Η soprano Στέλλα

«Θα γράψεις μια φορά, και εσύ, κάτι όμορφο;» μου είπε η γυναίκα μου. «Όλες οι ιστορίες σου, είναι για πoυτάνες, μοιχούς συζύγους και ξοφλημένα ρεμάλια».

«Δεν έχεις άδικο» της απάντησα. «Τι λες; Να γράψω για την Στέλλα; Την κόρη της φίλης μας, της Άννας;»

-Ναι, αλλά να προσέξεις, τι θα γράψεις. Μη το κάψεις το κορίτσι. Και μην βάλεις πράγματα από το μυαλό σου, για να γεμίσεις το κείμενο. Καταντάς κουραστικός στο τέλος. Μόνο αλήθειες και πραγματικά γεγονότα. Εντάξει;

Με την Άννα, είμαστε φίλοι από τα φοιτητικά μας χρόνια. Εκείνη βέβαια, σαν κοπέλα, παντρεύτηκε πολύ πιο μπροστά από όλους εμάς της υπόλοιπης παρέας. Για να ακριβολογώ μάλιστα, η Άννα ήταν η πρώτη από τα κορίτσια που παντρεύτηκε. Στα εικοσιτρία της.

Και έκανε αμέσως ένα όμορφο μωρό. Την Στέλλα.

Ήταν ζωηρό κορίτσι, η Στέλλα. Αλλά, ανυπάκουο. Και ατίθασο. Και σκανδαλιάρικο.

Εμείς, εικοσιπεντάρηδες τότε, την κάναμε κέφι. Δεν ήταν δικό μας παιδί, για να την υποφέρουμε όλη μέρα. Την παίζαμε -την Στέλλα δηλαδή, να μην παρεξηγηθούμε- καμιά ώρα και μετά λέγαμε στην Άννα, να την δώσει στη γιαγιά της. Για να μπορέσουμε στη συνέχεια, να πούμε με ησυχία, και λίγο τα δικά μας.

Από τον παιδικό σταθμό μέχρι το Νηπιαγωγείο και από το Νηπιαγωγείο μέχρι και που τελείωσε το Δημοτικό, η Στέλλα είχε βγάλει την Παναγία στην φίλη μου. Ο νους της, μόνο στο παιγνίδι. Και στην αταξία.

Από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, δεν υπήρχε δάσκαλος για δάσκαλος, που να μην έχει καλέσει την Άννα για παρατηρήσεις και υποδείξεις.

«Έχει διάσπαση προσοχής το παιδί σας» της λέγανε. «Δεν προσέχει. Δεν υπακούει. Της μιλάμε και δεν μας απαντάει».

Ακόμη και σε σχολείο ειδικής αγωγής είχαν προτείνει στην Άννα να στείλει την Στέλλα.

Κανένας, βέβαια, γονιός δεν παραδέχεται ότι ο παιδί του είναι προβληματικό, επειδή το λένε οι δάσκαλοι.

Ενοχλείται όμως, όταν αρχίζει και βλέπει τους άλλους γονείς να αποφεύγουν να καλούν το παιδί του σε πάρτι η μαθαίνει, ότι πίσω από την πλάτη του γίνονται κουτσομπολιά.

«Έλα, ρε Άννα» της λέγαμε εμείς «Παιδί είναι. Θα στρώσει, όταν πάει στο Γυμνάσιο».

Η Στέλλα, ήταν το μόνιμο θέμα της συζήτησής μας. Εμείς, η υπόλοιπη παρέα, παιδιά δικά μας δεν είχαμε ακόμη, για να ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι να τα μεγαλώνεις. Μας φαίνονταν υπερβολή, ένας γονιός να αναλώνει τόσο πολύ χρόνο για να παρακολουθεί την πρόοδο του παιδιού του.

«Μα, έκανε το σπίτι της συμμαθήτριας της, της Χαρδέβογλου, μπoυρδέλο» μας είπε την φορά εκείνη, που ο μπαμπάς Χαρδέβογλου την πήρε στο τηλέφωνο, για να της παραπονεθεί, ότι η Στέλλα είχε ξηλώσει όλα τα Lego του γιού του».

Για να την παρηγορήσουμε, το ρίχναμε στη πλάκα.

