Το Reunion

«Αλέξη, αποφάσισα να διαγράψω το παρελθόν σου» μου είπε η γυναίκα μου, μπαίνοντας στο γραφείο. Το ύφος της ήταν σοβαρό.

«Μπα; Πώς σε έπιασε αυτή η μεγαλοψυχία;» της απάντησα.

-Να, είπα να κοιτάξουμε το μέλλον μας. Να προγραμματίσουμε την ζωή μας, να βάλουμε στόχους. Να ξεφορτωθούμε, βρε αδελφέ, τα βαρίδια του παρελθόντος.

Δεν πίστευα στα αυτιά μου.

Ώστε λοιπόν, η γυναίκα μου- που κάθε τέλος του μήνα κατεβάζει καντήλια, όταν από το μισθό μου μεταφέρω ένα πάγιο ποσόν στο λογαριασμό της πρώην συζύγου μου- ήταν αποφασισμένη, να μη με ξαναενοχλήσει για την αποτυχία του πρώτου μου γάμου;

Η Λίνα, η πρώην σύζυγός μου, δικηγόρος στο επάγγελμα, είχε καταφέρει να βγάλει μια δικαστική απόφαση, που με υποχρέωνε κάθε μήνα να της καταβάλω ένα ποσόν για διατροφή.

Αυτό ήταν ένα πραγματικό βαρίδι του παρελθόντος. Που γίνονταν πιο επώδυνο, αφού η γυναίκα μου πλακωνότανε μαζί της, όποτε με έπαιρνε τηλέφωνο για διαδικαστικά θέματα.

-Δηλαδή, δεν θα μου μιλήσεις ποτέ ξανά, για εκείνη την νεανική μου απερισκεψία μου, που πήγα και παντρεύτηκα την Λίνα;

-Δεν μιλάω για το παρελθόν σου με αυτή τη κ@ριόλα. Για αυτήν, δεν θα σταματήσω ποτέ να μιλάω.

-Ε, τότε;

-Να, εννοώ τις πολιτικές διαφορές που μας χωρίζουν. Και μας κάνουν συχνά να τσακωνόμαστε, χωρίς λόγο.

-Δεν βαριέσαι, ρε γυναίκα. Και τι έγινε, που μαλώνουμε, πού και πού, για τους μ@λάκες;

– Βλέπεις; Στο ίδιο σπίτι ζούμε και δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε, ότι πρέπει να σταματήσουμε να τους βρίζουμε, για ότι έκαναν στο παρελθόν. Και ύστερα έχουμε την απαίτηση, να τα βρουν μεταξύ τους οι πολιτικοί.

-Γιατί ποιος σου είπε, ότι δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους; Μια χαρά τα βρίσκουνε.

-Όχι, δεν τα βρίσκουνε. Και πάει η χώρα εκεί που πάει. Και ξέρεις ποιοι φταίνε για αυτό;

Συνέχιζε ακάθεκτη.

-Οι δικοί σας φταίνε. Πάνε και σκαλίζουνε συνέχεια το παρελθόν.

-Δεν το σκαλίζουν. Το ξεκοπρίζουν. Από τις βρωμιές των δικών σας.

-Καλά, δεν καταλαβαίνεις; Εγώ, σου μιλάω να ξεχάσουμε αυτά που μας χωρίζουν πολιτικά, μέσα στην ίδια μας την οικογένεια και εσύ, εκεί, να με τσιγκλήσεις. Ρε παιδί μου, ό,τι κάνανε οι παλιοί πολιτικοί, κάνανε. Τα ίδια πράγματα θα αναμασάμε; Ξέρεις τι είπε η Μισέλ η Ασημακοπούλου;

-΄Δεν ξέρω τι είπε. Ξέρω , ότι είναι μια πολύ όμορφη γυναίκα. Τρελαίνομαι, όταν την βλέπω.

– Η Μισέλ είπε, ότι να κοιτάμε πως θα σώσουμε τις συντάξεις, καθόμαστε και ασχολούμαστε με την λίστα Lagard.

-Μπράβο της. Δεν είναι μόνο όμορφη. Είναι και έξυπνη.

-Και μεγαλόψυχη. Δεν την ενδιαφέρει τι κάνει τα λεφτά του ο Παπασταύρου. Την ενδιαφέρει, βρε, ο μικροσυνταξιούχος. Αλλά εσείς; Εκεί. Κολλημένοι στα παλιά. Εγώ, Αλέξη μου, συζήτηση μαζί σου, για το τι έγινε στο παρελθόν, δεν πρόκειται να ανοίξω ξανά. Μας ενδιαφέρει το παρόν. Και το παρόν είναι ζοφερό. Και το μέλλον, με αυτούς που έχουν κολλήσει στην εξουσία, δεν προοιωνίζεται καθόλου καλό.

-Μη φοβάσαι, ρε. Θα φύγουν και θα έρθουν οι επόμενοι να το φτιάξουν.

-Ναι, αλλά τι θα αφήσουν πίσω τους, είναι το θέμα.

-Τίποτα. Ότι άφησαν και οι προηγούμενοι δηλαδή.

-Λοιπόν, Αλέξη, Βλέπεις τη μ@λακία, που δέρνει όλους εσάς τους αριστερούς. Αν δεν πείτε κάτι για το παρελθόν, δεν ησυχάζετε.

Σε κάποια στιγμή τα πήρα.

«Ρε γυναίκα; Τι σε έπιασε με αυτό το γ@μημένο το παρελθόν;» της είπα.

-Τι με έπιασε; Το γ@μώτο με έπιασε. Που δεν λέτε να ξεκουμπιστείτε και να έρθουν φρέσκα πρόσωπα να κοιτάξουν το μέλλον μας. Καθόμαστε χρόνια τώρα και καυγαδίζουνε σαν κυράδες για τον εμφύλιο, για την Μακρόνησο, για την χούντα, για την Κύπρο, για τα σκάνδαλα του Χρηματιστηρίου, για τις μίζες των εξοπλιστικών, για τις προσλήψεις των δικών μας παιδιών, για τα μνημόνια. Και δεν κοιτάζουμε μπροστά. Ξέρεις τι είπε ο Κυριάκος;

-Σίγουρα καμιά αλήθεια.

-Μη το γελάς. Αυτό το παιδί, αν και γεννήθηκε στα χρόνια της Χούντας και τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην εξορία, έχει καταφέρει να αποβάλει όλα τα συμπλέγματα του κακού παρελθόντος με την αριστερά. Ο Κυριάκος, Αλέξη μου, είπε : «Αντί να τσακωνόμαστε για το παρελθόν, να μιλήσουμε για το μέλλον»

-Μπράβο του. Είναι πολύ προσγειωμένο παιδί. Άσε με τώρα, να κάνω και καμία δουλειά.
Δεν είχα όρεξη για πολιτική ιστορία. Αν αρχίζαμε να μιλάμε για τους ταγματασφαλίτες, τους μαυραγορίτες και τους δωσίλογους της Κατοχής, τους πατριώτες που την κοπάνησαν για τον Λίβανο βγάζοντας όλο τον χρυσό έξω, τους Χύτες, τα ορφανά της Φρειδερίκης, τους ευεργέτες που άρπαξαν όλα τα λεφτά από το Δόγμα Τρούμαν, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων που χρειαζόσουνα -για να μπεις ακόμη και στο Πανεπιστήμιο- αυτούς που με την ανοχή του Εθνάρχη έκαναν την χυδαία ανοικοδόμηση της Αθήνας, την Χούντα και τα ξερονήσια, τις προβληματικές επιχειρήσεις της μεταπολίτευσης, τα εξοπλιστικά προγράμματα, την φούσκα του Χρηματιστηρίου, την απάτη του Καθηγητή με την Goldman Sachs, αυτούς που διοργάνωσαν Ολυμπιακούς αγώνες, σίγουρα θα τσακωνόμασταν…

Αλλά η γυναίκα μου επέμενε, ότι δεν έπρεπε να τσακωνόμαστε για το παρελθόν. Συνέχιζε, να μιλάει.

-Χαίρομαι που το αναγνωρίζεις. Ξέρεις ότι και ο Σταύρος Θεοδωράκης είπε, ότι αυτό που θέλει ο ελληνικός λαός δεν είναι να συγκρουόμαστε με το παρελθόν, αλλά να κοιτάμε το μέλλον;

-Δεν μου λες, έχεις δει ποτέ παράσταση του Καραγκιόζη; Αν δεν έχεις δει, δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις, ούτε την Μισέλ, ούτε τον Κυριάκο, ούτε τον Θεοδωράκη.

– Δεν χρειάζεται να δω παράσταση από το θέατρο σκιών. Βλέπω εσάς στην Κυβέρνηση.

-Πολύ έξυπνο. Πώς το σκέφτηκες;

«Διαβάζω τις σοφιστείες του Αρκά» μου απάντησε, αλλά δεν έδωσα συνέχεια στη μικροπολιτική μας διαμάχη.

Γιατί; Γιατί ξαφνικά θυμήθηκα μια συγκέντρωση των αποφοίτων του Δημοτικού σχολείου μας, στην οποία με είχαν προσκαλέσει να πάω.

«Ρε γυναίκα» της είπα, «όση ώρα πλακωνόμαστε για το παρελθόν, ξέρεις τι ξέχασα να σου πω;»

«Τι, αγάπη μου;» με ρώτησε τρυφερά.

