Γλυκές αναμνήσεις

Κάθομαι και ξεμπουκώνω από τα σκατοσπρέι που έχω εισπνεύσει καθαρίζοντας το ποδηλατάκι μου, αγαπημένε μου Πιτσιρίκο​ – πήγα να γράψω “αγαπητέ” αλλά δεν μου έκατσε καλά, λες και στέλνουμε επαγγελματικές επιστολές ακούγεται –, και έβαλα να διαβάσω λίγο το μπλογκ.

Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να προλαβαίνω να σου γράφω λίγο πιο συχνά αλλά οι καιροί είναι δύσκολοι και δεν βρίσκω τον χρόνο να συμμαζέψω πέντε σκέψεις.

Εδώ παλιότερα και το κάθε μέιλ γραφόταν σε 2-3 δόσεις, και όταν το ξαναδιάβαζα στο μπλογκ φαινόταν σαν να το είχα γράψει μεθυσμένος (εγώ και ο Μπουκόφσκι και άλλος κανένας).

Τώρα, όμως, η γυναίκα ταξιδεύει για ένα σεμινάριο, εγώ είμαι σε μια μικρή αδειούλα γιατί τους σιχάθηκα κάτι ψιλά, οπότε τέρμα οι δικαιολογίες και ώρα να σου γράψω και εγώ κάτι μην και νομίσεις πως δεν σε αγαπάω πια.

Οι συνθήκες είναι ιδανικές. Είμαι αραχτός με το σώβρακο, ένα πόδι στον καναπέ και το άλλο στο τραπέζι, ο John Coltrane λέει για τα αγαπημένα του πράγματα στο background και γενικά δεν ξέρω αν κατάφερα να αποδώσω το ειδυλλιακό του πράγματος, αλλά πάντως προσπάθησα σκληρά.

Κάτι λοιπόν τα αγαπημένα πράγματα, κάτι τα διάφορα κείμενα για τις κωλοφυλλάδες που κλείσαν και στα τσακίδια, μου ήρθε φλασιά από την παιδική μου ηλικία:

Η ώρα τρεις και κάτι το μεσημέρι, το κλειδί γυρνάει στην πόρτα και μπαίνει ο πατέρας μου. Εγώ με τον αδερφό μου έχουμε ήδη φτάσει στην πόρτα και του αρπάζουμε την εφημερίδα από τα χέρια.

Ξάπλα λοιπόν στο πάτωμα, η εφημερίδα στη μέση, και δώσ’ του ξεφύλλισμα.

Μέχρι να αλλάξει ο πατέρας μου και να κάτσουμε στο τραπέζι είμαστε στα αθλητικά και η μάνα μου φωνάζει από μέσα να σηκωθούμε.

Αυτό πάνω από τριάντα χρόνια πριν – ω ρε φίλε, γράφω “τριάντα” και ανατριχιάζω!

Θυμάμαι να αλλάζει το φορμάτ και να μικραίνει το μέγεθος στις εφημερίδες, και να λέμε με τον αδερφό πως “μαλακία, τώρα είναι σαν περιοδικό”.

Επίσης, θυμάμαι τον πατέρα μου να αρχίζει να αγοράζει Ελευθεροτυπία μαζί με τα Νέα για μια περίοδο στα τέλη του ‘90 πριν κάνει τελείως την μετάβαση, και καπάκι να έρχεται σιγά σιγά και το κυριακάτικο Βήμα.

Το Βήμα το βαριόμουν ελεεινά πρώτον γιατί είχα φτάσει πλέον στην ηλικία που κοίταζα με κάψα τις γυναίκες και δεύτερον γιατί μου φαινόταν πως αυτοί που έγραφαν εκείνα τα ατελείωτα άρθρα ανήκαν στην κατηγορία των ανθρώπων που οι γυναίκες δεν τους πλησίαζαν ούτε με αντιασφυξιογόνα μάσκα, και δεν ήθελα να αποκτήσω τέτοιες επιρροές. Πες το ένστικτο…

Ήταν από τα αγαπημένα πράγματα της παιδικής μας ηλικίας η ξάπλα μπρούμυτα και ο τσακωμός πάνω από την φυλλάδα “κάτσε ρε, διαβάζω ακόμα, μη γυρνάς” κλπ. Το τελετουργικό περισσότερο παρά το περιεχόμενο.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, κάτι είχε αλλάξει.