«Αφού …είναι μπoυρδέλο» της λέγαμε. « Η Χαρδέβογλου, ρε Άννα, δεν είναι αυτή που πηδήχτηκε με τον μπαμπά συμμαθητή της κόρης της; Και τον μ@λάκα, τον πείραξε που η Στελλίτσα μας, χάλασε τις κατασκευές του μπουχέσα, του γιού του; Και δεν τον πειράζει, τον λεβεντομ@λάκα, που η γυναίκα του πηδιέται με όποιον βρει;»

Δεν βαριέσαι. Στα παιδικά πάρτι συμβαίνουν αυτά. Τα παιδιά απασχολούνται από κανένα δύστυχο κλόουν και οι μπαμπάδες φλερτάρουν τις ξένες μαμάδες.

Εμείς, βέβαια, παρά τα παράπονα, που συνεχώς μας εξομολογούταν η Άννα, την Στέλλα την γουστάραμε.

Γιατί ήταν ένα ζεστό και πάντα χαμογελαστό κοριτσάκι.

Τι την έκανε να την λατρεύουμε στην παρέα; Η όμορφη φωνούλα της.

Ιδιαίτερα, όταν τραγουδούσε την Μηλίτσα και τον Βουτυρένιο από την Ντενεκεδούπολη του Μαρκόπουλου.

Και χαζεύαμε τα θεατρικά της νάζια, στις φωνητικές αλλαγές των μικρών πρωταγωνιστών, αυτής της όμορφης θεατρικής παράστασης.

Τα χρόνια περνούσαν, η Στέλλα μεγάλωνε και με τα χίλια ζόρια τέλειωσε τελικά το Δημοτικό.

Ενώ όλα τα παιδιά συμμετείχαν στις σχολικές εκδηλώσεις, η Στέλλα ήταν πάντα απέξω. Δεν της έδιναν ποτέ ρόλο σε γιορτές η σε σκετς. Σταμάτησαν μέχρι και στην παρέλαση να την βάζουν.

Πότε έγινε αυτό; Εκείνη την φορά, που κοκκάλωσε ξαφνικά στη μέση του δρόμου. Και έγινε μoυνί όλη η παρέλαση.

«Την γ@μησε την παρέλαση» μου είχε πει τότε η Άννα.

«Σιγά μωρέ, και εσύ, πώς κάνεις έτσι;» της είχα απαντήσει. «Τα ίδια δεν είχε κάνει και ο Μηνάς; Και ο Μηνάς, σήμερα, είναι Καθηγητής στο Harvard».

Και της είχα δείξει, τι έγραφα στο ημερολόγιο μου.

«Θυμάμαι τον συμμαθητή μου τον Μηνά
Τότε που κάναμε παρέλαση και εκείνος σταματούσε να προχωράει
Αγνοούσε φαίνεται τα παραγγέλματα.
Και εμείς, που του φωνάζαμε
Μηνά, τι στέκεσαι;
Μηνά, τι σκέφτεσαι;
Κάνε ένα βήμα και εσύ!
Αχ, ρε Μηνά. Εμείς πήγαμε μπροστά.
Σε αφήσαμε πίσω μόνο»

Τέλος πάντων. Οι ασήμαντες σχολικές αναμνήσεις καθόλου δεν ενδιαφέρουν τους αναγνώστες, που θέλουν γρήγορα να τελειώσουν μια ιστορία, που διαβάζουν στο Facebook.

H Στέλλα, το γλυκό αυτό κορίτσι, είναι ο πρωταγωνιστής.

«Στο Γυμνάσιο, θα την στείλω στο Αρσάκειο. Εκεί θα στρώσει. Πού θα μου πάει; Θα βάλει μυαλό» μου είχε πει η Άννα, όταν με το καλό η Στέλλα πήρε το απολυτήριο του Δημοτικού.

Μπα! Οι ίδιες μαθησιακές και συμπεριφορικές αδυναμίες εκδηλώθηκαν και στο Γυμνάσιο.

Αντιμιλούσε στους Καθηγητές, σηκωνότανε στα καλά καθούμενα και έβγαινε έξω από την τάξη, πείραζε τους σπασίκλες.

Και στα μαθήματα; Πάτος.

Ήταν και εκεί, στο Αρσάκειο, ένα ιδιαίτερο παιδί. Αγαπητό, γιατί ήταν πάντα γελαστή και χαρούμενη, αλλά προβληματικό, σύμφωνα με τα λεγόμενα των Καθηγητών του αυστηρού αυτού σχολείου.

Τις τάξεις, με το ζόρι τις πέρναγε. Αν ήταν άλλες εποχές, δεν θα το άφηναν να συνεχίσει. Είχε πολλά κενά.