– Να, την επόμενη βδομάδα θα βγούμε οι παλιοί Πειραιώτες συμμαθητές του Δημοτικού. Έχουμε reunion για τα σαράντα χρόνια από την αποφοίτησή μας.

-Δεν το πιστεύω. Εσύ, σε reunion; Εσύ, που τα λες μνημόσυνα; Τι σε έπιασε, παιδί μου;

-Τίποτα! Να έχουν φαγωθεί αυτές οι παλιές μου συμμαθήτριες, η Αλκινόη και η Γιάννα, να πάω.

-Μπα, κρατάτε επαφή; Και δεν το ξέρω;

-Όχι, μωρέ. Μόνο με την Γιάννα, πού και πού, ανταλλάσσουμε ευχές. Αλλά να, είμαστε σε μια ομάδα των αποφοίτων στο Facebook. Και με έχουν τρελάνει στα μηνύματα.

«Μη και δεν έρθεις», «Έτσι και την κοπανήσεις και εφέτος, σε διαγράφουμε», όλο κάτι τέτοια μου γράφουνε. Καταλαβαίνεις τώρα.

-Ναι, καταλαβαίνω. Εσύ, παιδί μου, θέλεις να πας;

-Όχι! Αλλά πρέπει. Νομίζεις ότι γουστάρω να δω πόσο έχουν πατσαβουριάσει;

-Έλα μωρέ, μη γίνεσαι κακός. Έτσι θα λες και για μένα σε δέκα χρόνια; Χα, χα…οι σαραντάρες είμαστε στο φόρτε μας. Δεν μου λες, έχουνε ακόμη περίοδο οι συμμαθήτριές σου ή τους έχει σταματήσει και έχουν γίνει τετράπαχες;

-Έλα, πού θες να ξέρω; Αυτές είναι αδιάκριτες ερωτήσεις. Άσε με τώρα, να δουλέψω.

Και με άφησε, χωρίς να με ενοχλήσει περισσότερο.

Η προετοιμασία για το reunion είχε αρχίσει μια εβδομάδα νωρίτερα. Έπρεπε, πάση θυσία, να χάσω τρία με τέσσερα κιλά.

Να μη δουν οι παλιοί συμμαθητές ότι έκανα κοιλίτσα και αρχίσουν τα ανόητα πειράγματα.

Πέστε η ανθρώπινη ματαιοδοξία, πέστε η κρίση της μέσης ηλικίας, ήθελα να με δουν όμορφο.

Είναι κάτι σαν καλλιστεία τα reunions αποφοίτων. Θα δείξεις τι πέτυχες στη ζωή σου και θα δουν εάν κέρδισες την μάχη με τον χρόνο.

Στα reunions, γενικά, και όχι μόνο στα σχολικά, οι άντρες εκείνο που θα προσέξουν στους ομόφυλους συμμαθητές, συμφοιτητές η ακόμη παλιούς συναδέλφους τους, είναι εάν έκαναν κοιλιά, η έφτιαξαν καράφλα.

Και εκείνο που θα προσέξουν στις συμμαθήτριες η συμφοιτήτριές τους, είναι αν έκαναν περιφέρεια η τους κρέμονται τα βυζιά.

Με τους παλιούς πoύστηδες συναπόφοιτους τους, οι άντρες δεν ασχολούνται. Ξέρουν ότι -οι ομoφυλόφιλοι με την πάροδο του χρόνου- γίνονται όλο και πιο παράξενοι και πιθανόν να ζοχαδιαστούν, εάν τολμήσουν να τους κάνουν τα ίδια αστεία η τις χειρονομίες, που τους έκαναν όταν ήτανε μαθητές.

Και σε αντιδιαστολή με τα αισθήματα που τους διακατέχουν για τις αδελφές, οι άντρες απόφοιτοι τις λεσβίες συναπόφοιτους τους, τις σέβονται και τις αγαπούν. Δεν διστάζουν, μάλιστα, να παραδεχτούν, ότι την καταβρίσκουν όταν τις παίρνουν μάτι σε τσοντες.

Σε αντίθεση με τους άντρες, οι γυναίκες στα reunions, εκείνο που θα προσέξουν στις παλιές συμμαθήτριες τους, είναι εάν έκαναν κανένα lifting, καμία ανύψωση στήθους και εάν ντύνονται σύμφωνα με την ηλικία τους η προσπαθούν να το παίζουν ακόμη γκόμενες.

Θα ρωτήσουν, φυσικά, εάν παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά και αν είναι ευχαριστημένες από τους άντρες τους.

Με τους άντρες συμμαθητές τους δεν πολυασχολούνται. Από τότε που ήταν μαθήτριες, τους θεωρούσαν μ@λάκες. Είναι ακλόνητη η πεποίθησή τους, ότι ο μ@λάκας και εάν γεράσει, πάλι μ@λάκας θα είναι. Το πολύ-πολύ να προσέξουν, ποιοι από τους ετερόφυλους συμμαθητές τους βάφουν μαλλιά ή δείχνουν να τα έχουν οικονομήσει.

Τον πoύστη της τάξης, θα φροντίσουν να τον έχουν δίπλα τους. Από αυτόν θα μάθουν μυστικά για καμία φυσική μάσκα προσώπου ;h θα τους ενημερώσει για τις νέες τάσεις του pret a porter.

Τέλος, με τις λεσβίες θα αγκαλιαστούν, θα φιληθούν στο στόμα και εάν το είχανε κάνει, όταν ήταν δεκαεξάρες, δεν αποκλείεται να πάνε σε καμία τουαλέτα και να αρχίσουν να το ξανακάνουν.

Ανθρώπινα και φυσιολογικά είναι όλα αυτά. Μόνο που ο χρόνος, αυτός που οι σοβαροί συγγραφείς, σαν τον Χωμενίδη, την Τριανταφύλλου και τον Τατσόπουλο, αποκαλούν πανδαμάτορα, όλες αυτές τις μικρότητες των Reunions τις εξαντλεί στην πρώτη μισή ώρα.

Μετά, όλοι οι παρευρισκόμενοι σε αυτά τα θλιβερά μνημόσυνα της νιότης τους προφασίζονται διάφορες δικαιολογίες, για να την κοπανήσουν και να επιστρέψουν στο παρόν τους.

Στην γυναίκα μου, γενικά, αποφεύγω να λέω ιστορίες από το σχολείο, το Πολυτεχνείο και το Ναυτικό. Δεν τις αρέσουν άλλωστε, και με το που πάω να θυμηθώ καμία, μου την πέφτει στα ίσια.

«Δεν με ενδιαφέρουν. Να τις πεις στο Μάκη, τον φίλο σου» μου λέει.

Αν και μαζί μου ασχολείται πολύ λίγο, παρατήρησε την αλλαγή των διατροφικών μου συνηθειών, τις προηγούμενες, από την καθορισμένη ημερομηνία του reunion, μέρες.

Πρόσεξε επίσης, ότι ξανάρχισα διάδρομο, αγόρασα μια κόκκινή γραβάτα, έστειλα το Blazer μου στο καθαριστήριο και έφερα και μια ενυδατική κρέμα. Άρχισα να την βάζω τα βράδια, λίγο πριν πέσω για ύπνο.

«Τι σε έπιασε, παιδί μου, και άρχισες δίαιτα;» με ρώτησε. «Δεν πιστεύω να…»

Σίγουρα υπονοούσε, ότι μπορεί να είχα γνωρίσει κάποια και άρχισα ξαφνικά να ασχολούμαι με τον εαυτό μου.

«Να μην πιστεύεις. Και να μην περνάει τίποτα από το μυαλό σου» της απάντησα.

-Ναι, καλά. Τότε, γιατί αγόρασες καινούργια γραβάτα; Γιατί φρέσκαρες το blazer σου; Γιατί πήρες κρέμες; Κάτι τρέχει.

Αντί να της έλεγα ψέματα για κάποιο ραντεβού με ξένους, προτίμησα να της πω την αλήθεια.

«Να, δεν θέλω να δουν οι παλιοί συμμαθητές, ότι υποφέρουμε από την κρίση» της απάντησα.

«Θέλω να δείξω, ότι τα δύσκολα χρόνια δεν άφησαν σημάδια πίσω μου. Δεν μου αρέσει να περάσω μια μίζερη βραδιά, κλαψομoυνιάζοντας για τις χαμένες ευκαιρίες. Κατάλαβες;»

Παράξενο, ε; Η ψεύτικη εικόνα μιας βραδιάς, που σε λίγο κανείς δεν θα θυμότανε, να μου έχει αλλάξει τον ρυθμό της ζωής μου τις τελευταίες ημέρες. Και να κάνει την γυναίκα μου, να ανησυχεί όλο και περισσότερο.

«Μπορώ να δω την ομάδα των αποφοίτωνq» μου είπε, την προηγούμενη από την συνάντηση μέρα.

«Είναι κλειστή» της απάντησα.

-Δεν πειράζει, να την ανοίξεις. Στο κάτω-κάτω συμμαθητές σου, δεν είναι όλοι; Θέλω να δω, πώς ήσουνα μαθητής στο Δημοτικό.

-Μα, σου έχω δείξει φωτογραφίες από τα σχολικά μου χρόνια.

-Θέλω να τις ξαναδώ.

