Μοναξιά

sand-dunesΑπόγευμα στο νησί. Τέλη Σεπτεμβρίου, λίγος κόσμος στην παραλία. Είχε απλώσει την πετσέτα του ψηλά στις αμμοθίνες, μακριά απ’ όλους, και διάβαζε το βιβλίο του. Ο ήλιος γλυκός. Έκοψε κι έναν υπνάκο.

Όταν γύρισε ανάσκελα, είδε μια γυναίκα ξαπλωμένη λίγο δεξιά του.

Μετά από λίγο, η γυναίκα σηκώθηκε και μπήκε στην θάλασσα. Αργά-αργά.

Πρέπει να ήταν λίγο πάνω από τα 40. Μαύρα μαλλιά, όμορφο σώμα. Χυμώδες, θηλυκό σώμα.

Ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας που πολλές ώριμες γυναίκες από την βόρεια Ευρώπη έρχονται στα ελληνικά νησιά για να γνωρίσουν νταβραντισμένους νεαρούς Έλληνες και να ζήσουν έναν εφήμερο έρωτα. Είναι γνωστό αυτό.

Δεν ανήκε πια στην κατηγορία των νεαρών Ελλήνων αλλά ήταν προφανές πως η γυναίκα δεν έστρωσε τυχαία την πετσέτα της κοντά του.

Βγαίνοντας από την θάλασσα, του χαμογέλασε. Ελαφρά.

Χαμογέλασε κι αυτός.

Μετά από λίγο, σηκώθηκε κι αυτός για να κολυμπήσει. Καθώς βάδιζε πάνω στην άμμο, είδε με την άκρη του ματιού του πως το βλέμμα της τον ακολουθούσε.

Λίγο αργότερα, μάζεψε τα πράγματά του και πήγε να πάρει το λεωφορείο για την επιστροφή.

Καθώς περίμενε το λεωφορείο, την είδε να έρχεται από το δρομάκι ανάμεσα στους αμμόλοφους.

Του χαμογέλασε και είπε «Hi».

Την χαιρέτησε. Λίγα λεπτά μετά, κάθονταν στο καφέ πίσω από την παραλία. Αυτή έπινε μπύρα, αυτός καφέ.

Σουηδέζα, κι ας είχε μαύρα μαλλιά. Τα μάτια γαλαζοπράσινα. Κάπως θλιμμένα αλλά και γελαστά. Μοιάζει λίγο με την Φωτεινή Τσαλίκογλου. Μεγαλοστέλεχος εταιρείας. Παντρεμένη, χωρισμένη, χωρίς παιδιά. Πρώτη φορά στο νησί. Της είπε μια φίλη της.

Την ρωτάει γιατί έκατσε δίπλα του.

Του λέει πως τον είδε την προηγούμενη μέρα να διαβάζει και πως της άρεσε το σώμα του.

Της λέει πως την προηγούμενη μέρα ήταν ένα χιλιόμετρο πιο κάτω.

«Περπάτησα» του κάνει και γελάει.

«Δηλαδή, από χτες με σκεφτόσουν;» την ρωτάει παιχνιδιάρικα.

«Ναι» του απαντάει ευθέως.

Μετά από λίγο, της λέει πως είναι ερωτευμένος.

«Συνήθως, αυτό το λένε οι γυναίκες» του απαντάει.

«Όλοι το λένε, όταν το νιώθουν και είναι ειλικρινείς».

Από το καφέ βρίσκονται στην ταβέρνα δίπλα στην θάλασσα. Αυτή με το δέντρο.

Σκέφτηκε να της πει να καθίσουν στην διπλανή ταβέρνα γιατί αυτή του έφερνε αναμνήσεις αλλά εκείνη ήθελε πολύ να καθίσουν εκεί.

Τρώνε και συζητάνε.

Λένε τις ιστορίες τους, με τον απλό και εύκολο τρόπο που οι άνθρωποι λένε τα πάντα σε έναν άγνωστο -και όχι στους φίλους τους-, για να τα βγάλουν από μέσα τους και να μην σκάσουν.

«Μου έχει συμβεί κι εμένα αυτό που σου συμβαίνει» του λέει.

Δεν ξέρει αν το λέει για να τον παρηγορήσει ή για να τον κάνει να αισθανθεί άνετα.

«Νόμιζα πως η δική μου ιστορία ήταν λυπητερή αλλά η δικιά σου παίρνει το βραβείο» της λέει αυτός και παραγγέλνει ένα ακόμα μπουκάλι για να το γιορτάσουν.

Κάποια στιγμή, αυτή, ενώ μιλάει για τη ζωή της, δακρύζει.

Αυτό ήταν.

Καταλήγουν στο ξενοδοχείο της. Φυσικά, είναι το πιο ακριβό ξενοδοχείο του νησιού και φυσικά έχει το καλύτερο δωμάτιο. Πολλά χρήματα, μεγάλη μοναξιά.

Κοιμούνται μαζί. Το πρωί ξυπνάει πρώτος, κόβει ένα τριαντάφυλλο από τον κήπο του ξενοδοχείου, το αφήνει δίπλα της στο κρεββάτι και φεύγει.

Δεν την είδε ξανά.

(Το πραγματικό πρόβλημα των ανθρώπων είναι η μοναξιά. Και πως οι περισσότεροι μάλλον πάντα θέλουν κάποιον άλλον.)

(Στο νεαρό και άγνωστο κορίτσι που έκλαιγε με το κεφάλι μέσα στα χέρια και την πλάτη στον τοίχο, ένα βράδυ -γύρω στις 2- που ανέβαινα τα 150 σκαλοπάτια για να πάω στο σπίτι. Με ευχαρίστησες που σε ρώτησα αν θέλεις βοήθεια αλλά θα έπρεπε να μου τα πεις όλα. Να τα λες.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.