Δεν υπήρχε εβδομάδα, που κάποιος Καθηγητής να μην φωνάξει την Άννα, για να της κάνει κάποια παρατήρηση, ή μια ευγενική σύσταση να πάρουν το παιδί και να το πάνε σε κάποιο άλλο σχολείο. Ένα σχολείο, με λιγότερες απαιτήσεις.

Δεν ήθελαν, της λέγανε, να ρίξουν το επίπεδο του σχολείου η το στατιστικό μέσο όρο επιτυχίας των αποφοίτων του Αρσάκειου στις Ανώτερες σχολές.

Η Στέλλα, υστερούσε σε όλα τα μαθήματα. Όσο προχωρούσαν τα χρόνια, τα κενά φαίνονταν δυσαναπλήρωτα.

Εκεί, που δεν είχε κενά, ήταν στο χαβαλέ της τάξης. Και φυσικά, στις κοπάνες.

Α, και στο τραγούδι. Είχε ωραία φωνή η Στέλλα.

Στις εκδρομές, συνέχεια σε ένα μικρόφωνο ήτανε. Τραγουδούσε πολύ όμορφα. Αλλά, μόνο στο σχολείο. Στο σπίτι, ποτέ.

Η Άννα ούτε που είχε καταλάβει ότι η φωνή του κοριτσιού της ήταν εξαιρετική.

Μεγαλώνοντας η Στέλλα, σε ένα μάλλον αυστηρό περιβάλλον, ούτε που θα τολμούσε να πει στους γονείς της, ότι κατά βάθος της άρεσε η μουσική, το τραγούδι και η performance.

Άλλωστε, στις σχολικές γιορτές -εκεί που οι γονείς καμαρώνουν τις ιδιαίτερες χάρες των παιδιών τους- ποτέ δεν της δίνανε ρόλο. Με τα χίλια ζόρια την βάζανε στην χορωδία. Κι ας είχε υπέροχη φωνή.

«Μα, γιατί;» ρωτούσε τους Καθηγητές.

Ποιος ξέρει; Πιθανόν να φοβόντουσαν ότι κάτι θα έλεγε και θα ξεφτίλιζε την παράσταση. Και μαζί με αυτή και την ιστορία του συντηρητικού σχολείου.

Την Άννα λοιπόν, την φωνάζανε συνέχεια οι Καθηγητές. Να την ενημερώσουν, ότι η Στέλλα δεν τράβαγε.

Δεν πα’ να έκανε του κόσμου τα ιδιαίτερα, το κορίτσι τα μαθήματα τα βαριότανε.

Την φίλη μας, την Άννα, την είχε πιάσει απελπισία.

«Ούτε για Πωλήτρια super Market δεν κάνει. Πω, πω …Αλέξη. Τι θα κάνω με αυτό το παιδί;»

Ήταν το μαύρο πρόβατο της τάξης. Το bullying που έπεφτε ήταν άλλο πράγμα.

Αλλά τότε, πριν από δέκα χρόνια, όταν η Στέλλα πήγαινε σχολείο, ο όρος δεν ήταν ακόμη δόκιμος.

Και είναι απορίας άξιο, γιατί οι νέοι γονείς ζοχαδιάζονται όταν κάποιοι πειράξουν το παιδί τους.

Φαίνεται ξέχασαν ότι στα χρόνια, που εκείνοι πήγαιναν σχολείο, τον ομοφυλόφιλο συμμαθητή τους τον λέγανε πoύστη, τον υπέρβαρο παιδοβούβαλο και το παιδί με τις ειδικές δεξιότητες καθυστερημένο.

Να είναι καλά όμως ο φιλελευθερισμός. Η πρόοδος και η ανάπτυξη δεν περιορίστηκε στην οικονομία. Έκανε ντου στον κοινωνικό καθωσπρεπισμό.

Αυτές τις χυδαίες λεκτικές ακρότητες, δεν τις ανέχεται πια.

Η Άννα λοιπόν, η φίλη μας, βίωνε και αυτή το δικό της bullying. Το ψυχολογικό,

Την καλούσε ο Διευθυντής, για να της συστήσει να αλλάξει σχολείο. Να μην υποβαθμίζει το επίπεδο της τάξης.

Την καλούσαν και οι Καθηγητές. Πάντα για παρατηρήσεις, συστάσεις η και ειδικότερες συμβουλές. Μέχρι και σε ψυχολόγο, της πρότειναν να στείλει το παιδί.