Επειδή δεν είμαι freak fan των κοινωνικών δικτύων και πιο πολύ η γυναίκα μου, που δεν έχει ούτε σελίδα στο Facebook -αλλά της αρέσει να παίρνει μάτι αναρτήσεις των φίλων μας από την δική μου σελίδα- δεν μπορούσα να φανταστώ, τι ζημιά μπορεί να κάνει αυτό το κρυφό παράθυρο, που αναφέρει ονομαστικά τα μέλη της ομάδας.

Και ούτε πέρασε από το μυαλό μου, ότι- δασκαλεμένη από μία κολλητή της- θα πήγαινε, με το πού μπήκε στη σελίδα, στο παράθυρο «Μέλη».

Η ομάδα των αποφοίτων είχε οκτώ μέλη. Τρία κορίτσια -τι κορίτσια δηλαδή, πενήντα χρονών γυναίκες- και πέντε, με εμένα μαζί, αγόρια.

Ήξερα ότι για τα άρρενα μέλη της ομάδας δεν θα έδινε μια. Αλλά από αυτά ξεκίνησε, για να μη φανεί αδιάκριτη.

Τους προσπερνούσε βιαστικά, και το μόνο που χάζευε, ήταν τις οικογενειακές φωτογραφίες τους.

Έβγαλε αβίαστα το συμπέρασμα, ότι εγώ ήμουνα τυχερός, γιατί παντρεύτηκα την πιο όμορφη γυναίκα από όλους τους συμμαθητές μου και εκείνη άτυχη, αφού παντρεύτηκε εμένα.

Τις δε αναρτήσεις των συμμαθητών μου, ούτε που τις κοίταξε.

Δεν την ενδιέφερε ο Τάκης Χαρίτος, που ήταν Καθηγητής Ακουστικής στο Michigan University, αγνόησε τον Ντέμη Μαλεβά, που διατηρεί κατάστημα με γυναικεία ρούχα στην Β Μεραρχίας, αδιαφόρησε ακόμη για τον Παναγιώτη Κούνουπα, που είναι Προϊστάμενος του ΟΣΕ.

Και τέλος, δεν μπήκε καν στο προφίλ του Δημήτρη Π., συμβολαιογράφου Πειραιώς. Αυτόν βέβαια και τον έχει δει και τον έχει ακούσει. Τον βλέπει, όποτε έρχεται στο σπίτι για να δούμε μαζί τον Θρύλο. Και τον ακούει να γαμοσταυρίζει όταν χάνουμε.

«Να το κλείσουμε τώρα» της είπα, βλέποντας ότι ξεπέταγε τα προφίλ των παλιών μου συμμαθητών μου στα γρήγορα.

-Τι λες αγόρι μου, στο καλύτερο πάνω; Να δω τις συμμαθήτριες σου, θέλω.

-Έλα μωρέ και εσύ. Τι θα δεις; Φωτογραφίες με τα παιδιά τους, αποφθέγματα του Oscar Wilde , σκυλάκια, βιντεάκια του YouTube και τον τοίχο. Αυτόν που έχει την δική του ιστορία με τις μ@λακίες που γράφει. Κανένα δεν ενδιαφέρουν, ρε γυναίκα. Μη κοιτάς, που τους έχω διαδικτυακούς φίλους. Από υποχρέωση στο μαθητικό μας παρελθόν και μόνο.

-Δεν πειράζει, εγώ θέλω να τις δω. Σε δέκα χρόνια σαν και αυτές θα είμαι και εγώ. Λοιπόν. Για ξεκίνησε από αυτήν την Αλεξάνδρα Κορδελά.

Για την Αλεξάνδρα, καθόλου δεν με ένοιαζε. Η μικρή, πανέξυπνη και πολύ όμορφη συμμαθήτρια μου, είχε μεταμορφωθεί σε μία εύσωμη σοβαρή Κυρία.

«Πω, πω η κακομοίρα! Καλέ, πώς είναι έτσι;» μου είπε, με το πού την είδε σε μία ολόσωμη φωτογραφία μπροστά στο Μαντείο της Δωδώνης.

Ξεσκόνιζε μία-μία τις αναρτήσεις της.

«Βρε Αλέξη, κοίτα εδώ την συμμαθήτριά σου» μου είπε, σκουντώντας με για να μου δείξει μια φωτογραφία της, τραβηγμένη πριν τριάντα χρόνια μπροστά από το Παναθηναϊκό στάδιο.

«Φοιτήτρια πρέπει να ήτανε εκείνη την εποχή».

«Κοίτα, τι όμορφη και κομψή ήτανε» συνέχισε. «Τελικά, στα πενήντα της, η γυναίκα δύσκολα μαζεύεται, έτσι και αφεθεί. Ευτυχώς, έχω δέκα χρόνια μπροστά μου. Θα κάνω ό,τι μπορώ. Θα αρχίσω yoga. Θα κάνω βαράκια. Θα κόψω το βραδινό φαγητό. Δεν θέλω, Θεέ μου, να γίνω σαν την Αλεξάνδρα».

Συνέχισε να βλέπει τη σελίδα της. Διάβασε τις πληροφορίες της. Βρήκε μέχρι και την ημερομηνία γέννησης της.

«Καλέ, αυτή η βλαμμένη έχει βάλει και πότε γεννήθηκε» μου είπε γελώντας. «Καλά, τόσο βούρλο είναι η συμμαθήτρια σου;» συνέχισε.

-Δεν είναι βούρλο η Αλεξάνδρα. Είναι φιλόλογος. Βλέπεις, να ποστάρει μ@λακίες; Είναι και ποιήτρια. Έχει εκδώσει και μια συλλογή. «Τα αγέρωχα του χρόνου».

-Μπορεί να έχει γράψει για τα αγέρωχα του χρόνου, αλλά ο χρόνος …την έχει αλλοιώσει. Συγγνώμη, Αλέξη μου, αλλά η συμμαθήτρια σου δεν βλέπεται.

-Την βλέπει ο άντρας της. Εμάς τι μας νοιάζει; Λοιπόν δεν κλείνουμε το Facebook, να κάνουμε τώρα και καμία δουλειά;

Είχα τους λόγους μου, που της είπα να κλείσουμε το άχρηστο κοινωνικό δίκτυο. Γιατί, από τις άλλες δύο συμμαθήτριες μου-που απομένανε για σκανάρισμα- η μεν Αλκινόη είχε πολύ σοβαρό προφίλ, και ως εκ τούτου δεν έμπαινα μέσα να παίρνω μάτι τι ποστάρει, αλλά η Γιάννα…

Η Γιάννα, η Καθηγήτρια Γυμναστικής, ήταν άλλο πράγμα. Αυτή, την χάζευα στην κυριολεξία. Αν την έβλεπε η γυναίκα μου, σίγουρα κάτι θα της περνούσε από το μυαλό της.

«Έλα, άσε τα λόγια» μου είπε. «Και πήγαινε στο προφίλ της επόμενης».

Τι να κάνω; Μπήκα πρώτα στην σελίδα της Αλκινόης. Ευελπιστούσα ότι θα κουραζότανε με τις αδιάφορες αναρτήσεις της και δεν θα έμπαινε στο κόπο, να ψάξει την Γιάννα.

Αγνοούσα, όμως, ότι η Αλκινόη είχε αλλάξει τη φωτογραφία του προφίλ της.

Και από εκεί που πόσταρε την τυφλή με την ζυγαριά στο χέρι, δηλαδή την δικαιοσύνη -είναι βλέπεις δικηγόρος η πρώην συμμαθήτρια μου- την είχε σκαντζάρει με μια προσωπική της. Την νέα αυτή φωτογραφία της -ειλικρινά μιλάω- πρώτη φορά την έβλεπα.

Αισθάνθηκα άσχημα. Σχεδόν τα έχασα. Άλλα περίμενα να δω, και άλλα έβλεπα. Ποιος ξέρει, τι μπορεί να νόμιζε η γυναίκα μου, που προφασιζόμουνα ότι είχα δουλειά.

Την κοίταζε καλά την φωτογραφία.

Ναι, αυτή που κοιτάζετε και εσείς. Όχι, την αριστερή, που ήταν το προηγούμενο της προφίλ, αλλά την δεξιά, που είναι το νέο της.

«Μη μου πεις, ότι αυτή ήτανε συμμαθήτρια σου;» με ρώτησε, μετά από μικρή σιωπή.

«Ναι, αυτή πρέπει να είναι» της απάντησα. «Μήπως την έχω δει από κοντά; Η Αλκινόη απέφευγε να ποστάρει προσωπικές της φωτογραφίες. Συνήθως έκανε αναρτήσεις από τον Νομικό Κώδικα η αναδημοσίευε πρωτόδικες αποφάσεις από το site του Δικηγορικού Συλλόγου. Τώρα βλέπω άρχισε να βάζει και δικές της. Τι έπαθε ξαφνικά αυτή;

Και για να την προετοιμάσω για την επόμενη, που σίγουρα θα ήθελε να δει, της Γιάννας δηλαδή, της είπα:

-Δεν περίμενα από την Αλκινόη, να ποστάρει φωτογραφία με το μαγιό της. Η Γιάννα, που είναι και γυμνάστρια, μπορεί να έχει βάλει καμία με μπουστάκι, αλλά η Αλκινόη… Δεν το περίμενα. Κρίμα. Και την ήξερα για σοβαρή.

-Πάρα πολύ σοβαρή. Παντρεμένη είναι;

-Πού θες να ξέρω; Μπες στις πληροφορίες της.

