδρος αξιωματικός, γιατρός Γιώργος Ξένος.

Ναι, τώρα τον θυμήθηκα καλύτερα. Ένα παιδί σεμνό από επαρχία ήτανε.

Παρέες κοινές δεν είχαμε, αλλά στα καλαμπούρια και τον χαβαλέ της βάρδιας -όταν τύχαινε να είναι «ένδον»- πάντα έπαιρνε μέρος.

Είχαμε καλές σχέσεις. Μου ζητούσε το ΦΩΣ τα πρωινά της Δευτέρας, για να δει την κριτική από την δημοσιογραφική σκοπιά των γαύρων, του ζητούσα καμία διήμερη αναρρωτική για να μην κάνω νυχτερινή βάρδια, όταν είχαν ασκήσεις επιφυλακής τα ελικόπτερα. Και με τον γιατρό πολλά κολλητηλίκια, επίσης δεν είχαμε.

Όταν βέβαια απολυθήκαμε, ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Ούτε τηλέφωνα δεν αλλάξαμε.

Τον είχα ξανασυναντήσει μόνο από τύχη μια μέρα, αρχές του ’90, στην Πάρο. Κάτι πρέπει να είχε γίνει-προσπαθούσα τώρα να θυμηθώ τι- και είχαμε μισοπαρεξηγηθεί. Για κάποια πιθανόν ασήμαντη αφορμή.

Πού να θυμάμαι όμως τώρα με το κολονοσκόπιο από πίσω μου; Ποιος ξέρει μπορεί αργότερα στην εξέλιξη της μικρής αυτής ιστορίας να θυμηθώ.

Εκείνος όμως, ο γιατρός που με εξέταζε, είχε όρεξη.

-Με φωνάζει που λες κληρούχα ένα πρωινό ο Διοικητής, τι ωραίος τύπος που ήτανε, και μου λέει.

«Μπάρναρντ», έτσι με φώναζε από το γνωστό καρδιοχειρουργό, ¨«γράψε σε αυτό τον τσάτσο, τον Μπουδάμπαχα, που έχει αδελφή την Τζούλια, την πιο μουνάρα αεροσυνοδό της Ολυμπιακής, μια πενθήμερη αναρρωτική».

-Είχα θάρρος με τον Διοικητή, κληρούχα. Του έγραφα φάρμακα για την πεθερά του, της έπαιρνα και την πίεση, οπότε δεν δίστασα να τον ρωτήσω
«Κύριε Διοικητά, από τι να γράψω ότι υποφέρει; Τα έχω εξαντλήσει όλα. Κεφαλαλγίες, ισχιαλγίες, νευραλγίες, στομαχικές αδιαθεσίες, ό,τι υπάρχει στην Γενική Παθολογία το έχω γράψει. Θα κάνει κανένα έλεγχο ο αρχίατρος του ΝΝΑ και θα με χώσει μέσα».

Και τι μου απαντάει ρε κληρούχα;

Με ενδιέφερε να μάθω, πώς ο Μπουρδάμπαχας έλειπε συνέχεια από την μονάδα. Άρχισα να υποψιάζομαι ότι ΄κάτι πρέπει να παιζότανε με τον Διοικητή μας και την μεγάλη αδελφή του συμφοιτητή μου. Την όμορφη Τζούλια.

«Τι σου απάντησε, ρε γιατρέ» τον ρώτησα.

«Ας τολμήσει να πειράξει τον Μπουρδάμπαχα! Η και εσένα! Την επόμενη θα τον στείλουν σε αντιτορπιλικό». Ακούς, ρε κληρούχα;

Τον άκουγα τον γιατρό. Παρά το γεγονός ότι άρχισα λίγο να πονώ από την ολοένα και βαθύτερη εισδοχή του κολονοσκοπίου. Είχα όμως και εγώ τις απορίες μου.

-Καλά ρε γιατρέ, ποιόν είχε για οχτάρι ο Μπουρδάμπαχας; Κανένα αρχηγό ΓΕΝ;

-0χι ρε μ@λάκα.! Την αδελφή του, την Τζούλια, είχε!

– Γουστάρω γιατρέ να ακούω τέτοια. Μη μου πεις, ότι ο Διοικητής η κανένας ΑΓΕΝ την είχε γκόμενα. Τρελαίνομαι για τέτοιες ιστορίες.