Θες η μικρή ηλικία που έφυγα από την χώρα και ξέκοψα από τα πράγματα για πολλά χρόνια, θες πως μεγάλωσα εγώ και άλλαξαν τόσο ο τρόπος που έβλεπα τα πράγματα όταν γύρισα, όσο και τα ίδια τα πράγματα.

Το μεγάλο σπάσιμο με τον τύπο το τοποθετώ στην φάση που το Ποντίκι άλλαξε χέρια.

Να, ξέχασα το Ποντίκι!

Όταν είχε εκδότη τον Παπαϊωάννου, άξιζε κάθε σελίδα του, μετά έγινε μια άχρωμη και άοσμη έκδοση, μακριά από το πνεύμα στο οποίο είχα συνηθίσει.

Κάπου εκεί μου φάνηκε πως η πληροφόρηση μέσω των εντύπων ήταν χαμένος χρόνος και το γύρισα τελείως στο διαδίκτυο.

Είχα έτσι κι αλλιώς ήδη συγκρουστεί με την ελληνική πραγματικότητα και είχα καταλάβει πως ούτε αυτό που διάβαζα ούτε αυτό που μου διηγούταν ο πατέρας μου όσο ήμουν μακρυά είχαν σχέση με αυτό που θα αντιμετώπιζα στην μικρή χρονικά αλλά πλούσια σε εμπειρίες παραμονή μου στην γενέτειρα χώρα.

Αποφεύγω συνειδητά να την χαρακτηρίσω πατρίδα γιατί είναι πολύ σοβαρή λέξη και, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορώ να την αποδώσω σε καμία από τις τρεις χώρες που ζω ή έζησα.

Πατρίδα είναι στο μυαλό μου ένας τόπος για τον οποίο θα πολεμούσα και θα θυσίαζα τη ζωή μου, και έναν τέτοιο τόπο δεν τον έχω συναντήσει.

Εκτός αυτού είμαι και ανοιχτά ένας δειλός άνθρωπος, οπότε παίζει και αυτό τον ρόλο του, σαφώς.

Όπου βλέπω τραπέζι κάθομαι και τρώω, όπου βλέπω ξύλο σηκώνομαι και τρέχω.

Η στροφή μου λοιπόν στην διαδικτυακή ενημέρωση με έφερε σε επαφή με διάφορες ενδιαφέρουσες ιδέες και με ένα σωρό ακαθαρσίες.

Τόσο τις μεν όσο και τις δε, κατανόησα ως ένα βαθμό και προσπαθώ να το κάνω ακόμα βαθύτερα και με τη βοήθεια της επιστήμης, συνδυάζοντας αυτό που βλέπω κάθε μέρα στη δουλειά μου και προσπαθώντας να βάλω δίπλα δίπλα τους παθολογικούς και βιολογικούς μαζί με τους πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτισμικούς και άλλους παράγοντες.

Είναι ένα πολύπλοκο παζλ φυσικά και πολλές φορές τα αποτελέσματα μπορεί να σε αφήνουν άναυδο, κυρίως γιατί συχνά πυκνά καταλήγει κανείς μέσα από πολλή σκέψη και ανάλυση στο πασιφανές και αυταπόδεικτο.

Και εκεί απλά αισθάνομαι λίγο περισσότερο μαλάκας από ότι πριν.

Εκτός αυτού, ακριβώς επειδή το παζλ είναι πολυσύνθετο, τείνει κανείς να επικεντρώνεται στην προσπάθειά του να το ολοκληρώσει και να αγνοεί την περίπτωση να του λείπουν και κάποιες δεκάδες ή εκατοντάδες από τα χιλιάδες μικρά κομμάτια που να το συνθέτουν.