Εκπαιδευμένη από τη κολλητή της, διαπίστωσε από το παράθυρο της κατάστασης, ότι είναι χωρισμένη.

Δεν είπε τίποτα για αυτό, αλλά διάβαζε όλα τα posts της. Την έβλεπα να μειδιά με ένα ερωτηματικό χαμόγελο και να κοιτάζει πότε τις φωτογραφίες της και πότε εμένα.

«Γιατί με κοιτάς» την ρώτησα. «Τι το παράξενο βλέπεις;»

-Τι το παράξενο; Αυτή δεν δείχνει, ούτε για σαράντα.

-Θα είναι καλοδιατηρημένη. Τώρα που τη βλέπω καλύτερα, μια χαρά κρατιέται η συμμαθήτριά μου.
Προσπάθησα να κάνω τον αδιάφορο. Κατά βάθος όμως, θαύμασα και εγώ το σώμα της. Εάν βέβαια, δεν είχε κάνει κανένα photoshop.

«Μπορεί να έχει κάνει καμία αισθητική επέμβαση στην περιφέρεια και το στήθος της» είπα, για να την κάνω να ξεχάσει αυτό που έβλεπε. «Ξέρω εγώ τι έχει κάνει και διατηρείται έτσι; Τι με κοιτάς;» συνέχισα.

-Σίγουρα έχει κάνει επεμβάσεις. Τώρα καταλαβαίνω γιατί έχετε φτιάξει αυτή την ομάδα. Για να σαχλαμαρίζετε. Σαν δεν ντρέπεσαι, Manager μεγάλης εταιρείας.

-Ρε γυναίκα, σοβαρά μιλάω. Δεν τις έχω ξαναδεί αυτές τις φωτογραφίες της. Έχω καιρό να μπω στο προφίλ της. Άλλη όρεξη δεν είχα, να βλέπω ξένες γυναίκες. Πάντως σε διαβεβαιώνω ότι την τελευταία φορά, που μπήκα μέσα, είχε την αόμματη με τη χατζάρα.

-Δεν ξέρω εάν η δικαιοσύνη είναι αόμματη, αλλά αυτή ξεστραβώνει και τυφλό. Κοίτα την πoυτ@να, πώς διατηρείται. Και είναι και πενήντα χρονών. Συν αυτά που κρύβετε, όλοι σας στο Facebook.

-Την έφαγες, ρε, την κοπέλα. Τι σε νοιάζει εσένα, παιδί μου, τι κάνει και διατηρείται έτσι;

Δεν φάνηκε να με πιστεύει. Με κοίταξε με πλάγιο βλέμμα και μου είπε:

-Με νοιάζει. Αυτή το παίζει γκόμενα.

Είδε και άλλες φωτογραφίες, η γυναίκα μου, από τις αναρτήσεις της παλιάς μου συμμαθήτριας. Συνέχιζε να μιλάει μόνη της.

-Ρε, την πoυτ@να. Τίποτα δεν ποστάρει από το παρελθόν της. Ούτε πότε τέλειωσε την Νομική, ούτε πότε έκανε το μεταπτυχιακό της στο Cambridge. Άντε να καταλάβει ο άλλος, πόσο χρονών είναι. Κοίτα, κοίτα εκεί, σκέρτσο και νάζι. Και το μαλλί της… Ριγμένο μοιραία, στα πλάγια. Και το στήθος της, κοίτα πώς το προβάλει. Πω, πω, είναι σαν να λέει: «Ελάτε, είμαι ελεύθερη».

– Ε, αφού είναι. Γυναίκα, τα παραλές, μου φαίνεται. Η κοπέλα έχει πατήσει τα πενήντα. Είναι χωρισμένη.

-Δεν χρειαζότανε να μας το γράψει. Φαίνεται, ότι ψάχνεται. Όλα τα τελευταία posts της είναι από bars με solo γκόμενες. Τι ξεφτίλα θεέ μου. Η μητέρα μου στην ηλικία της είχε εγγόνια. Πω, πω, δεν έχουν το θεό τους.

-Έλα ρε, η Αλκινόη είναι σοβαρή κυρία. Πού θα βρει άντρα σήμερα, αν δεν δείξει και κάτι;

-Δεν με νοιάζει, αν βρει ηή δεν βρει. Με νοιάζει, ότι θα βγείτε μαζί. Θα έρθω και εγώ μαζί σας.

-Αυτό ξέχνα το. Είπαμε να μην φέρουμε συζύγους.

Έκοψα την συζήτηση για την Αλκινόη, ως μη αφορώσα την συνέχεια της ιστορίας. Με περίμενε η Γιάννα, που αυτή θα κινούσε ακόμη περισσότερες υποψίες.

«Για να δω και την άλλη;» μου είπε, κουνώντας το κεφάλι της.

Προσπαθούσα, να αποφύγω να της δείξω την Γιάννα. Γιατί η άλλη, η συμμαθήτριά μου η Γιάννα Λυκουδηρά, φίλη και αυτή στην ομάδα του Facebook, σαν Καθηγήτρια Γυμναστικής -και μάλιστα προπονήτρια ποδοσφαιρικής ομάδας- είχε πολύ όμορφο σώμα.

Αυτή, για να είμαι ειλικρινής, έμπαινα και την έβλεπα. Και για να είμαι ακόμη πιο ειλικρινής, είχαμε και επικοινωνία.

Αλλά, προς θεού, όχι τίποτα πονηρό. Η Γιάννα άλλωστε, ζει στο Αγρίνιο και προπονεί μια ποδοσφαιρική ομάδα του τοπικού πρωταθλήματος.

Εργάζεται επίσης part time σε ένα Γυμναστήριο της πόλης και κάνει ιδιαίτερα μαθήματα γιόγκα. Παιδιά μάλλον δεν έχει, ή τουλάχιστον δεν τα αναφέρει στα posts της.

«Έλα, άσε με τώρα ήσυχο, γιατί πρέπει να τελειώσω μια εργασία. Θα στη δείξω αύριο» της είπα.

-Αύριο, μπορεί να είναι αργά. Σήμερα θέλω να τη δω. Για να φλυαρείς εσύ μαζί της, αποκλείεται να είναι άσχημη.

-Όχι, δεν είναι άσχημη. Ηρέμησες τώρα;

-Όχι, Θα ηρεμήσω, όταν τη δω.

Δεν ήταν διατεθειμένη να με αφήσει. Ήθελε να συνεχίσουμε.

-Έλα, άσ’ την αυτήν. Θα φορτιστείς και δεν θα μπορείς να κοιμηθείς.

-Με έχεις ήδη φορτίσει. Έλα, έλα, μπες στο προφίλ της.

Πριν μπούμε, της έκανα αναγκαστικά την απαραίτητη εισαγωγή. Δεν ήθελα να βρεθεί προ εκπλήξεως, όταν έβλεπε την φωτογραφία της ή διάβαζε όλες τις άχρηστες πληροφορίες που είχε προσθέσει για την ζωή της και τον εαυτό της.

«Ξέρεις και η Γιάννα, η κακομοίρα» της είπα, «χωρισμένη είναι».

– Μία και μία, οι συμμαθήτριες σου, βλέπω. Μπουμπούκια. Και γιατί χώρισε, δε μου λες;

-Να, έπιασε τον άντρα της, να τον πηδάει ένας αμυντικός της ομάδας που προπονούσε.

Το σκληρό αυτό γεγονός έκανε την γυναίκα, να την συμπαθήσει λίγο. Η φωνή της μαλάκωσε.

«Πω, πω σοκ, η κοπέλα. Δηλαδή, παντρεύτηκε αδελφή;» με ρώτησε.

– Τι αδελφή; Πoύστη με τα όλα του.

-Έλα, έλα μη χρησιμοποιείς τέτοιες εκφράσεις. Πες τον ομoφυλόφιλο. Πες τον άτομο με διαφορετικές σεξουαλικές προτιμήσεις. Τι άξεστοι που είσαστε, εσείς οι Πειραιώτες. Πότε επιτέλους θα μάθεις να μιλάς σαν πολιτισμένος άνθρωπος;

-Αυτό σε ενόχλησε τώρα; Ή που είδε η συμμαθήτρια μου, η Γιάννα, ένα παίκτη της ομάδας που προπονεί, να πηδάει τον άντρα της;

-Καλά και αυτή η μ@λακισμένη, δεν είχε πάρει τίποτα χαμπάρι;

-Κάτι είχε καταλάβει. Απέφευγε να κάνει σ-ε-ξ μαζί της, τα τελευταία δύο χρόνια.

-Και εσύ, πώς ξέρεις όλες αυτές τις λεπτομέρειες;

-Ε, να! Μια μέρα, που ήταν στενοχωρημένη, μου έστειλε μήνυμα.

-Και τι σου έγραφε;

-Ότι δεν την γ@μάει ό άντρας της.

Αυτό φαίνεται την ενόχλησε.

«Και τι ήθελε, δηλαδή;» μου είπε, «να τη γ@μήσεις εσύ;».

-Έλα ρε γυναίκα. Ένα πρόβλημα είχε το κορίτσι και μου το εξομολογήθηκε.

-Δεν ήξερα ότι στο Facebook, βρίσκουν λύση οι γυναίκες στα προβλήματά τους.

-Έλα, όλο εξυπνάδες είσαι. Παλιά συμμαθήτρια είναι, ένα μήνυμα έστειλε, μια συμβουλή έδωσα, αυτό ήταν όλο.