-Κανένας δεν την είχε γκόμενα την Τζούλια, κληρούχα. Η Τζούλια, μ@λάκα κληρούχα, ήτανε η κολλητή μιας αεροσυνοδού που την είχε γκόμενα ο μεγάλος Προέδρος της δημοκρατικής Κυβέρνησης. Ήταν στο πλήρωμα καμπίνας, που μετέφερε τον μεγάλο μας αρχηγό στα ταξίδια του στο εξωτερικό. Είχανε πάει, η Τζούλια και η φίλη της, μαζί με τον Πρόεδρο κάνα δύο φορές και στην Ρίτα Σακελλαρίου. Ξέρανε να διασκεδάζουν τότε. Αχ…

Κολονοσκοπούσε ο γιατρός και νοσταλγούσε τα όμορφα χρόνια του σοσιαλισμού.

-Ωραίες εποχές, κληρούχα. Ωραίοι Πρωθυπουργοί. Γ@μούσαν γκόμενες, όχι ανθρώπους. Αυτοί οι ξενέρωτοι, που εμφανίστηκαν τελευταία, να γαμούν κοσμάκη μόνο ξέρουν. Τέλος πάντων. Πως σε είπαμε, ρε κληρούχα, ότι σε λένε; Αλέξη;

Με ένα σκέτο «ναι» απάντησα, γιατί δεν ήθελα να θυμηθεί κάτι περισσότερο. Ποιος ξέρει-και ούτε και εγώ θυμόμουνα ακόμη- για ποιο λόγο είχαμε παρεξηγηθεί εκείνο το καλοκαίρι στην Πάρο.

Εκείνος όμως, όλο στο όνομα μου γυρόφερνε την συζήτηση.

– Κάτι μου λέει αυτό το Αλέξης. Πού θα πάει, ρε πούστη μου, θα σε θυμηθώ. Άκου να είμαστε και συνάδελφοι στη μονάδα στα Ελικόπτερα!

Εκείνος τον χαβά του. Ήθελε σώνει και καλά να κάνει μνημόσυνο στη ναυτική μας θητεία. Πέρασε τώρα στον Λίβα. Και ας μην παραπονιούνται οι αναγνώστες, γιατί τον είχα αναφέρει λίγες γραμμές πιο πάνω.

-Τον θυμάσαι ρε τον Λίβα, τον μηχανικό; Που τον έστειλα στο ΝΝΑ με εγκαύματα 2ου βαθμού.

Αν τον θυμόμουνα, λέει; Και φυσικά τον θυμόμουνα.

«Δεν ήταν όμως Λίβας το όνομα του» του απάντησα για να ξεχνάω τον πόνο της βαθιάς εισδοχής, που είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητικός.

-Αλλιώς τον λέγανε. Δεν θυμάμαι τώρα. Λίβας ήταν το παρατσούκλι του, γιατί είχε κάψει δύο κινητήρες αντιτορπιλικών. Είδανε και αποείδανε στο Πεντάγωνο, τι άχρηστο είχανε βάλει, και τον διώξανε με μετάθεση, από τον Ναύσταθμο στα Ελικόπτερα.

-Σοβαρά ρε, κληρούχα; Και εγώ νόμιζα ότι τον λέγανε έτσι και στο φύλλο πορείας για το ΝΝΑ έγραψα Λίβας. Χα, χα…

-Πονάω λίγο, αλλά με κάνεις και γελάω. Ρε μαλάκα, ο Λίβας, που τον πήγες με εγκαύματα , είχε κάψει την γεννήτρια της μονάδας. Μετά τον βάλανε στο άγημα της Πυροσβεστικής και κάηκε ο μ@λάκας και σε μια άσκηση.

-Ναι ρε τον μ@λάκα. Αυτός και καφέ να έψηνε θα άρπαζε φωτιά. Ήταν τόσο ηλίθιος Χα,χα… Σε πονάω; Έχουμε μπει γύρω στους είκοσι πόντους. Όσο την είχε και ο ναύτης Πετσάγκουρας. Τον θυμάσαι ρε; Τρομάξαμε στην προπαίδευση, μόλις τον είδαμε γυμνό.

Σας τα έλεγα εγώ. Από τον Λίβα θα πήγαινε στον Πετσάγκουρα, ο γιατρός.
Τέλος πάντων.

