Το τόπι

Εκείνο το μεσημέρι ξέβρασε σε μια παραλία του Λιβυκού ένα τόπι. Ένα πολύχρωμο τόπι. Από αυτά τα φανταστικά τόπια που, αν κανείς είναι τυχερός, μπορεί να τα δει να γυρνούν σαν σβούρα στα γυαλιστερά μάτια ενός, δυο, πολλών παιδιών. Μπορεί να δει την αντανάκλαση των χρωμάτων.

Ξέβρασε το τόπι, πλατς πλουτς… μπρός-πίσω στον αφρό. Τέλεια! Δεν πήγαν λοιπόν χαμένα τα μηνύματα που τρύπωνα στα μπουκάλια και τα γραψίδια μου στα βράχια του βυθού.

Τα βράχια πρόκαμαν να φτάσουν στην Αίγυπτο ή στη Λιβύη τούτο το καλοκαίρι.

Ο χρόνος τότε ήταν απέραντος και ατελείωτος. Μια μέρα ίσον ένας αιώνας.

Ένας νυχτερινός ύπνος και το μπουκάλι με το μήνυμα «βοήθεια» είχε ήδη φτάσει στα χέρια του απέναντι ανθρώπου που θα ερχόταν και θα γινόμασταν φίλοι.

Το μπουκάλι ήταν πιο εύκολο. Ο βράχος ήθελε πιο πολύ καιρό γιατί ήταν και βαρύς.

Όμως, δύο νυχτερινοί ύπνοι κι ο βράχος με το μήνυμα «βοήθεια» θα είχε ήδη φτάσει στον απέναντι βυθό κι ο απέναντι δύτης θα ερχόταν και θα γινόμασταν φίλοι. Τόσο απλά.

Μετά θα του έλεγα την αλήθεια. Πως δηλαδή το έγραψα από περιέργεια. Να δω αν θα το βρει κανείς και να ‘ρθει. Όχι αν θα έρθει. Αν το έβρισκε, θα ερχόταν σίγουρα. Δεν χωρούσε αμφιβολία.

Και να το τόπι. Κόλλημα. Μου είχε στείλει από απέναντι το δικό του μήνυμα. Δεν έγραψε «βοήθεια» ή «έρχομαι» μα ήταν ένα μήνυμα κι αυτό.

Δεν άφηνα το τόπι από τα χέρια μου. Μία-μία κοίταζα τις λωρίδες. Κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, μπλέ, λευκό. Και δώσ’ του παιχνίδι!

Ο βόθρος δέσποζε πλαγιοκεντρικά στην αυλή του σπιτιού.

Εμείς τον γεμίζαμε κι ο παππούς τον άδειαζε. Κάπως ζούσαμε ειρηνικά με τον βόθρο.

Κανείς δεν γνώριζε το τέλος του, εγώ όμως γνώριζα πως ήταν άπατος.

Πότε θύμιζε ένα βάλτο με επιπλέουσες φυσαλίδες που θα καταβρόχθιζε ότι νέο έμπαινε μέσα του, πότε μια λιμνούλα βρώμικη που στόλιζα με μαργαρίτες γιατί δεν υπήρχαν νούφαρα κοντά και πότε το μέρος που απλά μαζεύονταν τα ωραία μας σκατάκια, έθρεφαν τη γη κι αν εκείνη παραμπουκιζόταν, ο παππούς λάβαινε τα μέτρα του.

Είχα αρχίσει και ξέφευγα με το τόπι. Δεν το άφηνα από κοντά μου, κοιμόμουνα μαζί του, έπαιζα μαζί του και όταν το χαιρόταν κανείς άλλος έκανα την αδιάφορη.

Για λίγο, γιατί ο χρόνος μαζί του ήταν πολύτιμος.

Να ήταν από την Αίγυπτο, απ’ την Λιβύη ή από το Μαρόκο; Ποιος ξέρει;

Σημασία είχε πως ο Άνθρωπος βρήκε το μήνυμα μου και μου έστειλε το δικό του.