-Μόνο;

-Ναι, μόνο.

-Καλά. Για πάμε στο προφίλ της.

Έκανα πως δεν είχα δει την φωτογραφία της. Κι ας την είχα δει πολλές φορές.

«Για να δω και εγώ, πώς έχει γίνει;» της είπα , την ώρα που έμπαινα στη σελίδα της.

Και έκανα, πως τη θαύμαζα, όπως πιθανόν να τη θαυμάζετε και εσείς, που την βλέπετε.

«Σιγά μη και δεν την έχεις δει, ρε λιγούρη» μου είπε.

Δεν είχε καμία αμφιβολία, ότι πολλές φορές θα είχα μπει να την πάρω μάτι.

«Ήθελα να ήξερα, τι της βρίσκεις» μου είπε, τάχα αδιάφορα.

«Έχει ωραίο σώμα» της απάντησα, για να μη νομίσει ότι της το παίζω και παρθένα. «Η Γιάννα είναι Καθηγήτρια Γυμναστικής».

-Το βλέπω. Και είναι και αυτή πενήντα και;

-Ε, ναι. Αφού είναι συμμαθήτρια μου. Αλλά είναι καλογυμνασμένη, βλέπεις.

«Να σε ρωτήσω κάτι; Αλλά να μου απαντήσεις με ειλικρίνεια» μου είπε με πολύ γλυκό τρόπο.

Αυτή η φιλική διάθεση, κρύβει συχνά παγίδες. Καταλάβαινα, ότι η ερώτηση θα ήταν κρίσεως σημαντική, όπως λένε οι φιλόλογοι.

«Φυσικά» της απάντησα. «Αρκεί να μην είναι αδιάκριτη».

-Δε μου λες, ειλικρινά θέλω να μου απαντήσεις. Αν …αν έλειπα σε επαγγελματικό ταξίδι, σε έπαιρνε τηλέφωνο η Γιάννα και σου ζητούσε να βγείτε να έξω, θα έβγαινες;

-Όχι, βέβαια. Θα έλειπες εσύ από το σπίτι, και εγώ θα έβγαινα έξω με μια παλιά συμμαθήτρια μου; Χωρίς, μάλιστα, να το ξέρεις;

-Αν το ήξερα, θα έβγαινες;

-Αν το ήξερες και υπήρχε κάποιος λόγος, φυσικά και θα έβγαινα.

-Σαν τι λόγος, δηλαδή;
-Να, αν χρειαζόταν η συμμαθήτρια μου κάποια υποστήριξη η βοήθεια. Αφού το ξέρεις, ρε γυναίκα. Εμείς οι αριστεροί, είμαστε πάνω από όλα αλληλέγγυοι.

-Και δεν μου λες, αν σου την έπεφτε;

-Θα την απέφευγα. Διακριτικά όμως, για να μην την προσβάλλω.

-Καλά, άσ’ τα αυτά. Και αν σου έλεγε στα ίσια να την γ@μήσεις, δεν θα γ@μούσες τέτοια κορμάρα;

-Όχι βέβαια.

-Γιατί, αγόρι μου; Αφού δεν θα το μάθαινα. Έλα, πες μου ειλικρινά. Δεν θα σε μαλώσω.

-Δεν έχει σημασία, ότι δεν θα το μάθαινες. Δεν θέλω να χαλάσω την οικογένειά μας.

-Αν σου έλεγε ότι είναι για μία μόνο βραδιά; Και μετά να ξεχαστεί ότι έγινε; Έλα, πες μου ειλικρινά. Δεν θα με πειράξει. Τέτοιο όμορφο σώμα, θα το άφηνες ανικανοποίητο;

-Σου είπα, δεν θα πήγαινα. Άλλωστε εμένα, μου αρέσουν οι εγκεφαλικές γυναίκες.

«Δηλαδή, εάν ήταν και εγκεφαλική θα την γ@μούσες» με ρώτησε, αφήνοντας στην άκρη το γλυκό της ύφος.

-Ρε γυναίκα, τέτοια κορμάρα αν είχε εγκέφαλο, με εμένα θα πηδιότανε; Έχεις υπερεκτιμήσει τις δυνατότητές μου. Είπαμε, είμαι συμπαθητικός και κοινωνικός, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αρέσω σε κάθε γυναίκα.

«Για άλλο σε ρωτάω και εσύ, σε άλλο μου απαντάς» μου είπε νευριασμένη. «Θα την γ@μούσες, εάν ήταν εγκεφαλική; Ναι η Όχι; Λέγε».

-Όχι, γιατί είμαι παντρεμένος. Ικανοποιήθηκες τώρα;

Μου απάντησε αρνητικά και συνέχισε να μονολογεί.

«Μωρέ μπράβο συμμαθήτριες» μου είπε σε λίγο, ελαφρώς φορτισμένη.

«Είμαστε ομορφόπαιδα στη τάξη» της απάντησα με υπερηφάνεια για τις συμμαθήτριες μου. « Δεν είχαμε πατσαβούρες».

«Πατσαβούρες μπορεί να μην είχατε, αλλά από σαπιοκοιλιάδες είσαστε κομπλέ» μου είπε, για να αλλάξει θέμα. «Δεν μου λες, θα έρθει και αυτός ο συμβολαιογράφος μαζί σας; Σίγουρα, θα έρθει. Καλέ, τι μεγάλη κοιλιά που έχει;»

Προσπάθησα να καλύψω την ρατσιστική αυτή παρατήρησή της, εκθειάζοντας άλλα χαρακτηριστικά του φίκου μου.

«Είναι ροκάς ο Δημήτρης. Έχει και κοτσιδάκι» της απάντησα.

-Μπα; Και επειδή είναι ροκάς, πρέπει να έχει κοιλιά;

-Έτσι είναι οι ροκάδες, αν περάσουν τα πενήντα. Εγώ πάντως δεν είμαι ροκάς και για αυτό δεν έχω και μεγάλη κοιλιά.

-Θα φτιάξεις, έτσι που έχεις αρχίσει τα μεζεκλιδίκια.

-Αποκλείεται. Πίνω λεμόνι. Το λεμόνι είναι ευεργετικό για την απώλεια βάρους.

-Ναι, ειδικά αν το φτιάχνεις με μετσοβόνε και λουκάνικα.

«Έλα, έλα. Μια μ@λακία γράψαμε και το έκανες θέμα» της απάντησα, για να κλείσει η κουβέντα και για τον Δημήτρη. Τον συμβολαιογράφο που παίζει καταπληκτικό πιάνο, οδηγεί Harley, αλλά στα συμβόλαια κάνει πολλά λάθη.

Κατά βάθος, όμως, δεν την ενδιέφερε αυτός.

Πού το πήγαινε, πού το έφερνε, στην Γιάννα και την Αλκινόη επανερχόταν το θέμα της συζήτησης μας.

«Ναι, αλλά και αυτές, η Γιάννα και η άλλη η πώς την λένε, και οι δύο τους είναι χωρισμένες» μου είπε.

-Δεν έχει σημασία, ρε χαζό» της απάντησα τρυφερά, για να την καθησυχάσω. «Οι υπόλοιποι συμμαθητές της τάξης είμαστε όλοι παντρεμένοι. Σε ικανοποιεί αυτό;»

-Μπα; Και οι παντρεμένοι δεν πάνε με χωρισμένες;

-Εγώ, πάντως, δεν πάω. Ηρέμησες τώρα;

«Όχι» μου απάντησε μονολεχτικά. Και έφυγε κλείνοντας την πόρτα με δύναμη.

Το βράδυ αυτό -της παραμονής του Reunion- που σκαλίζαμε τα facebook, δεν μπορείτε να φανταστείτε, πόσες άσχετες ερωτήσεις δέχτηκα για αυτά τα δύο κορίτσια, την ώρα που πήγα να ξαπλώσω στο κρεβάτι. Την Γιάννα και την Αλκινόη, δηλαδή. Την πείραζα, βέβαια και εγώ.

-Δεν μου λες, η κολλητή σου, η Παρί, που είναι χωρισμένη, πηγαίνει με παντρεμένους;

-Με παντρεμένους πηγαίνει. Με τους άντρες των φιλενάδων της, δεν πηγαίνει.

-Βλέπεις λοιπόν; Γιατί να μην πάνε και τα κορίτσια με παντρεμένους; Αφού, δεν είσαστε φιλενάδες.

-Έτσι, ε; Μου κάνεις και τον έξυπνο; Θα έρθω και εγώ στο reunion.

-Όχι, δεν θα έρθεις. Κάποιος πρέπει να φροντίζει τα παιδιά. Και σβήσε επιτέλους το φως, να κοιμηθούμε.

Για να μην γίνει πιο κουραστική η ιστορία με άσχετες λεπτομέρειες, έφθασε επιτέλους η απόθητη μέρα του Reunion.

Στην ταβέρνα του Θανάση, κάπου στη Δραπετσώνα, ήταν το μέρος που κανονίσαμε να βρεθούμε για να γιορτάσουμε τα σαράντα χρόνια της αποφοίτησής μας από το 4ο Δημοτικό σχολείο της Αγίας Σοφίας.