Ο αστικός μύθος των ναυτών, που πέρασαν από την επίλεκτη αυτή μονάδα, για τις διαστάσεις και την μορφή του πέους του Πετσάγκουρα έχει πολλές εκδοχές.

Μία εκδοχή αναφέρει ότι ήταν τόσο μεγάλο -το πέoς – που του έδωσαν μια σκελέα δύο νούμερα μεγαλύτερη.

Μια άλλη αναφέρει, ότι τον είδανε στην τουαλέτα να κατουράει και τον κρατούσε σφιχτά με τα δύο του χέρια, για να τον κουμαντάρει.

Υπάρχει και μία τρίτη, αλλά δεν υπάρχουν πιστοποιημένοι μάρτυρες για την επιβεβαίωση της. Τον είχανε βάλει, τον Πετσάγκουρα, στα μαγειρεία να ξεφορτώνει πατάτες, ντομάτες και μελιτζάνες. Το μεσημέρι, φεύγοντας για την έξοδο, τον σταμάτησε στην επιθεώρηση ένας ανθυποπλοίαρχος και του είπε να βγάλει την μελιτζάνα που νόμιζε ότι είχε βάλει στο παντελόνι της στολής του.

Και ενώ όλα αυτά μου ερχόταν στο μυαλό, ο γιατρός προχωρούσε βαθύτερα και το ένοιωθα. Το τελευταίο λοιπόν που θα με ενδιέφερε ήταν πόσους πόντους την είχε ο Πετσάγκουρας. Δεν έδωσα συνέχεια και φαίνεται το κατάλαβε ο γιατρός.

Πήρε πάλι το σοβαρό του, κοίταζε την οθόνη και κάθε τόσο με ρωτούσε:

-Σε πονάω κληρούχα τώρα; Δεν σε πονάω. Έτσι;

-Με πονάς λίγο Γιώργο, αλλά το αντέχω. Πού είμαστε; Φύγαμε από τον Πετσάγκουρα; Ωχ, ωχ…

Τρομάρα μου! Ήθελα να κάνω και πλάκα για να ξεχνάω.

« Στο ορθό» πετάχτηκε η νοσοκόμα. Και με παρατήρησε κιόλας.

.-Καλύτερα να μην μιλάτε Κύριε Και να αναπνέετε, όταν σας λέω.

-«Τώρα θα σε πονέσω λίγο» μου είπε αμέσως μετά ο γιατρός, «αλλά θα περάσει. Σε πονάω, Αλέξη;»

-Ναι, ρε γιατρέ, με πονάς γ@μώτο.

-Έλα, ρε κληρούχα. Υπομονή. Προσπαθώ, ρε πoύστη μου, να θυμηθώ τι είχαμε κάνει μαζί.

«Καλύτερα να μη θυμηθεί» σκεφτόμουνα. « Να τελειώνουμε, να σηκωθώ να φύγω.»

Όσο όμως πέρναγε η ώρα, τόσο περισσότερα θυμόμουνα τον Ξένο από την μονάδα.

Και θυμήθηκα ότι στην Πάρο είχε γίνει ένα μπέρδεμα με μια γκομενοδουλειά.

Είχα αποφασίσει όμως να μην ανοίξω κουβέντα, εκτός βέβαια και αν με ρωτούσε.

-Σε πονάω τώρα κληρούχα; Λέγε σε πονάω;

-Με πονάς ρε πούστη μου, μπορούμε να πάμε σε μέθη.

-Όχι. Δεν μπορούμε τώρα. Το έχουμε βάλει βαθιά στον κώλο σου. Θα πονέσεις λίγο.

Ήθελα να γαμωσταυρίσω, αλλά ντρεπόμουνα τις νοσοκόμες.

-Μπορώ τουλάχιστον, αντί να μου λέτε μόνο να αναπνέω, να μιλάω. Έτσι ξεχνιέμαι τουλάχιστον.

Άρχισε να γελάει ο Ξένος και να με ειρωνεύεται ο μαλάκας.

«Ρε τον φίλο μου τον Αλέξη. Κουβεντούλα θέλει. Θυμάσαι ρε μ@λάκα τι ωραία είχαμε περάσει. Αρχίζω, ρε πούστη, να σε ξαναθυμάμαι. Ήσουνα ομορφόπαιδο».