Σπάνια ακούς κάποιον να παραδέχεται πως είναι περισσότερα τα πράγματα που δεν γνωρίζει για ένα θέμα από αυτά που γνωρίζει.

Παρ’ όλα αυτά, διατυμπανίζουν οι περισσότεροι τα συμπεράσματά τους σαν να ήταν οικουμενικές αλήθειες.

Δεν θέλει να είσαι και καμιά μαθηματική διάνοια για να ξέρεις πως, αν για μια εξίσωση δεν έχεις όλα τα στοιχεία που χρειάζεται για να λυθεί, τότε είναι απλά αδύνατο να λυθεί.

Αλλά όχι, θα κορδωθούν και με σιγουριά και στόμφο θα πουν πως η “απάντηση στο απόλυτο ερώτημα για το σύμπαν, τη ζωή και τα πάντα, είναι 42”, όπως έλεγε και ο Douglas Adams.

Και φυσικά, τρέχεις μετά σαν μαλάκας να βρεις και μια ερώτηση που να ταιριάζει στην απάντηση, αφού δεν την ήξερες εξ αρχής.

Κάπως έτσι, μετά την έλευση του διαδικτύου, συνειδητοποίησα πως αυθεντίες και γκουρού δεν υπάρχουν.

Αν υπήρχαν, θα είχε λυθεί το πρόβλημα.

Το δίκτυο δείνει την δυνατότητα συλλογής/ανταλλαγής/διάδοσης/ανάλυσης πληροφοριών που η ανθρωπότητα δεν είχε γνωρίσει ποτέ στις λίγες χιλιάδες χρόνων ιστορίας της – εκτός και αν θέλουμε να πιστέψουμε στους Ελ και την τεχνολογία του θεού Απόλλωνα που μοσχοπουλήθηκε στην αμερικανική κυβέρνηση.

Επειδή, όμως, δεν υπάρχουν αυθεντίες, έχουμε την εξίσωση στη θέση της και άλυτη.

Ο καθένας μας κοιτάει και το μόνο που βλέπει είναι ένα πολύ μικρό μέρος του προβλήματος, όσες πληροφορίες και να μαζέψει, όσες ώρες και να τις αναλύσει.

Φυσικά, δεν ισχυρίζομαι πως είναι όλοι το ίδιο χαζοί με εμένα· σαφώς, κάποιοι είναι πολύ πιο έξυπνοι.

Εξετάζω το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους να λύσουν το πρόβλημα, ή έστω να το κατανοήσουν σε ένα επίπεδο πέρα του καθαρά φιλοσοφικού, και η πρόοδος θα έλεγα πως είναι μηδαμινή αν όχι ανύπαρκτη. Και αυτό αν είσαι αισιόδοξος.

Tελικά, κοιτώντας τις πληροφορίες, αποφεύγει ο καθένας να δει την πραγματικότητα γύρω του. Να κοιτάξει πέρα από την οθόνη του υπολογιστή και του κινητού του.

Δεν βλέπει τα πρόσωπα του κόσμου στο δρόμο και στο λεωφορείο, τον τρόπο που κινούνται, που μιλάνε, που καπνίζουν και που γελάνε. Δεν κοιτάζει πως κοιτάζουν και αν κοιτάζουν έστω.

Δεν κοιτάζει την πραγματικότητα ο κόσμος, στο έχω ξαναγράψει αγαπημένε μου Πιτσιρίκο.

Οι δύο διαστάσεις έχουν καταλάβει τη θέση των τριών στη ζωή και τα πρόσωπα στις σειρές και οι φάτσες στα κοινωνικά δίκτυα και στις διάφορες ιστοσελίδες φαντάζουν πιο πραγματικές από την ίδια την πραγματικότητα.

