Έφυγε η Μαρία

baby-deerΗ Μαρία έφυγε σήμερα το πρωί για τις ΗΠΑ. Όταν ήρθε στην Ελλάδα, δεν το έγραψα, οπότε μου παραπονέθηκε «δεν έγραψες στο μπλογκ πως ήρθα». Μαρία θα τα γράψω όλα τώρα.

Χτες το βράδυ, μαζευτήκαμε στο σπίτι της Μαρίας για τον ετήσιο αποχαιρετισμό.

Οι γονείς της Μαρίας, φίλοι και η Μαρία, βέβαια.

Τα πρώτα χρόνια που έφυγε η Μαρία, ο αποχαιρετισμός ήταν δύσκολος και με πολλή συγκίνηση.

Τώρα πια το διασκεδάζουμε, πέφτει τρελό γέλιο. Γελάει και η Μαρία.

Αφού φάγαμε το γλυκό που είχε φτιάξει η μαμά της Μαρίας και το γλυκό που έφερε η Μ., το ρίξαμε στις αναμνήσεις και στα σχέδια για το μέλλον.

Φέτος ξεπετάξαμε κάπως γρήγορα τις αναμνήσεις -και τις αξέχαστες διακοπές στην Πάρο- και περάσαμε στο μέλλον.

Τα είχαμε συμφωνήσει με την Μ. -στο αυτοκίνητο που πηγαίναμε- τι θα ζητούσαμε από την Μαρία.

Είπαμε λοιπόν στην Μαρία να πει στον άνδρα της πως, όταν θα βγουν στη σύνταξη, θα φύγουν από το Λος Άντζελες και θα έρθουν στην Ελλάδα.

Κι επειδή δεν λέει να φύγεις από την πόλη με το καλύτερο κλίμα στον κόσμο, να αφήσεις ένα όμορφο σπίτι με πισίνα -έξω από το οποίο βολτάρουν ελάφια και σκίουροι (και λιοντάρια καμιά φορά)- και να έρθεις να ζήσεις σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, ενημέρωσα την Μαρία πως θα πρέπει να αγοράσουν μια μεγάλη έκταση στην νότια Κρήτη, μέσα στην οποία θα χτίσουν το σπίτι τους.

Κι ενώ η Μαρία πήγε να ξεκινήσει τα σχέδια για το σπίτι τους στην νότιο Κρήτη, την διέκοψα και της είπα πως μπορούν να χτίσουν το σπίτι όπως θέλουν αλλά στην άκρη του κτήματος θα χτίσουν δυο ωραίους ξενώνες, έναν για εμένα και έναν για την Μ., που είμαστε πτωχούληδες και βασιζόμαστε πάνω της γιατί είναι η μόνη πλούσια φίλη που έχουμε.

Φυσικά, η Μαρία δεν έφερε καμία αντίρρηση και θα μας τους φτιάξει τους ξενώνες.

Οπότε, θέλω να σας ενημερώσω πως τα γεράματά μου θα τα περάσω σε έναν ξενώνα στην νότια Κρήτη. Αν η Μαρία μας βάλει και Internet, θα σας γράφω και πώς τα περνάω.

Κάπου εκεί εμφανίστηκαν και τα γαϊδούρια που θα αγοράσουμε -ήδη βάζουμε χρήματα στον κουμπαρά- για να τα παρκάρουμε σε διάφορα σημεία γύρω από το κτήμα με ένα κουτί που θα γράφει «Donate for my food», ώστε να ρίχνουν χρήματα οι τουρίστες και να έχουμε και έσοδα. Την στήσαμε και την επιχείρηση.

Έχουμε και τον Α. που είναι κτηνίατρος και θα φροντίζει τα γαϊδούρια αλλά θα τα σκάσει με την πολυλογία του και θα πηδάνε στην θάλασσα για να σωθούν, οπότε θα πρέπει να του βρούμε γυναίκα για να ηρεμήσει αλλά η γυναίκα που ψάχνει ο Α. -θεογκόμενα, σέξι, σύντροφος, έξυπνη, πιστή, νοικοκυρά, δούλα κλπ- δεν υπάρχει πάνω στον πλανήτη, αλλά και αν υπήρχε, δεν θα πήγαινε ποτέ με τον Α.