Κάτι θυμόμουνα κι εγώ. Από μια παλιά τυχαία συνάντηση στην Πάρο το ’90.

Δυο χρόνια μετά αφότου απολυθήκαμε. Ναι, ναι θυμήθηκα. Είχε βρει, ο Ξένος
δύο γκόμενες και με πέτυχε τυχαία σε μια παραλία, στις Κολυμπήθρες. Μου είπε ότι το βράδυ- περίσσευε η μία γκόμενα- αν ήθελα, θα μπορούσαμε να πάμε όλοι μαζί σε ένα bar στη Νάουσα. Πω, πω, κάτι θα έγινε με αυτές τις γκόμενες και παρεξηγηθήκαμε. Δεν με συνέφερε να ανοίξω αυτή την συζήτηση.

Και ευτυχώς που χτύπησε το τηλέφωνο του. Ήταν φαίνεται η γυναίκα του. Το κατάλαβα από το βλοσυρό του ύφος και από τον κοφτό τρόπο που μιλάνε συνήθως οι παντρεμένοι στις γυναίκες τους.

«Ναι, ναι..» της έλεγε «Εντάξει, εντάξει όπως τα είπαμε», «Θα φέρω εγώ ψωμί…», «Ναι, και γάλα…» « Έλα ρε Λίτσα, τελείωνε, έχω ένα παλιό συνάδελφο από το Ναυτικό και του κάνω κολονοσκόπηση τώρα» « ‘Όχι αγάπη μου, δεν τον πονάω τον άνθρωπο».

Και για να κάνει την ατμόσφαιρα πιο χαλαρή, γυρίζει σε μια νοσοκόμα και της λέει.

-Βουλίτσα! Ο Αλέξης ήταν και γ@μώ τα τεκνά στο Ναυτικό. Μην το βλέπεις τώρα που πούρεψε.

Που με θυμότανε ο μ@λάκας; Αποκλείεται. Απλά ήθελε να κάνει τον έξυπνο στη νοσοκόμα.

«Μέχρι και την κόρη ενός πλωτάρχη είχε πηδήξει ένα Πάσχα που κάναμε μέσα στη μονάδα» συνέχισε.

Το κατάλαβα ότι θα έλεγε τώρα για την Σουζάνα. Ήξερα κατά βάθος, ότι θα ήταν καμία ιστορία από την φαντασία του. Τον άφησα να μονολογεί.

«Στο θάλαμο μέσα των επιχειρήσεων. Την Σουζάνα. Έτσι ρε δεν την λέγανε; Ρε τη Σουζάνα! Τι να γίνεται αυτή η ψυχή; Θα παντρεύτηκε σίγουρα κανένα δόκιμο. Θυμάσαι ρε, που ΄χε πιεί μαζί σου τα άντερα της και μου την έφερες μετά στο ιατρείο -είχα και υπηρεσία εκείνη την μέρα-και της έκανα ένεση; Το πιστεύεις, ότι την πήρα και εγώ μετά, σε αυτό το σαράβαλο, την οδοντιατρική καρέκλα που είχαμε; Ε ρε, εποχές αξέχαστες!

-Ναι ρε μαλάκα το θυμάμαι και σε πιστεύω, αλλά πονάω. Κούνα τουλάχιστον πιο μαλακά το γ@μημένο το εργαλείο.

Είναι φρικτό να ακούς ιστορίες του παρελθόντος παλιών συναδέλφων από τα χρόνια της θητείας τους. Τα κάνουν όλα να φαίνονται όμορφα. Ο ωτακουστής αυτών των συζητήσεων θα νομίζει ότι όλοι οι ναύτες, οι φαντάροι και οι αεροπόροι είναι γ@μιάδες και μάγκες. Όλοι είχανε πηδήξει κόρες στρατηγών και ναυάρχων, όλοι είχανε βρει κρυφά περάσματα στους φράχτες του Σκαραμαγκά για να την κοπανάνε για ούζα στον Άγιο Γιώργη και όλοι είχανε πλακώσει στο ξύλο ένα κελευστή η ένα λοχία.