Ο Θανάσης ο Καμπαφλής, συμμαθητής μας ήταν και αυτός. Όχι όμως στην ίδια τάξη. Δύο χρόνια μικρότερος από μας, πέρασε στο Μαθηματικό, αλλά πτυχίο, ποτέ του δεν πήρε. Άνοιξε ταβέρνα στα τριάντα του και από τότε ζει χάρη στα γεύματα των αποφοίτων.

Το φαγητό του δεν διεκδικεί αστέρια της Michelin, οι τιμές του δεν είναι φτηνές και μια κομπανία, που κουβαλάει στο μαγαζί του, δεν λέει και αυτή πολλά πράγματα.

Είδαμε και πάθαμε να πείσουμε την Αλκινόη να κατέβει Δραπετσώνα.

«Αν θέλετε Πειραιά, τουλάχιστον να πάμε στον Ιστιοπλοϊκό» επέμενε η Αλκινόη. «Τι θα ποστάρω, ρε Αλέξη, στο Facebook; Έχω φίλους από το Cambridge. Θα ξεφτιλιστώ»

Μπορεί να μην είχε άδικο. Γιατί η φίλη μου είχε καταφέρει να ξεφύγει από την παιδική της γειτονιά. Ζούσε στο Παλαιό Φάληρο και ο γάμος της με ένα άντρα αρκετά μεγαλύτερο της, Καθηγητή Περιοδοντολογίας, της είχε αλλάξει το status.

Προθυμοποιήθηκα, πάντως, να την παραλάβω εγώ, από το σπίτι της, και να την φέρω στην ταβέρνα του Θανάση.

Το τι λέγαμε στην διαδρομή από το σπίτι της μέχρι την ταβέρνα, δεν είχε τόση σημασία. Πέρα από την αρχική μου έκπληξη, για το πόσο νέα διατηρείται και τα αμοιβαία κομπλιμέντα που ανταλλάξαμε, η συζήτηση σε όλη την διαδρομή αναλώθηκε σε οικογενειακές αναφορές.

Εκείνο που είχε σημασία, ήταν να πάμε στο Reunion και να δούμε τους παλιούς μας συμμαθητές.

Από τα ογδόντα παιδιά των τριών τμημάτων του 4ου Δημοτικού Αγίας Σοφίας του Πειραιά, ήρθανε κάπου είκοσι πέντε. Από το ΣΤ2, το τμήμα μας δηλαδή, μαζευτήκαμε και οι οκτώ που είμαστε στην ομάδα του Facebook.

Τα παιδιά των άλλων τμημάτων, όταν μπήκαμε στην ταβέρνα, όχι μόνο εμείς δεν τα αναγνωρίσαμε- έτσι που είχαν αλλάξει- αλλά και οι μανάδες τους οι ίδιες , αν έρχονταν, πάλι δεν θα τα αναγνώριζαν.

Aν είχαν να τα δουν από το καιρό που ήταν μαθητές του Δημοτικού.

Τα παιδιά όμως του ΣΤ2, του 4ου Δημοτικού Αγίας Σοφίας Πειραιά – χάρη στην δημιουργηθείσα ομάδα του Facebook- αναγνώρισαν αμέσως το ένα το άλλο.

Έτσι, έλειψαν οι αηδίες και οι παλιμπαιδισμοί, που ακούγονται με την είσοδο αποφοίτων σε Reunions.

Δηλαδή, κανείς από τους συμμαθητές του ΣΤ2 -χάρη στο Facebook που μας είχε προετοιμάσει-δεν φώναξε δυνατά, όταν μπήκε μέσα ο Κούνουπας «Εσύ, ποιος είσαι, ρε;».

Και φυσικά, ο Κούνουπας δεν χρειάστηκε να απαντήσει -σε κάποιον που δεν θα αναγνώριζε ποιος είναι- «Εγώ είμαι ο Παναγιώτης ο Κούνουπας. Εσύ ποιος είσαι, πού ρωτάς;».

Και όταν ο Κούνουπας κάθισε στο τραπέζι, δεν βρέθηκε στην δυσάρεστη θέση να ακούει τον χωρατατζή της τάξης, να του λέει «Ρε Κούνουπα, πώς έγινες, ρε μ@λάκα, έτσι;». Είχε προλάβει να τα ακούσει, όταν άνοιξε την σελίδα του στο Facebook.

Είχαμε συνειδητοποιήσει, οι παλιοί συμμαθητές του ΣΤ2- μέσα από τις φωτογραφίες που ποστάραμε- το κατάντημά μας. Και ευτυχώς, αυτές τις βλακείες τις αποφύγαμε.

Εκείνο όμως, που κανείς μας δεν μπόρεσε να αποφύγει, είναι οι εκδηλώσεις θαυμασμού των τρίτων για την Αλκινόη.

Ήταν άλλη class, αυτή η απόφοιτος ενός συνοικιακού Δημοτικού. Είχε ξεφύγει από την μιζέρια μιας φτωχικής γειτονιάς του Πειραιά.

Δεν ήταν, ούτε το chic ντύσιμο της, ούτε ο αέρας στο περπάτημα της, αυτό που εντυπωσίασε τους παλιούς συμμαθητές. Ήταν η νεανικότητα που ανέδυε το φρέσκο -για την ηλικία της πάντα-πρόσωπό της και το άψογο σώμα της.

Οι περισσότεροι -άντρες εννοείται- την χειροκρότησαν, με το πού την είδαν να μπαίνει.

Με είχε πιάσει αγκαζέ.

Ορισμένοι σηκώθηκαν και όρθιοι για να την δουν και δυο-τρείς κάφροι, από τα διπλανά τραπέζια των αποφοίτων -από άλλα τμήματα δηλαδή- σφύριζαν κιόλας. Βάζοντας τα δύο τους δάχτυλα μέσα στο στόμα.

Με κοιτάζανε, βέβαια, και εμένα, αλλά μόνο ο Κούνουπας μου έκλεισε το μάτι. Υπονοώντας, ποιος ξέρει τι.

Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά, και στο μαγαζί δημιουργήθηκε ξαφνικά πανδαιμόνιο.

«Τι έγινε, ρε παιδιά;» ρώτησα.

«Ήρθε η Γιάννα, ρε» μου είπε ο Κούνουπας, «η Κομανέντσι της Αγίας Σοφίας».

Ήταν αδιανόητη η οχλοβοή που δημιούργησε η είσοδος της συμμαθήτριας μας Γιάννας Λυκουδηρά.

Με το πού την είδανε, σηκώθηκαν όρθιοι οι περισσότεροι. Άλλοι σφυρίζανε και άλλοι χτυπούσαν τα πιρούνια τους στα πιάτα. Και ο Τάκης ο Χαρίτος, αν και καθηγητής Ακουστικής στο Michigan, πέταξε ψηλά στον αέρα- από τον ενθουσιασμό του προφανώς- την τραγιάσκα, που του κάλυπτε την καράφλα.

Ναι. Είχε μπει η Καθηγήτρια Γυμναστικής Γιάννα Λυκουδηρά. Το κορίτσι λάστιχο, που στα δέκα της κατέβαινε ολόκληρη την κατηφόρα της Αρτεμισίου με ρόδα.

Και που σήμερα -παρά τα πενήντα χρόνια της- διαπιστώναμε με τα ίδια μας τα μάτια, ότι διατηρούσε το ίδιο εκπληκτικό σώμα.

Το πρόσωπό της είχε βέβαια ψιλοσπάσει -είναι φανερό ότι στο Facebook το είχε λίγο πειράξει- αλλά, μπροστά σε ένα καλό κορμί, ποιος δίνει σημασία στο πρόσωπο;

Για να μας ανταποδώσει τον ενθουσιασμό, με τον οποίον την υποδεχτήκαμε, η Γιάννα μας έκανε επιτόπου μια τριπλή πιρουέτα.

Τέλος πάντων, μετά την φρικτή αυτή διαδικασία της υποδοχής, που γινόταν στον καθένα που έμπαινε, ήρθε η ώρα να καθίσουμε στα τραπέζια της ταβέρνας του Θανάση.

Πώς καθίσαμε; Οι απόφοιτοι κάθε τμήματος-είχε βάλει σε κάθε ένα από τα τρία μεγάλα τραπέζια μια ταμπελίτσα ο Θανάσης- μαζί.

Ο λόγος; Να θυμηθούμε πιο εύκολα αυτά, που έξη χρόνια ζήσαμε μαζί . Στην ίδια άθλια και κρύα αίθουσα, με παράθυρα από τα οποία μπορούσες να δεις τι γίνεται έξω, μόνο εάν ήσουνα πάνω από ένα ογδόντα.

Την ακατάσχετη λογοδιάρροια του κάθε μ@λάκα και της κάθε βλαμμένης για συμβάντα που αφορούσαν τον μικρόκοσμο μιας τάξης που αποφοίτησε το 1976, δεν μπόρεσα δυστυχώς να την αποτρέψω. Παρά τις προσπάθειες μου, να προσανατολίσω το πεδίο της συζήτησης στην πολιτική.

Οι ωραιοποιημένες εξιστορήσεις ασήμαντων γεγονότων είχαν πια εμπλουτιστεί και με συμπεράσματα που εξήχθησαν μεταγενέσετρα των συμβάντων. Τότε, που το παιδικό μας μυαλό αδυνατούσε να εξηγήσει.

Δεν έχει σημασία ότι οι ίδιες ιστορίες είχαν ειπωθεί και στο Reunion των τριάντα η είκοσι χρόνων της αποφοίτησης μας από το 4ο Δημοτικό σχολείο της Αγίας Σοφίας του Πειραιά. Θα έπρεπε να τις ξαναπούμε και στο Reunion των σαράντα χρόνων.