Σημασία είχε πως υπήρχε.

Τέλειο. Θα το έπαιρνα και στην Αθήνα, θα ήμασταν για πάντα μαζί.

‘Άσε μας μωρέ με το τόπι σου όλη μέρα». Κάποιος θέλει να μου χαλάσει το παιχνίδι. Καθόλου αστείο. Δίνει μια κλωτσιά με την τριχωτή ποδάρα του και «γκοοολ!» φωνάζει ο παπαρίδης.

Το τόπι μου στο βόθρο. Τι στεναχώρια, το τόπι μου στον καταβροχθηστήρα. Πώς μου χάλασε το παιχνίδι;

Κοιτάζω από ‘δώ, κοιτάζω από κει, δαγκώνεται ο παπαρίδης για την βλακεία που έκανε. Τι δαγκώνεται;

Διάθεση να βάλει κανείς κάνα χεράκι δεν έβλεπα. Φαίνεται πως ήταν ασήμαντο συμβάν.

Μου λέει η μάνα μου «δεν πειράζει παιδί μου».

Πειράζει και παραπειράζει.

Μα όταν είσαι μικρό κορίτσι κι όλοι σου γνέφουν δεν πειράζει, νομίζεις πως εκείνοι γνωρίζουν καλύτερα από εσένα.

Και έτσι τα χρόνια περνούν και εσύ λες πως δεν πειράζει κάτι που σε πειράζει.

Πιάνω μια βίτσα, η προσοχή μου είναι εστιασμένη.

Βρε δώσ’ του δεξιά, βρε δώσ’του αριστερά, έλα κοντά μου, να το έφτανα, το έφτασα.

Και μπλουμ! Βουτάω στο βόθρο.

Δεν πειράζει, συνεχίζω. Φτάνω κοντά. Χο χο, το κρατάω πια. Αν κι είναι μέσ’ τα σκατά, εμένα μου μοιάζει καθαρότατο και πολύχρωμο.

Πετάγεται η μάνα μου απ’ την καρέκλα, «παιδί μου!».

Τέλεια, είναι περήφανη για εμένα. Κι ο πατέρας μου χαμογελάει αμήχανα, με το πείσμα μου. Έτσι θα νόμιζα εγώ.

Τραβάει η μάνα να με πιάσει. Σκατά παντού.

Βγαίνω και στέκομαι όρθια με το τόπι τυλιγμένο στο χέρι.

Χαμογελούν νομίζω αμήχανα όλοι.

Ούτε που κατάλαβα πόσα σκατά είχα πάνω μου. Πάνω μου είχα μόνο τη χαρά μου.

Και επειδή συχνά την σκατοδουλειά την αναλαμβάνουν οι γυναίκες, φέρνει η θειά μου το σαπούνι, φέρνει η άλλη την λεκάνη μα η μάνα προτιμά την γούρνα.

Μου βγάζει τα ρούχα. Είμαι τώρα γυμνή με τα σκατά παρέα. Οι άλλοι χαμογελούν αμήχανα.

Από τη μυρωδιά καταλαβαίνω πως έχω πέσει στα σκατά βαθιά. Τι ντροπή!

Κι είμαι γυμνή, δεν μπορώ να κάνω τίποτα.

Και μπήγω τα κλάματα. Ούτε που ξέρω γιατί έκλαιγα. Φοβάμαι πως ήταν για την γύμνια μου.

Με έτριβε η μάνα μου, με έτριβε με δύναμη ενώ ήταν πάντα τρυφερό το χάδι της.

«Μη στενοχωριέσαι κοριτσάκι μου, θα φύγουν αυτά».

Καρφί δεν μου καιγόταν για τα σκατά. Τόσος κόπος για να καταλήξω γυμνή. Μόλις πρόφτασα να χαρώ τον κόπο μου κι ήδη ντρεπόμουν για την γύμνια μου. Νόμιζα πως γελοιοποιήθηκα.