Πήρε θάρρος και η Βουλίτσα που μας άκουσε να μιλάμε, όπως τότε πριν από είκοσι χρόνια που υπηρετούσαμε, και όταν με άκουσε να βογκάω μου είπε
“Είναι αφόρητος ο πόνος, έτσι; Αλλά σας αρέσει να μας γ@μάτε από πίσω. Τα λέω καλά γιατρέ στον κύριο Αλέξη;”.

-Βουλίτσα, μίλα άνετα στον Αλέξη. Δεν ξέρεις τι βρομόστομα έχει.

Πήρε θάρρος η Βουλίτσα και ξανοίχτηκε.

-Είχατε γ@μήσει και άλλες κόρες αξιωματικών, κύριε Αλέξη;

Δεν γούσταρα στο πόνο μου πάνω να ανοίξω κουβέντα με την Βουλίτσα. Της μίλησα λίγο απότομα

-«Βουλίτσα, κόφτο τώρα κορίτσι μου, πονάω»

Και έφτασε μέχρι το ορθό, και ο πόνος έγινε αφόρητος.

-Κάνε υπομονή ρε κληρούχα. Να βρήκα ένα πολύποδα. Μισό λεπτό να τον καθαρίσουμε.

-Εντάξει τον καθαρίσαμε. Ξέρεις οι πολύποδες είναι από τα σκατά που τρώμε. Βουλίτσα γράψε σε παρακαλώ «Στο εγκάρσιο περί τα εβδομήντα εκατοστά από το δακτύλιο παρατηρήθηκε μικροσκοπικός πολύπους που αφαιρέθηκε με την λαβίδα βιοψίας».

Πονούσα αφόρητα.

«Ρε το αρχίδι, μου έχει γ@μήσει τον κώλο» σκεφτόμουνα. «Θα τον σκίσω μόλις τελειώσει η εξέταση»

Και εκεί στου πόνου την μεγάλη ανηφόρα θυμήθηκα γιατί ακριβώς είχα ψυχρανθεί με τον Ξένο.

Ήταν για εκείνα τα δύο κορίτσια.

Την Τζένη και την Λίτσα, τα δύο κορίτσια απο διαφορετικές πόλεις της επαρχίας, που τα είχε γνωρίσει ο Γιώργος ο Ξένος μέσα το καΐκι που πήγαινε από την Παροικία στις Κολυμπήθρες.

Έχει γούστο, ρε πούστη μου, να θυμηθεί όλη την ιστορία.

Μίλαγε ο γιατρός και συνέχιζε τις ιστορίες. Μέχρι που ξαφνικά μου είπε

-Ρε; Τώρα σε θυμήθηκα για τα καλά. Εσύ δεν ήσουνα που σε είχα συναντήσει στην Πάρο δύο χρόνια αργότερα, αφότου απολυθήκαμε; Σίγουρα εσύ ήσουνα. Μέσα στο καΐκι. Τώρα σε θυμήθηκα για τα καλά. Και κάτι θα κανονίζαμε για το βράδυ.

Δεν μπορούσα να μην του απαντήσω. Τώρα μάλιστα που ετοιμαζόμαστε να φτάσουμε στο τέλος της οδυνηρής αυτής -άνευ μέθης- εξέτασης.

-Ναι, κάτι θυμάμαι γιατρέ. Έχεις δίκιο.

-Θυμάσαι που σου πρότεινα αν θέλεις να έρθεις μαζί μου το βράδυ σε ένα bar;

-Ναι, ρε Γιώργο, θυμάμαι. Αλλά πονάω.

-Θυμάσαι, που σου είπα, ότι είχα κανονίσει με δύο γκόμενες;

-Ναι, ναι θυμάμαι.

-Θυμάσαι τι σου είχα πει;

-Για να είμαι ειλικρινής, όχι.

-Σου είχα πει ρε @ρχίδι επί λέξη «Πρόσεξε! Μην φλερτάρεις την Λίτσα. Μού αρέσει εμένα. Πέσε στην άλλη, μία Τζένη».

-Γιατρέ! Τώρα θυμήθηκα. Για να είμαστε ακριβολόγοι μου είπες. «Πρόσεξε! Μην φλερτάρεις την Λίτσα απο τα Τρίκαλα. Μού αρέσει εμένα. Πέσε στην άλλη, την Τζένη, απο την Βόρεια Ελλάδα».

-Δεν το θυμάμαι πολύ αυτό, αλλά δεν έχει σημασία.