Γιατί; Γιατί η Στέλλα μπέρδεψε τους επτά σοφούς με τους επτά νάνους. Και είπε ότι ο Σόλωνας ήταν ένας από τους επτά νάνους της αρχαιότητας.

Από φιλόλογο μέχρι μαθηματικό και από φυσικό μέχρι βιολόγο, δεν υπήρχε Καθηγητής μαθήματος, που να μην είχε καλέσει την Άννα.

Και πάντα, η φίλη μου η Άννα, έφευγε με σκυμμένο το κεφάλι.

Η απελπισία της κορυφώθηκε, όταν την κάλεσε και ο Γυμναστής.

«Το κορίτσι τεμπελιάζει. Δεν κάνει ούτε μια άσκηση. Κοροϊδεύει τα πάντα» της είπε.

«Το ξέρω. Είναι λίγο τεμπέλα» απάντησε σχεδόν απελπισμένη.

Το είχε πάρει απόφαση, η Άννα. Το παιδί αυτό, η Στέλλα, σε τίποτα δεν έδειχνε να έχει μια κλίση.

«Τι να κάνω Αλέξη;» με ρωτούσε «Έχω παιδί προβληματικό».

«Τίποτα, Άννα μου, να μη κάνεις. Άνθρωπο που γελάει, μην το φοβάσαι» της έλεγα.

Το έλεγα και το πίστευα. Γιατί η Στέλλα, όποτε πήγαινα σπίτι, με αγκάλιαζε με θέρμη και μου έλεγε αστεία.

Την έκανα χάζι, την Στέλλα. Οι απαντήσεις της, δεν έδειχναν χαζό κορίτσι.

«Ρε Άννα», της είπα μια φορά, «Μήπως το έχουν παρεξηγήσει το παιδί, οι Καθηγητές; Δεν μπορεί να είναι τελείως άχρηστη η Στέλλα. Κάποια δεξιότητα θα έχει και οι μ@λάκες δεν μπορούν να την βρουν».

-Τι να παρεξηγήσουν, μώρέ Αλέξη, δεν την βλέπεις; Μεσ΄ την τρελή χαρά είναι. Πότε θα βάλει μυαλό;».

«Δεν χρειάζεται» της είπα. «Θα είναι μια γυναίκα όμορφη με χιούμορ. Της αρέσει, να μαγειρεύει;”.

-Όχι. Ούτε αυτό.

-Δεν πειράζει. Θα μάθει. Δε μου λες; Τι φοβάσαι; Μη και μείνει στο ράφι;

-Ε! Ναι. Χωρίς πτυχίο. Ποιος θα την θέλει;

«Μη σε νοιάζει, ρε. Θα την παντρευτώ εγώ, εάν χωρίσω» της έλεγα στα αστεία.

Περνούσαν τα χρόνια, πέρναγε και τις τάξεις η Στέλλα- όπως τις πέρναγε δηλαδή- και είχε φτάσει κοντά στα δεκαεφτά της.

Τι θα έκανε όταν με το καλό τέλειωνε; Κανείς δεν ήξερε. Και φυσικά, ούτε η Άννα, που είχε πέσει σχεδόν σε κατάθλιψη.

Μέχρι που… Την θυμάμαι εκείνη την μέρα. Συνάντησα τυχαία την Άννα. Ήταν όλο χαρά.

-Τι έγινε ρε Άννα; Μια χαρά σε βλέπω. Τι κάνει, η φίλη μου η Στέλλα;

-Καλά είναι! Πού να στα λέω. Θα πεθάνεις στα γέλια.

-Για πες τα.

-Άκου, Αλέξη. Δεν θα το πιστέψεις. Με κάλεσε στο Αρσάκειο τις προάλλες, η Καθηγήτρια της Μουσικής.

«Γιατί;» την ρώτησα και εγώ γελώντας. «Πήρε καμία καραμούζα και χάλασε το μάθημα της μουσικής;»

-Όχι βρε, σταμάτα. Μου λέει, η μουσικός: «Κυρία μου, Θέλω να σας μιλήσω για το παιδί σας, την Στέλλα. Θέλω να με ακούσετε».

Ξέρεις τώρα πως τα λένε οι Καθηγητές, όταν αρχίζουν με ευγένεια να σου μιλάνε.

«Θεέ μου» σκέφθηκα, « όχι και στην μουσική προβλήματα. Δεν θα το αντέξω αυτό».

