Όλα καλά

Το τελευταίο διάστημα έχω παρατηρήσει πως οι πολιτικές συζητήσεις και το Μνημόνιο έχουν γίνει θέμα ταμπού στις παρέες. Κανείς δεν θέλει να συζητάει πια για αυτά.

Αν κάποιος πάει τη συζήτηση προς τα εκεί, οι υπόλοιποι τον αντιμετωπίζουν σαν να τους κάνει επίθεση.

Έτσι, έχουμε βρεθεί να συζητάμε πάλι όλα αυτά που κυριαρχούσαν στις συζητήσεις τα χρόνια της «ευμάρειας» που «ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας».

Γκομενικά, σχέσεις, παιδιά, μάνες, πατεράδες, ζώδια, κουτσομπολιά και άλλα τέτοια.

Αυτορρυθμίζονται με κάποιο τρόπο οι κοινωνίες, ώστε να μπορούν να λειτουργούν και στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται.

Βέβαια, τα πολιτικά θέματα και το Μνημόνιο μπαίνουν με πλάγιο τρόπο στη συζήτηση.

Όταν μια φίλη -που έχει δουλειά- λέει πως ο καλός της είναι 35 χρονών, είναι τρία χρόνια άνεργος, έχει τρομερά νεύρα, η σχέση τους πάει κατά διαόλου και δεν ξέρει τι θα κάνει, είναι προφανές πως η πολιτική μπαίνει στη συζήτηση· εκτός αν το γεγονός ότι ο καλός της δεν έχει δουλειά και δεν μπορεί να την πάει ούτε για καφέ -γιατί είναι περήφανος και δεν δέχεται να του τον πληρώσει αυτή- αποδοθεί στην κακή του τύχη και στον ανάδρομο Ερμή.

Όταν ακούς ένα ζευγάρι φίλων να λένε πως μεγαλώνουν το παιδί τους με την οικονομική βοήθεια των γονιών τους -και δεν ξέρουν πώς θα το μεγαλώσουν αν πεθάνουν οι γονείς τους-, πάλι μπαίνει η πολιτική στη συζήτηση.

Όταν δε φέρνουν στην κουβέντα την σκέψη για δεύτερο παιδί, για να έχει ένα αδερφάκι ο Δημητράκης, και αρχίζουν να υπολογίζουν τα χρόνια που πιστεύουν πως θα ζήσουν οι γονείς τους -για να δουν αν θα μπορούν να τους βοηθήσουν να το μεγαλώσουν-, η συζήτηση παίρνει κωμικοτραγικές διαστάσεις.

Παρ’ όλ’ αυτά, αυτές οι συζητήσεις μένουν σε αυτό το στάδιο.

Σχεδόν κανείς δεν λέει πως κάτι πρέπει να κάνουμε για όλα αυτά.

Προφανώς, οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να αλλάξουν την κατάσταση, οπότε δεν έχει και νόημα να το συζητάνε.

Ακούς ανθρώπους να σου λένε πως είναι δώδεκα, δέκα, πέντε ή τρεις μήνες απλήρωτοι και μοιάζουν να έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα πως μπορεί να μην πληρωθούν ποτέ ή πως θα εργάζονται δωρεάν σαν χόμπι.

Βλέπεις ανθρώπους να κάνουν τρεις δουλειές -όλες σχεδόν κάτι σαν δουλειά και όλες κακοπληρωμένες-, να δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ για να πάρουν λιγότερα χρήματα από όσα έπαιρναν από τη μια δουλειά που έκαναν πριν από μερικά χρόνια, να μην ζουν ουσιαστικά, και μοιάζουν να το έχουν αποδεχτεί.

Πρέπει να αντιδράσουμε και να αντεπιτεθούμε.

Αν έχουμε έρθει σε αυτή τη ζωή για να ζήσουμε, πρέπει να διεκδικήσουμε το δικαίωμα να ζήσουμε ανθρώπινα.

Αλήθεια, ποιανού τη ζωή έχουμε έρθει να ζήσουμε;

Τη δική μας ή κάποιου άλλου;

Βλέπω κάθε μέρα ανθρώπους να γίνονται κάποιος άλλος.

Κι αυτός ο άλλος είναι κάπως τρομακτικός.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.