-Γιώργο, πώς! Έχει μεγάλη σημασία. Πονάω.

-Πονάς καριολάκο! Τώρα θα πονέσεις ακόμη περισσότερο.

Και μου το έχωνε ακόμη πιο βαθιά το ενδοσκόπιο. Αμφιβάλλω αν είχε το μυαλό του στους πολύποδες. Πάλι καλά που πρόλαβε και έβγαλε, ότι έβγαλε, πριν ζοχαδιαστεί. Πονούσα και του το έλεγα συνεχώς.

-Μη Γιώργο, πονάω.

– Σε ρωτάω λοιπόν. Γιατί την έπεσες στη Λίτσα; Λέγε, γ@μώ το Πολεμικό Ναυτικό.

Έπρεπε πάση θυσία να θυμηθώ, μετά από είκοσι χρόνια, γιατί την έπεσα στην Λίτσα.

-Ρε συ Γιώργο» προσπάθησα να τον καλμάρω, «δεν έγιναν τα πράγματα όπως νομίζεις».

Με το ενδοσκόπιο βαθιά στον κώλο μου έπρεπε να θυμηθώ τις λεπτομέρειες μιας βραδιάς του 90 στην Πάρο.

Άρχισα να του λέω τα γεγονότα, όπως πραγματικά είχαν συμβεί.

-Εγώ μιλούσα, ρε Γιώργο – άλλοτε τον έλεγα Γιώργο, άλλοτε Γιατρό- μόνο σε εκείνη την μελαγχροινή, που νόμιζα ότι ήταν η Τζένη, γιατί μου μιλούσε συνέχεια για την Θεσσαλονίκη και τα μπαράκια της παραλίας του Λιτόχωρου. Ήσουνα σαφής, το θυμάμαι, μου είπες επί λέξη «Να φλερτάρεις αυτή που είναι από την Βόρεια Ελλάδα», το ‘πες η δεν το ‘πες;”.

-Μίλα ρε @ρχίδι, μη στο χώσω πιο μέσα και σε ξεσκίσω, και άσε τις πλάγιες ερωτήσεις.

Βογκούσα και έπρεπε να δώσω εξηγήσεις για κάτι που είχε γίνει είκοσι χρόνια πριν.

-Είχε αυτή η κοπέλα, γιατρέ, αχ, αχ…πονάω γαμώτο μου, που Τζένη νόμισα ότι την λέγανε, αυτή την χαρακτηριστική υγρή χροιά του λου. Κάθε της κουβέντα ήταν γεμάτη με αυτά τα με και τα σε των Θεσσαλονικιών. Δεν θυμάσαι ρε, τι μας έλεγε; «Να σε βάλω και άλλο να πιείς», «Τον πήρα πουκάμισο, αλλά δεν τον άρεσε».

– Ήταν και μελαγχροινή και εσύ, γιατρέ, μου είχες πει ότι γούσταρες μόνο ξανθιές. Ήμουνα εκατό τοις εκατό σίγουρος, ότι δεν ήταν η Λίτσα.

Ξέρεις, εμείς οι Πειραιώτες έχουμε και ένα λόγο.

-Συνέχισε μ@λάκα και άσε ποιες μου άρεσαν και ποιες δεν μου άρεσαν.

Αρχίδια λόγο έχετε, εσείς οι Πειραιώτες. Εκείνη την βραδιά μου φέρθηκες πούστικα.

Συνέχισα την απολογία μου. Δεν μπορούσα να κάνω και διαφορετικά, με ένα ιατρικό αγγούρι βαθιά στον κώλο μου.

-Και μετά, όταν φεύγαμε, ρε γιατρέ, και με είδες αγκαλιά με αυτή που νόμιζα ότι ήτανε η Τζένη, θυμάσαι που με έπιασες σφιχτά από το μπράτσο και μου είπες «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό. Την Λίτσα από τα Τρίκαλα, εγώ την γουστάρω» Το ξέχασες; Το είπες η δεν το είπες;

-Πού να θυμάμαι, ρε μουνόπανο, τι είχα πει πριν από είκοσι χρόνια;

Σίγουρα σου είχα πει ότι γουστάρω την Λίτσα. Κι ας μην ήταν ξανθιά.