Ταυτόχρονα, προσπαθούμε να λύσουμε τα μεγάλα προβλήματα, ίσως για να ξεφύγουμε από τα μικρά που μας κατατρέχουν στην καθημερινή μας ζωή.

“Εγώ το έχω το πρόβλημα, που (συμπληρώστε το σεκλέτι της αρεσκείας σας);

Εδώ οι αμερικάνοι ψηφίσαν τον (συμπληρώστε την μαριονέτα που σας κάθεται χειρότερα) και βομβαρδίζουν την (συμπληρώστε τις πρώτες δέκα χώρες που σας περνάνε από το μυαλό, λογικά τις περισσότερες τις ακούσατε εχθές στις ειδήσεις και αυτό γιατί τις βομβαρδίζουν, οπότε μέσα θα πέσετε)”.

Η απάντηση, φυσικά, στην παραπάνω ρητορική ερώτηση είναι πως, ναι, παίζει να το έχεις εσύ το πρόβλημα γιατί δεν ζεις στην Αμερική, δεν έχεις τίποτα προσωπικό ή επαγγελματικό ενάντια στον πρόεδρό της (δεν θα ζούσες για να το διηγηθείς), και ούτε που ξέρεις κατά πού πέφτουν οι χώρες που βομβαρδίζονται.

Οπότε, άσε με να μαντέψω και μπορεί να πέσω και μέσα, απλή διαίσθηση: Έχεις καιρό να γ@μήσεις φίλε/η μου, και δεν το λέω ούτε περιπαιχτικά ούτε υποτιμητικά.

Έτυχε και σε εμένα ουκ ολίγες φορές και κανείς και τίποτα δεν αποκλείει πως θα μου ξανατύχει.

Πάλι καλά που λόγω ηλικίας δεν θα χρειάζεται να ασχολούμαι με τον εαυτό μου τρεις φορές την ημέρα.

Πάει, πέρασαν οι χρυσές εκείνες εποχές.

Εδώ να ξεκαθαρίσω πως δεν παίρνω το μέρος της ιδιωτείας, «τα προβλήματα του κόσμου δεν με ενδιαφέρουν γιατί έχω τα δικά μου» κλπ.

Απλά είμαι σίγουρος πως στην αρχαία Αθήνα δεν σπάγαν και τα @ρχίδια τους σε καθημερινή βάση για το τι συμβαίνει στις σκοτεινές και άγνωστες χώρες του κόσμου, όσο και αν αυτό είχε να κάνει με το ότι δεν βομβαρδίζονταν καθημερινά με ειδήσεις από εκεί.

Κάποιου είδους ιεραρχία στα προβλήματα θα υπήρχε, και τα του δήμου θα ήταν ψηλότερα από τα άλλα.

Οπότε εκεί που θα καιγόταν η Ακρόπολη, ο μαλ@κας που θα έλεγε “μου είπε ένας ξάδερφος που ήρθε εχθές από την Υπερβορέα…” θα αντιμετωπιζόταν με βροχή σφαλιάρας.

Τελικά, γράφω όλες αυτές τις παπαριές για να καταλήξω πως η αλήθεια που κρύβεται σε μια από τις αγαπημένες σου φράσεις με την ανάλυση και την παράλυση είναι πιο σημαντική από την απλή ομοιοκαταληξία της.

Αν δοκιμάσουμε να κόψουμε για ένα φεγγάρι την πολλή παγκόσμια πληροφορία, και να προσπαθήσουμε να δράσουμε με την λίγη, την άμεσα προσβάσιμη, ευκολότερα διαχειρίσιμη και εγγύτερη σε επίδραση, πιστεύω πως μπορεί να αισθανθούμε πιο ενεργοί και ολοκληρωμένοι πολίτες/επαγγελματίες/σύντροφοι/φίλοι/γονείς.

Ή μπορεί να αποτύχουμε και να λυγίσουμε κάτω από το βάρος της πεζής καθημερινότητας, και να το ρίξουμε στους αμερικάνους που καταπιέζουν τις μειονότητες για να ξεχαστούμε.