Έτσι, ήθελα δεν ήθελα, θυμήθηκα ξανά την επιστάτρια μας, την Κυρά Πιπίτσα, που μας κυνηγούσε στα διαλείμματα με μια βέργα και μια μέρα ο Δημήτρης, ο συμμαθητής μας, της την πήρε από τα χέρια της και την έσπασε στα τέσσερα. Λες και έκανε κανένα σπουδαίο κατόρθωμα.

Ήθελα δεν ήθελα, άκουσα ξανά για τον δάσκαλο μας, τον Κύριο Νίκο, που τον είχανε δει να φιλάει ένα βράδυ του ’72 την μητέρα της συμμαθήτριας μας, της Ποθητής Γραμμένου, στην μάντρα ενός μηχανουργείου στον Άγιο Διονύση. Λες και είναι ο πρώτος δάσκαλος που δημιουργεί παράνομη ερωτική σχέση με μητέρα μαθήτριάς του.

Ήθελα δεν ήθελα, για άλλη μια φορά, μου επιβεβαίωσαν ότι η πoρνοστάρ, που ποτέ δεν έρχεται στα Reunion μας, και έπαιζε σε cult βιντεοταινίες της δεκαετίας του ’80, ήταν η συμμαθήτρια μας Μαριλένα Σπίγγου. Απόφοιτος και αυτή από το θρυλικό 4ο Δημοτικό σχολείο της Αγίας Σοφίας του Πειραιά.

Λες και ήταν η μοναδική μαθήτρια της εγχώριας υφηλίου, που κατέληξε να παίζει σε τσoντες η λες και οι άλλες πoρνοστάρ, μοντέλες ;h ακόμη και τηλεπαρουσιάστριες -δεν έχει σημασία τι δουλειά κάνουν σήμερα- δεν υπήρξαν κάποτε και αυτές μαθήτριες ενός Δημοτικού σχολείου της επικράτειας.

Η Μαριλένα Σπίγγου, τους προκαλούσε; Πού στο κάτω-κάτω η ερμηνεία της, δίπλα σε ένα ιερό τέρας της ελληνικής βιομηχανίας πoρνό, είχε αφήσει άφωνους όλους τους τότε εικοσάρηδες φρέσκους απόφοιτους συμμαθητές της, που είχανε πάει στο «Αβέρωφ» της οδού Κρατίνου.

Εγώ, βέβαια, την βραδιά εκείνη, απέρριψα την πρόταση εξόδου και σαν γνήσιος αριστερός προτίμησα να παρακολουθήσω στην Αλκυονίδα την «Θυσία» του Ταρκόφσκι.

Όπως, λοιπόν, το είχα προβλέψει με ακρίβεια, στη συντετμημένη εισαγωγική μου παράγραφο περί Reunions, στη πρώτη ώρα πάνω, ο ένας είχε αρχίσει να βαριέται τον άλλον. Τα τραπέζια άρχισαν σιγά-σιγά να αδειάζουν.

Μοναδική εξαίρεση ήταν το τραπέζι μας. Αυτό, στο οποίο κάθονταν τα μέλη της κλειστής ομάδας του Facebook. Των αποφοίτων του ΣΤ2 του 4ου Δημοτικού σχολείου Αγίας Σοφίας Πειραιώς.

Εμείς είχαμε πολλά, φαίνεται, να πούμε.

Αλλά όταν βλέπεις στα διπλανά τραπέζια, να σηκώνονται ένας-ένας και να αρχίζουν οι αποχαιρετισμοί, εμείς τι έπρεπε να κάνουμε; Να μείνουμε;

Μείναμε μέχρι ο παλιός μας συμμαθητής, ο Θανάσης Καμπαφλής, να φέρει τον λογαριασμό στη παρέα μας. Τριάντα Ευρώ το κεφάλι χρέωσε ο απατεώνας. Φυσικά, χωρίς απόδειξη, γιατί είμαστε συμμαθητές. Κανείς μας δεν παραπονέθηκε, κανείς μας δεν μανούριασε. Η βραδιά δεν χώραγε γυφτιές.

Το τσεκούρωμα που μας κάνει κάθε φορά ο Θανάσης, είναι και ο λόγος που στο μαγαζί του πάμε μόνο σε Reunions. Μια φορά στα δέκα χρόνια.

Τέλος πάντων, εκεί έξω από την ταβέρνα, λίγο πριν αρχίσει και η δική μας παρέα τα «Καληνύχτα» και τα «Να τηλεφωνηθούμε, να τα πούμε», η Αλκινόη πέταξε την ιδέα, να πάμε στο σπίτι της για ένα ποτό.

Κανείς -με εξαίρεση τον Καθηγητή της Ακουστικής, που την επόμενη πετούσε- δεν είχε αντίρρηση.

Άλλωστε, δύο ώρες στη ταβέρνα, δεν μας είχαν φτάσει για να ολοκληρώσουμε το πάνθεον των αναμνήσεων μας.

Ξεκινήσαμε για το σπίτι της και χάρη στα Google maps, βρήκαμε αμέσως την πολυκατοικία της.

Ένας δρόμος την χώριζε από την παραλιακή, στο Παλαιό Φάληρο.

Λίγο φαντάζομαι ενδιαφέρει αν ήταν ή δεν ήταν καλόγουστα επιπλωμένο και διακοσμημένο το οροφοδιαμέρισμα της συμμαθήτριας μου. Σας διαβεβαιώνω, πάντως, ότι ήταν.

Πριν μάλιστα καθίσουμε, όλοι βγήκαμε στο μπαλκόνι της να δούμε την θάλασσα. Έκανε όμως κρύο και μπήκαμε μέσα.

Στους άνετους και μαλακούς καναπέδες αράξαμε και οι έξι φιλοξενούμενοι απόφοιτοι του 4ου Δημοτικού της Αγίας Σοφίας Πειραιώς.

Οι δύο κυρίες, η Αλεξάνδρα και η Γιάννα, και οι τέσσερις κύριοι.

Η Αλκινόη, σαν οικοδέσποινα, πηγαινοερχότανε στη μεγάλη κουζίνα της.

Η Γιάννα -σίγουρα για να δει πόσο μεγάλη είναι η κουζίνα του σπιτιού- τη ρώτησε αν ήθελε κάποια βοήθεια.

Έχοντας, από χρόνια, αποβάλλει η Αλκινόη αυτές τις μικροαστικές οικειότητες, της είπε ότι δεν χρειάζoταν. Θα έφερνε εκείνη, ότι χρειαζόμαστε.

Και σε ένα μεγάλο επάργυρο δίσκο, μας έφερε το μπολ με τα παγάκια, βότκες, τρία μπουκάλια ουίσκι- το ένα ήτανε twelve years και ένα άλλο malt- λικέρ και κονιάκ επτά αστέρων. Όχι τριών, σαν και αυτά που βγάζουν στα καφενεία μετά το μνημόσυνο.

Με τον αέρα της άνεσης, που διαθέτουν οι εύποροι συνάνθρωποι μας, η Αλκινόη μας πρότεινε να σερβιριστούμε μόνοι μας.

Και αφού ο καθένας μας έβαλε ότι ποθούσε να πιεί -εγώ διαλέγω πάντα cognac – αρχίσαμε να λέμε τα ίδια που λέγαμε και στην ταβέρνα του συμμαθητή μας Θανάση Καμπαφλή.

Μόνο που η ατμόσφαιρα και η μουσική ήταν πολύ καλύτερη. Και αυτό, οπωσδήποτε, βοηθάει την ροή του λόγου.

Είπαμε πολλά πίνοντας. Και περνούσαμε υπέροχα.

Η συζήτηση για το σχολικό μας παρελθόν, σιγά-σιγά παραχωρούσε την θέση της στο παρόν του καθένα μας.

Όλοι βέβαια, οι άντρες συμμαθητές, προσέχαμε την κάθε μ@λακία που έλεγε η Αλκινόη και η Γιάννα, που παρέμεναν γκομενάρες -παρά τα πενήντα τους- και αγνοούσαμε αυτά που έλεγε η κακομοίρα η Αλεξάνδρα.

Το διαπίστωσα αμέσως. Αδιαφορούσαν παντελώς για την προσωπική της ζωή και τις δραστηριότητες της.

Δεν τους ενδιέφερε ούτε η εθελοντική της συμμετοχή σε μαθήματα γλώσσας που παρέδιδε σε προσφυγόπουλα από την Συρία, ούτε οι πολιτικές της θέσεις στον συνδικαλιστικό φορέα των Καθηγητών.

Το κατάλαβε η Αλεξάνδρα. Είναι άλλωστε και έξυπνη.

Προσπάθησε να ανοίξει κουβέντα για τα αυτοδιαχειριζόμενα αγροκτήματα και την δυνατότητα με μια μικρή προσπάθεια ο καθένας μας να εξασφαλίσει την προμήθεια των απαιτούμενων για την οικογένεια του αγροτικών προϊόντων.

Εγώ τη ρώτησα, πως μπορώ να καλλιεργήσω ντοματίνια και βρήκα τις συμβουλές εξαιρετικά χρήσιμες.

Οι άλλοι; Την έγραφαν κανονικά στα @ρχίδια τους. Εκείνοι νοιάζονταν τι θα πει η Γιάννα και η Αλκινόη.