-Γιατρέ; Μήπως ξέχασες το ότι ζοχαδιάστηκα που έγινε αυτό και έπιασα μετά αυτή, που νόμισα ότι ήταν η Τζένη, και την ρώτησα «Ρε Τζένη απο που είσαι».

-Όχι δεν το θυμάμαι, γιατί σηκώθηκα και έφυγα.

Κακώς έφυγες. Αν έμενες, θα μάθαινες όλη την αλήθεια. Θα σου πω εγώ. Ε λοιπόν, αυτή που νόμιζα ότι την λέγανε Τζένη, με αγριοκοίταξε, όταν την ρώτησα, και μου είπε.

«Τι έγινε ρε με τον γιατρό; Του τη βάρεσε και έφυγε; Τι μ@λακίες κάνετε μεταξύ σας; Τα μπερδέψατε στο μοίρασμα; Απο την Θεσσαλονίκη είμαι, ρε κωλόγαβρε χαμουτζή. Και δεν με λένε Τζένη. Λίτσα με λένε, βλάκα».

Κόκκαλο ο γιατρός. Είχα καταφέρει επιτέλους, να του πω όλη την πραγματικότητά για αυτή την σύγχυση που είχε δημιουργηθεί και μας είχε ψυχράνει τότε, σε εκείνη την τυχαία μας συνάντηση.

Πήρα αέρα από την εξέλιξη και πήγα να του μπω κιόλας.

«Τα βλέπεις ρε μαλάκα κληρούχα!» του είπα. « Εσύ τα μπέρδεψες τότε. Η Λίτσα δεν ήταν από τα Τρίκαλα. Εσύ δεν είχες καταλάβει από ποια επαρχία ήταν κάθε γκόμενα. Άντε γ@μήσου τώρα και βγάλε μου αυτό το παλούκι από τον κώλο μου.

Είδα τον Ξένο να πείθεται. Αργά και προσεκτικά μου έβγαλε επιτέλους αυτό το παπάρι. το εργαλείο που με βασάνιζε για πάνω από μισή ώρα.

«Τελειώσαμε κληρούχα. Σου καθάρισα δύο πολύποδες. Ντύσου» μου είπε.

Και πήγε στο γραφείο του να τυπώσει τις ακτινογραφίες του εντέρου.

Για να του δείξω, ότι είχα στενοχωρηθεί που έφυγε και χαθήκαμε, του είπα, την ώρα που έβαζα το παντελόνι μου.

-Γιατρέ; Τζάμπα παρεξηγηθήκαμε τότε και σηκώθηκες και έφυγες από το νησί. Βλέπεις ότι δεν έφταιγα.

-Ναι, ρε Αλέξη, έχεις δίκιο και συγγνώμη που σε πόνεσα. Δε μου λες, την γ@μησες εκείνο το βράδυ αυτή την Λίτσα;

-Αν την γ@μησα, λέει; Την ξέσκισα στην κυριολεξία. Με το πού γύρισα στην Αθήνα μου τηλεφώνησε και άρχισε να με ψάχνει. Της είπα ότι ήτανε μια καλοκαιρινή περιπέτεια και να πάει στην ευχή του Θεού.

Τον είδα να καταρρέει. Δεν μιλούσε. Πέταξε κάτω ζοχαδιασμένος τα χαρτιά της ασφαλιστικής και έφυγε βρίζοντας.

-Τι είναι πάλι, γαμώτο μου; Τι έπαθε, ρε Βουλίτσα, ο γιατρός;

-Τίποτα, κύριε Αλέξη. Να, η Λίτσα, αυτή που λέτε ότι γ@μήσατε στην Πάρο, είναι η σύζυγος του γιατρού. Είσαστε τυχερός που πρόλαβε και σας έβγαλε το κολονοσκόπιο πριν του το πείτε.. Αλλιώς με αυτό στον κώλο θα κυκλοφορούσατε.

Γ.Κ.

ΥΓ1 Η ιστορία είναι πραγματική, αναφορικά με όσα έγιναν στην Πάρο αρχές του ’90 με τον γιατρό της μονάδας, με τις αναρρωτικές άδειες του Μπουρδάμπαχα, που χορηγούντο την δεκαετία του ’80 στο ένδοξο Πολεμικό Ναυτικό και με ορισμένα πρόσωπα που συμμετείχαν σε αυτή την φαιδρή και απολιτίκ ιστορία.