Ή μπορεί και να κάνω και τελείως λάθος οπότε αγνοήστε όλο αυτό που διαβάσατε και γυρίστε στα κοινωνικά δίκτυα, στις θεωρίες συνωμοσίας και στις διάφορες αναλύσεις.

Πάλι ασύνδετο το κείμενο, μεταξύ στεγνώματος ποδηλάτου, τηλεφωνημάτων από συναδέλφους που ανησύχησαν γιατί χάθηκα από τη δουλειά – τους ψέλλισα αγχωμένα πως ανησυχώ για την κατάσταση στην Αμερική και κατανόησαν πλήρως – και διάφορα άλλα.

Πάντως, σου έγραψα και μου έφυγε το μαράζι.

Επίσης, αντιλαμβάνομαι πως είναι μεγάλη η πιθανότητα κάποιοι από τους φίλους που γράφουν τις – ομολογουμένως ενδιαφέρουσες – αναλύσεις, να θιχτούν θεωρώντας πως αναφέρομαι σε αυτούς και με κάποιο τρόπο τους σνομπάρω ή τους χλευάζω.

Μακριά από εμένα, ο καθένας κάνει ό,τι αγαπάει με τον χρόνο του και σκέφτεται και λέει ό,τι γουστάρει. Σιγά μην μου δώσουν και λογαριασμό, εμένα και στον καθένα που σκέφτεται διαφορετικά.

Απλά, προσπαθώ να πω ότι, αν κοιτάξεις γύρω σου, εννοώντας πραγματικά μέχρι εκεί που βλέπει το μάτι σου, ίσως να πάρεις μια βαθειά ανάσα και να αισθανθείς πως τελικά ο ρόλος σου στην πραγματικότητα είναι μεγαλύτερος από αυτό που πιστεύεις όταν κοιτάς το παγκόσμιο στερέωμα.

Και πάλι θα πει κάποιος πως σε άλλο κείμενο υποτιμώ τον εθελοντισμό και την προσωπική δράση γιατί το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο.

Όταν λέω να κοιτάξουμε γύρω μας, δεν εννοώ απαραίτητα να λύσουμε προβλήματα, εννοώ να δούμε, να συναναστραφούμε, να ασχοληθούμε με τους γύρω μας πέρα από ιδεολογικό πλαίσιο και ακτιβισμό.

Να εμπλακούμε πραγματικά με τον εαυτό μας και να εξερευνήσουμε τον ρόλο μας στην δική μας μικρή πραγματικότητα, και με τους δικούς μας ανθρώπους πριν αρχίσουμε την δράση κατά των μεγαλύτερων προβλημάτων.

Πιστεύω πως αξίζει μια δοκιμή, έτσι κι αλλιώς η άλλη εναλλακτική εκεί θα είναι και θα περιμένει.

Με φιλικούς χαιρετισμούς από την κουραστική τον τελευταίο καιρό Σκανδιναβία

Βασίλης

Υ.Γ. Πριν μερικές ημέρες συνάντησα τυχαία δύο γνωστούς και καθήσαμε και ήπιαμε τις μπύρες μας. Στη συζήτηση ανέφερα κάποια στιγμή πως έχω σταματήσει να διαβάζω νέα από την Ελλάδα, και πως ίσα τους τίτλους κοιτάζω σε κάποιο σάιτ, γιατί δεν με ενδιαφέρει πλέον πραγματικά τι συμβαίνει σε αυτή τη χώρα. Η απάντηση του ενός ήταν “ναι ρε μαλάκα, αφού το έχεις λύσει το πρόβλημά σου”, το οποίο εν μέρει ισχύει, αν και ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις πότε θα σκάσει το επόμενο πρόβλημα. Το δεύτερο σκέλος ήταν “επηρεάζει όμως τους δικούς σου”, το οποίο ισχύει αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό. Το τρίτο και τελευταίο σκέλος ήταν “άσε που μόνο τον Πιτσιρίκο αξίζει να διαβάζεις πλέον”, πράγμα που ισχύει, τελεία και παύλα.