«Άσε μας με το τόπι σου μωρέ». Όλη η γύμνια μου για ένα τόπι.

Άλλαξε το βλέμμα μου, δεν γυάλιζαν τα χρώματα στα μάτια μου.

Όχι, δεν ήταν φίλος αυτός που το έστειλε. Έτσι θα νόμιζα. Με πόσα δάκρυα το κοιτούσα.

Πόσο κόπο χρειάζεται να κρατήσεις κάτι σημαντικό όταν όλοι συμφωνούν πως δεν είναι και τόσο;

Σαν να σε προετοιμάζουν για όλα τα σημαντικά τα οποία πρόκειται να χαθούν.

Άνθρωποι, όνειρα και εφιάλτες, αληθινές αγάπες, δέντρα, χαρές και λύπες.

Βάφτισε ασήμαντη την αγάπη σου για εκείνα και θα πονέσεις λιγότερο.

Μα δεν πονάει λιγότερο. Απλά κρυφοπονάει.

Και μια χαρά προετοιμάστηκες να κρυφοπονάς για το θάνατο των πραγμάτων κι αυτή η κρυψώνα έγινε ο ίδιος ο θάνατος τους.

Εν τω μεταξύ δεν προετοιμάστηκες πως αυτή την ασημαντότητα θα την πιστέψεις στο τέλος-τέλος και θα συμπαρασύρει την ίδια τη ζωή σου στο θάνατο.

Και μετά θα καταλάβεις πως τα έκανες μουνί καπέλο και γι’ αυτό που κατάλαβες δεν ευθύνεται άμεσα κανείς.

Απλά, έτσι είναι ή κάπως έτσι έγινε.

Ας μην είναι έστω αργά, εκτός αν είναι καλύτερα να άργησες.

Ούτε η ζωή ξέρω τι φέρνει, ούτε ο θάνατος.

Μα για την πρώτη μπορώ να μάθω. Αν κάτι φέρνει ο θάνατος, θα το μάθω αργότερα. Δεν είναι η ώρα του.

Κοιμηθήκαμε παρέα, ούτε που θυμάμαι πόσες ώρες έκλαιγα. Ούτε και θυμάμαι τι απέγινε το τόπι μου.

Θα έπεφτα χίλιες φορές στο βόθρο γι’ αυτό.

Θα ήταν καλύτερα όμως αν έριχνα εκεί μέσα τους φέροντες εξουσία που διαμελίζουν τον έρωτα, τα δέντρα, την ανεμελιά, τα ψάρια, το παιχνίδι, την αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο.

Για πλάκα.

Γιατί νομίζουν πως όταν αυτοί πεθάνουν, όλος ο κόσμος θα χαθεί.

Μια χαρά θα συνεχίσει ο κόσμος. Μερικά σκατά λιγότερα. Δεν χάλασε κι ο βόθρος.

A, κι όχι αν ήταν ο Πίπης. Ο Πίπης ήταν.

(Πιτσιρίκο, μια ψυχή που ΄ναι να βγει, ας βγει.

Είχα πει «αυτό θα το στείλω»,»όχι αυτό καλύτερα». Το Σάββατο όμως πήρα μια βαθιά ανάσα και πάλι δεν το έστειλα. Το χρωστάω στην ανάσα λοιπόν.

Με εκτίμηση & αγάπη, Α.)

(Αγαπητή φίλη, υπέροχο το κείμενό σας. Στη ζωή, κάποιοι καταφέρνουν να πέφτουν στο βόθρο με τα σκατά και να βγαίνουν με τον σταυρό στο χέρι. Είναι αυτοί που ξέρουν τι σημαίνει άνθρωπος. Αυτοί που ξέρουν τι σημαίνει ψυχή. «Άξιον εστί… τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα» – Οδυσσέας Ελύτης. Να είστε καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.