ΥΓ2 Η Τζούλια, η αεροσυνοδός, η αδελφή του Μπουρδάμπαχα, η Μπουρδούμπαχα, η Μπουρδαμπαχά- ποτέ δεν τον φωνάζανε, αυτόν τον έρημο τον ναύτη, σωστά τα πιλάφια του Ναυτικού- στις αρχές της δεκαετίας του ’90 αποσπάστηκε από τα πληρώματα καμπίνας και ανέλαβε διευθυντική θέση στην Ολυμπιακή.
Ο ναύτης Πετσάγκουρας, όταν απολύθηκε, ντούμπλαρε ηθοποιούς σε ερωτικές σκηνές ταινιών. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 πρωταγωνίστησε και σε βωβή ερωτική βιντεοταινία.
Ο διοικητής της μονάδας Ελικοπτέρων -ένας υπέροχος και έντιμος αξιωματικός- αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του Ναυάρχου και ανέλαβε Ταμίας στον Πανιώνιο.
Την Σουζάνα, την κόρη του Πλωτάρχη, δεν την πήδηξε κανένας ναύτης, έφεδρος η δόκιμος. Και σίγουρα, όχι εγώ. Εντάξει μπορεί να έχουμε πάει με καμία δεκαριά γυναίκες αλλά δεν σημαίνει ότι έχουμε γ@μήσει και την μισή Αθήνα.
Ο Ξένος μετά το πέρας της θητείας του έκανε αγροτικό στον Λαγκαδά. Η Λίτσα, που σπούδαζε τότε βοηθός ιατρικών επαγγελμάτων συνάντησε τον Ξένο τρία χρόνια αργότερα σε ένα ιατρικό συνέδριο. Παντρεύτηκαν μετά από έξη μήνες με κουμπάρα την Τζένη, που αυτή ήτανε από τα Τρίκαλα, και όχι από την Βόρεια Ελλάδα, όπως λανθασμένα με είχε καθοδηγήσει ο Ξένος.

ΥΓ3 Οι άνδρες άνω των πενήντα ετών να κολονοσκοπούνται άπαξ την τριετία, εφόσον ανιχνευθούν πολύποδες, και άπαξ την πενταετία, εάν ο κωλαράκος τους είναι καθαρός.

Συμπέρασμα: Όταν κάνετε κολονοσκόπηση και βλέπετε άνδρα να βγαίνει υποφέροντας, να ξέρετε ότι κάθε κώλος κρύβει μέσα του μια μικρή ιστορία.

Να είσαστε πάντα γεροί και να έχετε ένα καλό καλοκαίρι!

(Αγαπητέ φίλε, πολύ διδακτική η ιστορία σας. Όταν θα κάνω κολονοσκόπηση, θα φροντίσω να είναι με μέθη. Ή με μουγκό γιατρό. Πριν από μερικές μέρες, πήγα να κάνω μια αξονική. Δεν είχα ξανακάνει αξονική και δεν ήξερα. Όταν ένιωσα ένα κάψιμο στα γεννητικά μου όργανα, νόμιζα πως είχε χαλάσει το μηχάνημα και πως θα καώ ζωντανός. Ντρεπόμουν, όμως, να μιλήσω, γιατί ήταν γυναίκα η γιατρός. Τι να της έλεγα, “νομίζω πως πήραν φωτιά τ’ @αρχίδια μου;”. Ευτυχώς, ήρθε ένας άνδρας και του το είπα. Μου λέει “είναι από το φάρμακο που σας βάλαμε, πρέπει να νιώσατε κάψιμο και στα αυτιά”. Πήγα να του πω “χέστηκα για τα αυτιά, για τα @ρχίδια με νοιάζει” αλλά έχω και μια αστική ευγένεια, όπως ο Μεϊμαράκης. Πάντως, αγαπητέ φίλε, από τα ίδια στρατόπεδα περάσαμε. Εγώ δεν πήδησα μόνο την γυναίκα και την κόρη του διοικητή του στρατοπέδου αλλά και τον διοικητή. Γιο δεν είχε. Αν είχε γιο, θα τον πηδούσα κι αυτόν, γιατί πολύ μου άρεσε το Θεώρημα του Παζολίνι. Καλό καλοκαίρι. Την αγάπη μου.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.