Τα είχα ακούσει όλα πια, για αυτό το κορίτσι….Καταλαβαίνεις…

-Έλα ρε… Χα, χα… Τι την πείραξε την Καθηγήτρια. Είχε μπερδέψει το σολφέζ, η Στέλλα μας; Φαντάζομαι, θα την έγραψες κανονικά. Συνηθισμένο το βουνό από τα χιόνια έτσι; Για συνέχισε…

«Ε ναι, συνηθισμένη στις προσβολές» μου είπε.

«Ήμουνα, που λες, έτοιμη να της πω να πάει να γ@μηθεί, και το Αρσάκειο, και η κάθε μ@λακισμένη που το τέλειωσε. Ωχ! Συγγνώμη. Και η δικιά σου, Αρσάκειο, δεν τέλειωσε; Τα έχω χαμένα, Αλέξη, με αυτά που έχουν συμβεί. Συγχώρεσε με. Αλλά, δεν πίστευα στα αυτιά μου»

Μου μιλούσε και η φωνή της έτρεμε. Την έπιασα από το μπράτσο.

«Έλα, ρε Αννούλα, πες μου. Εσύ παιδί μου, κοντεύεις να λιποθυμήσεις. Τι έγινε επιτέλους με αυτή τη γ@μημένη την μουσικό;»

Οι ψυχολόγοι λένε-και δεν έχουν άδικο- ότι , όταν ένας άνθρωπος ετοιμάζεται να πει σε ένα άλλον κάτι, το οποίο δεν περιμένει να ακούσει, τότε -πιθανόν ασυνείδητα- έχει προηγούμενα δραματοποιήσει τον λόγο του.
Το κατάλαβα. Περίμενα να ακούσω κάτι, που πιθανόν δεν θα μπορούσα να φανταστώ.

«Αλέξη, η μουσικός μου είπε ότι η Στέλλα έχει καταπληκτική φωνή. Και θα πρέπει να την καλλιεργήσει. Μου είπε, ότι μπορεί να φτάσει πολύ ψηλά. Έχει ένα σπάνιο ταλέντο. Θεέ μου, δεν μπορώ ακόμη να το συνειδητοποιήσω»

-Μπράβο Άννα. Είδες; Μπορεί να γίνει τραγουδίστρια. Σαν την Άντζυ Σαμίου η την Έφη Σαρρή. Θα βγάζει πιο πολλά λεφτά από εμάς, που τελειώσαμε Πανεπιστήμια. Είδες που στα έλεγα, ότι πρέπει να έχει κάποιο κρυμμένο ταλέντο; Θα πηγαίνουμε μαζί στα μπουζούκια να την ακούμε. Χα, χα…

Πήρε ξαφνικά το σοβαρό της ύφος.

-Δεν κατάλαβες, Αλέξη. Η Στέλλα δεν έχει φωνή για λαϊκό τραγούδι.

«Αλλά, για τι;» την ρώτησα με απορία. Δεν μπορούσα να φανταστώ την απάντησή της.

-Έχει φωνητικές ικανότητες υψιφώνου. Ναι, όπως τα ακούς. Δεν μπορώ ακόμη, να το πιστέψω. Ξέρεις βρε τι έκανε το ευλογημένο κορίτσι; Τώρα τα έμαθα και εγώ όλα. Δεν μας έλεγε τίποτα. Κλειδωνόταν στο δωμάτιο και διάβαζε κρυφά λιμπρέτα. Όταν τα βράδια φεύγαμε, τραγουδούσε άριες. Φρόντιζε, να λείπουμε όλοι μας. Ακόμη και η αδελφή της.

«Και ξέρεις, ποια είναι η πλάκα;» μου είπε γελώντας.

-Έλα ρε, λέγε. Πολύ με συγκίνησες, να το ξέρεις.

-Μου τηλεφωνούσε μια γειτόνισσα και μου έλεγε να πω στη Στέλλα, να μην ουρλιάζει. Δεν έδινα σημασία. Νόμιζα, ότι ήταν μια από τις συνηθισμένες πλάκες της. Ωραία φωνή είχε, εντάξει, αυτό το ξέραμε. Αλλά να κάθεται και να μελετάει όπερες; Τις ξέρει, παιδί μου, όλες. Απ’ έξω και ανακατωτά.

«Και τώρα; Τώρα Άννα, τι σκέφτεσαι να κάνεις;» την ρώτησα.