(Αγαπημένε Βασίλη, εσύ θεραπεύεις τους ανθρώπους στη Σουηδία -Σουηδούς και άλλους- αλλά θεραπεύεις και εμένα. Βασίλη, τα παιδικά μας χρόνια είναι η πατρίδα μας. Θυμάμαι τον πατέρα μου με τον Ριζοσπάστη μέσα στα Νέα. Επίσης, θυμάμαι πως, όταν δούλευα τα καλοκαίρια με τον πατέρα μου στην οικοδομή, σε ηλικία 11 χρονών, όταν σταματούσαμε για κολατσιό, εγώ διάβαζα τα Νέα. Μου είχε πει ένας αρχιτέκτονας -που μου φαινόταν γέρος, δηλαδή θα ήταν 35 χρονών- πως το λιγότερο που μπορεί να διαβάζει ένας άνθρωπος στη ζωή του κάθε μέρα είναι μια εφημερίδα, οπότε εγώ το πήρα στα σοβαρά και διάβαζα εφημερίδα κάθε μέρα. Πάντως, Βασίλη, ο Μάριος Πλωρίτης που έγραφε στο Βήμα είχε πολύ μεγάλη πέραση στις γυναίκες. Τον είχα γνωρίσει τον Μάριο Πλωρίτη γιατί ήταν φίλος με κάποιους φίλους των γονιών μου. Βασίλη, η παγκοσμιοποίηση ευθύνεται για το ότι μας ενδιαφέρουν πια τα πάντα σε όλο τον κόσμο. Η ανθρωπότητα καταλαβαίνει πως βρίσκεται σε ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι και πως η μοίρα της είναι κοινή. Και μέσα από το Διαδίκτυο μπορεί να εκφράσει τις ανησυχίες της και τις προτάσεις της. Βασίλη, χρήσιμο είναι το Διαδίκτυο. Καλύτερα να μιλάνε όλοι παρά μόνο οι ελίτ και όσοι έχουν πρόσβαση. Εξάλλου, και στο Διαδίκτυο -όπως παντού- όλα είναι μετρήσιμα. Μετριόμαστε όλοι μας. Μπορεί στο Διαδίκτυο να διαβάζεις άπειρες ηλιθιότητες -και στις εφημερίδες διάβαζες- αλλά διαβάζεις και ανθρώπους, που μπορεί να ζουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εσένα, και ξαφνικά αισθάνεσαι πως δεν είσαι μόνος σου, πως και άλλοι άνθρωποι σκέφτονται και ανησυχούν για αυτό που ανησυχείς κι εσύ. Ίσως, αν υπήρχε μια κοινή παγκόσμια γλώσσα, όλα να ήταν καλύτερα. Μας χωρίζουν γλώσσες, θρησκείες, κράτη και άλλα, αλλά, ουσιαστικά, είμαστε ίδιοι. Τώρα μένει να ερωτευτούμε ο ένας τον άλλον. Το κάνουμε πιστεύω. Κι όταν έρχεται ο έρωτας, δεν σε νοιάζει ούτε αν πέσει πυρηνική βόμβα. Βασίλη, χτες, ημέρα των ερωτευμένων, τηλεφώνησα σε μια φίλη μου που δουλεύει στο σπίτι. Μου λέει «πού είσαι;», της λέω «εδώ κοντά», μου λέει «φτιάχνω καφέ, έλα». Αγοράζω μερικά κουλουράκια, πάω σπίτι της και της λέω «έφερα και κουλουράκια για τον καφέ, γιατί ζούμε σε έναν τόπο που οι άνθρωποι ήξεραν δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν πως ο έρωτας είναι πένθος». Να είσαι καλά, αγαπημένε Βασίλη. Σε ευχαριστώ.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.