Είπαμε διάφορα τέτοια -κουτσομπολέψαμε και ασύστολα- και γελούσαμε. Γελούσε και η Μαρία.

Είπαμε για πολλοστή φορά στην Μαρία πως μπορεί να μας λείπει και να της λείπουμε αλλά είμαστε χαρούμενοι που αυτή δεν έζησε και δεν ζει την Ελλάδα των τελευταίων χρόνων.

Τουλάχιστον, η Μαρία γλίτωσε. Κι ας μας λείπει, κι ας της λείπουν οι γονείς της και οι φίλοι της.

Χτες το απόγευμα ήμουν στο κέντρο κι έψαχνα ένα δώρο για τη Μαρία και τον άνδρα της.

Αφού δεν βρήκα στο αγαπημένο μου παιχνιδάδικο αυτό που έψαχνα, πήγα στην Πλάκα.

Μπαίνω σε ένα μαγαζί με τουριστικά και βλέπω κάτι κιτσάτες κούπες.

Διαλέγω την πιο κιτσάτη για την Μαρία -ελληνική σημαία, Παρθενώνας και τα ρέστα πάνω στην κούπα- αλλά δεν ήμουν ικανοποιημένος.

Οπότε, λέω στην πωλήτρια «ποιο είναι το πιο κιτς αντικείμενο που έχετε στο μαγαζί;».

Η πωλήτρια με κοιτάει με απορία -μπορεί και να σκέφτηκε «το πιο κιτσάτο πράγμα στο μαγαζί αυτή τη στιγμή είσαι εσύ»-, οπότε της λέω «ποιο είναι αυτό που, όταν το αγοράζουν, λέτε ‘μα καλά, πώς το αγοράζουν αυτό το πράγμα, τυφλοί είναι;'».

Το πρόσωπο της πωλήτριας φωτίζεται αμέσως, φεύγει σφαίρα για το βάθος του μαγαζιού και μου φέρνει ένα αντικείμενο που δεν μπορώ να το περιγράψω. Η επιτομή του κιτς.

Τρελάθηκα από τη χαρά μου.

Έπρεπε να δείτε τη χαρά που έκανε η Μαρία, όταν το είδε. Και τα γέλια που έριξε.

Λοιπόν, χτες καταλάβα πως φίλος δεν είναι μόνο κάποιος που μπορεί να κάνεις και είκοσι χρόνια να τον δεις αλλά, όταν τον βλέπεις, είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Φίλος είναι κάποιος που μπορεί να τον βλέπεις πια σπάνια αλλά, όταν τον βλέπεις, μπορείς να του χαρίζεις το πιο κιτς αντικείμενο στην Αθήνα και να κάνει πανηγύρι.

Η Μαρία θα διαβάσει αυτό το κείμενο, όταν φτάσει στο Λος Άντζελες.

Μαρία, τα έγραψα όλα. Σχεδόν όλα.

Έπρεπε να γράψω και για τις selfie που προσπαθούσαμε να βγάλουμε στη Ρωμαϊκή Αγορά -με εμένα να μην ξέρω πώς δουλεύει η κάμερα του κινητού, αν και το έχω δυο χρόνια-, αλλά έχεις τις φωτογραφίες, οπότε δεν χρειάζεται.

Καλώς όρισες, Μαρία, στο Λος Άντζελες.

Να μου φιλήσεις τα ελάφια.

Στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε.

Υ.Γ. Περιμένω φωτογραφία με την κούπα στο ένα χέρι και το άλλο αριστούργημα στο άλλο.

(Στην Μαρία είχα γράψει κι ένα γράμμα -το «Γράμμα στη Μαρία»-, που είχε κάνει μεγάλο σουξέ το 2011.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.