-Η Καθηγήτρια της μουσικής της, μου είπε να την γράψω σε μια σχολή της Εθνικής Λυρικής για υψίφωνους. Αν τα πάει καλά- αυτή πιστεύει πάρα πολύ στην Στέλλα-, μόλις τελειώσει, θα πάει να κάνει audition. Αν την περάσει, θα φύγει στην Αγγλία για ανώτερες σπουδές.

Τα χρόνια πέρασαν. Η Στέλλα, όχι μόνο τέλειωσε την σχολή, αλλά πήρε και υποτροφία, στα είκοσι της, για την Royal Opera του Covent Garden.

Φεύγοντας, της είπα, ότι κάποτε θα ήθελα να ακούσω από αυτήν, την άρια του Fiordiligi. Από την αγαπημένη μου όπερα του Mozart, “Cosi fan tutte”.

Από τότε που έφυγε η Στέλλα για την Αγγλία, την έχασα. Και μαζί με αυτήν και την Άννα.

Πέρασαν γρήγορα τα χρόνια. Και πριν από λίγες μέρες, στις εννέα του Δεκέμβρη, ανήμερα της Αγίας Άννας, που τηλεφώνησα στην Άννα, να της ευχηθώ για την γιορτή της, την ρώτησα με την ευκαιρία, πώς τα πάει η Στέλλα.

«Κάνει καταπληκτική καριέρα, Αλέξη. Στο εξωτερικό, πάντα. Γυρίζει από Opera σε Opera. Σε λίγο καιρό, μόλις τελειώσει κάτι εξειδικευμένα courses, θα γίνει prima soprano. Θα έχει και δικό της Manager. Έχει παχύνει λίγο, αλλά δεν βαριέσαι. Oλες οι πριμαντόνες χοντρές είναι. Είμαι πολύ περήφανη. Θα σου στείλω ένα video της και από το YouTube. Είναι από μια όπερα, που ξέρω ότι σου αρέσει».

Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά, από την ώρα που κλείσαμε το τηλέφωνο μου.

Στην αλληλογραφία μου βρήκα ένα link για το YouTube.

To άνοιξα αμέσως.

Και ενώ περίμενα να δω την χοντρή, την χοντρή που βγαίνει πάντα όταν πέφτει η αυλαία, είδα ένα πανέμορφο κορίτσι, να τραγουδάει την άρια του Fiordiligi.

Συγκινήθηκα, σαν να ήτανε η δική μου κόρη.

Ήταν η Στέλλα. Το κορίτσι που κανείς δεν εκτιμούσε, ότι μπορούσε να καταφέρει κάτι.

Να είσαι πάντα καλά Στέλλα! Να σε χαίρονται οι γονείς σου.

Και να έχεις μια καλή τύχη στη ζωή σου.

Γ.Κ.

ΥΓ. Η Στέλλα, είκοσι πέντε χρονών σήμερα, είναι ένα εξαιρετικά σεμνό κορίτσι. Αν και αρκετά όμορφη, νομίζω ότι η προβολή της με photo, δεν θα της άρεσε καθόλου. Για αυτό και δεν της έβαλα. Η photo, είναι από μια άλλη soprano. Την Rebecca Pedersen.

(Αγαπητέ φίλε, κάθε παιδί, κάθε άνθρωπος έχει την δική του περίπτωση. Κάποιοι το λένε ιδιαιτερότητα ή διαφορετικότητα, εγώ το λέω μοναδικότητα. Πολλά παιδιά είχαν και έχουν προβλήματα στην ενήλικη ζωή τους επειδή, στα μικρά τους χρόνια, δεν βρέθηκε κάποιος να καταλάβει την περίπτωσή τους. Ακόμα και πάρα πολύ καλοί άνθρωποι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν, ως γονείς, πως το παιδί τους ήθελε μια ειδική αντιμετώπιση. Πολλά παιδιά δεν συμβαδίζουν με τη μέση αντίληψη της κοινωνίας για τα παιδιά, την αντίληψη για το αγόρι, την αντίληψη για το κορίτσι. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι άχρηστα. Συνήθως, σημαίνει το αντίθετο. Πάντα σκεφτόμουν πως τα ελεύθερα και έξυπνα παιδιά αντιδρούν στην κρεατομηχανή του σχολείου. Αν κι εκεί είναι πολύ πιθανό να βρεθεί ένας φωτισμένος δάσκαλος που θα αντιληφθεί αυτό που δεν μπορούν να αντιληφθούν οι γονείς. Να είστε καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.