Η κακομοίρα αισθανόταν άσχημα. Το κατάλαβα, και ήταν δική μου ιδέα να αναφερθώ στην έκδοση της ποιητικής συλλογής της, «Τα αγέρωχα του Χρόνου».

«Αλεξάνδρα» της είπα, «συγχαρητήρια για την νέα σου δουλειά. Δεν μας απαγγέλεις τίποτα;»

Είδα τους άλλους να ξινίζουν, αλλά κάνεις δεν έφερε αντίρρηση.

«Είσαστε σίγουροι;» μας ρώτησε ευγενικά. «Η ποίηση μου, ξέρετε, είναι λίγο μελαγχολική».

«Δεν πειράζει, Αλεξάνδρα» της απάντησα εγώ, που είχα πάρει και την πρωτοβουλία. «Άλλωστε και οι συγκεντρώσεις αποφοίτων έχουν μία επίγευση θλίψης».

Ανάθεμα και αν κατάλαβε κανείς τους, τι είναι η επίγευση. Σημασία έχει, ότι δεν υπήρχαν αντιδράσεις στην προοπτική της ποιητικής κατάληξης της βραδιάς αυτής των αποφοίτων. Όλοι, είχανε σωπάσει.

Μόνο ο Παναγιώτης Κούνουπας, Προϊστάμενος τροχαίου υλικού στον ΟΣΕ, τόλμησε να ρωτήσει:

-Ρε, Αλεξάνδρα, έχεις γράψει τίποτα για τραίνα;

«Φυσικά, Παναγιώτη μου» του απάντησε. «Τα τραίνα, οι σταθμοί και τα λιμάνια είναι ποιητικά πεδία αναφοράς για την εκφορά συναισθημάτων αποχωρισμού, απόδρασης η εγκατάλειψης».

Και άρχισε να μας απαγγέλει τις «Αποθήκες του παρελθόντος».

«Στην γειτονιά με τα χαλάσματα των παλιών μας σπιτιών
Κοντά στις ράγες του τραίνου
Την ώρα μετά το νυχτερινό δρομολόγιο».
Εκεί τους ζήτησες, χρόνια μετά,
να γίνει η τελευταία μυστική συνάντηση.
Κανείς δεν φάνηκε την μέρα κείνη.
Και όχι γιατί παλιότερα τους έκλεψες τις ελπίδες
η δεν πίστεψαν τα νέα φιλόδοξα σου σχέδια
Αλλά, να!
Ήξεραν, ότι είχαν κλείσει τους δρόμους της απόδρασης
και τα βαγόνια των ονείρων σκούριαζαν στις αποθήκες του παρελθόντος»

«Θα πήραν τις γραμμές οι γύφτοι, για σίδερο. Τις πουλάνε με το κιλό» ήταν το σχόλιο του Παναγιώτη, με το πού τέλειωσε την απαγγελία της η Αλεξάνδρα.

Και σαν να μη έφτανε η πρώτη μ@λακία που είπε, συμπλήρωσε και από επάνω.

«Εμείς, στην Υπηρεσία, τα παλιά βαγόνια τα αξιοποιούμε. Συντάσσεται πρωτόκολλο καταστροφής και πάνε στον ΟΔΔΥ για αλλαγή χρήσης».

Του έριξα μια σφαλιάρα για την άσχετη παρατήρηση του και του είπα, καλύτερα να το βουλώσει.

Δεν το παρεξήγησε η Αλεξάνδρα. Η ανωτερότητα ενός ποιητή, σε κάτι τέτοιες στιγμές φαίνεται.

Τον κοίταξε χαμογελώντας. Και για να τον δικαιολογήσει συμπλήρωσε:

-Το γνωρίζω, Παναγιώτη. Με τέσσερα παλιά βαγόνια φτιάχτηκε ένα θέατρο στο Ρουφ. Είναι μια μικρή συμβολή στον πολιτισμό οι προσπάθειές σου, Παναγιώτη.

Πήρε θάρρος ο Παναγιώτης και ήταν η σειρά του να μου ρίξει σφαλιάρα.

«Τα βλέπεις, ρε μ@λάκα» μου είπε «Νομίζεις, ότι είμαι άσχετος από ποίηση;»

Μας έβαλε στην θέση μας και τους δύο η Αλεξάνδρα.

«Ελάτε παιδιά, ηρεμήστε. Η ποίηση -κατά τον Εμπειρίκο- είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου. Θα σας απαγγείλω, τώρα, το αγαπημένο μου» μας είπε.

«Ναι, Αλεξάνδρα» την παρότρυνα.

Και άρχισε την δεύτερη της απαγγελία.

Με εξαίρεση εμένα, που πρόσεχα τους στίχους της, όλοι οι υπόλοιποι, έκαναν πως την πρόσεχαν.

Στην πραγματικότητα, παρακαλούσαν να τελειώσει το μαρτύριο τους.

«Τα χρόνια που δεν έζησε προσπάθησε να βρει
μέσα από εραστές αμφίβολης ποιότητας
που συναντούσε κρυφά
σε μέρη ξένα από την γενιά της.
Της ήρθαν θύμησες παλιές
από βράδια που δεν έζησε,
όνειρα που χρόνια τώρα είχε εγκαταλείψει,
προσδοκίες που είχε αφήσει.
Και στην άσβεστη αυτή επιθυμία της,
ξέχασε ότι το σώμα της δεν την θυμόταν πια.»

«Σας άρεσε;» μας ρώτησε, με το πού το τελείωσε.

«Μπράβο Αλεξάνδρα» της είπα. «Η γραφή σου είναι λιτή και η ροή γραμμική. Η απουσία της ποιητικής ρίμας, προβάλλει έμμεσα την διαφάνεια των σκέψεών σου. Έχουν στοιχεία βιωματικά οι στίχοι σου;» την ρώτησα.

-Χα, χα. Όχι φυσικά. Σε μένα συμβαίνει το αντίθετο. Εγώ, θυμάμαι ότι το σώμα μου με έχει ξεχάσει. Άλλες, από εδώ μέσα, δεν το θυμούνται.

Δεν περίμενα αυτή την απάντηση από την ευγενική Αλεξάνδρα. Ήμουνα σίγουρός, ότι θα άναβε φωτιές.

Η Αλκινόη, το πήρε προσωπικά.

Αυτή ήτανε που στα τελευταία posts της έδειχνε να πηγαίνει σε bars. Εκεί που σύχναζαν νέοι άντρες.

Αυτή έβαζε φωτογραφίες που έδειχναν ερωτευμένα ζευγάρια να κάθονται τρυφερά σε στολισμένα τραπέζια με αναμμένα κεριά και όμορφα σερβίτσια.

Αυτή ήτανε, που είχε κάνει την μεγάλη επιτυχημένη αισθητική επέμβαση στην περιφέρεια της.

«Ποια εννοείς, ρε Αλεξάνδρα;» την ρώτησε τσαμπουκαλεμένα η Αλκινόη.

-Εσένα, Αλκινόη μου. Τι νομίζεις; Επειδή ντύνεσαι μοντέρνα και ξημεροβραδιάζεσαι στα bars με τα τεκνά, νομίζεις ότι το σώμα σου αντέχει όλες αυτές τις ταλαιπωρίες; Αντί να ασχοληθείς με την κόρη σου, την δουλειά σου, και να βρεις και ένα σοβαρό κύριο, τώρα που χώρισες, παλιμπαιδίζεις σαν κοριτσόπουλο. Στο λέω σαν συμβουλή. Δεν θέλω να σε προσβάλω. Δεν είναι πράγματα αυτά για την ηλικία μας.

-Γιατί; Τι έχει η ηλικία μας; Τι θες, να με πιάσει κατάθλιψη και να αρχίσω να γράφω μ@λακίες;

– Ε, όχι και μ@λακίες τα «Αγέρωχα του Χρόνου», Αλκινόη μου. Η ποιητική αυτή σειρά θα προταθεί στην Ακαδημία για βραβείο. Συγγνώμη, αλλά δεν θα πέσω στο επίπεδό σου.

-Γιατί, τι έχει το επίπεδό μου, μωρή φάλαινα; Έχω τελειώσει Νομική και έχω κάνει Family Law στο Cambridge.

-Αλκινόη, λυπάμαι, αλλά δεν θα ανοίξω διάλογο μαζί σου.

Οι άντρες δεν προσπαθήσαμε να επιτύχουμε τον ιστορικό συμβιβασμό δύο συμμαθητριών που πλακώθηκαν μετά από σαράντα χρόνια. Τις αφήσαμε, να βγάλουν μόνες τους το φίδι από την τρύπα.

Όταν η Αλεξάνδρα κατάλαβε ότι δεν την υποστήριξε κανείς μας, σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό της και μας καληνύχτισε. Σίγουρα δεν θα ερχόταν ξανά σε Reunion.

«Ρε την κομπλεξική» είπε η Αλκινόη, όταν η Αλεξάνδρα έφυγε. «Να μας χαλάσει τη βραδιά, ήθελε».

Και φαίνεται ότι στον Παναγιώτη Κούνουπα τη χάλασε. Γιατί, μετά από λίγο, προφασιζόμενος ότι το επόμενο πρωί, στις 8 ακριβώς, θα έπρεπε να βρίσκεται στη Κουμουνδούρου για μια σύσκεψη της επιτροπής παραλαβής φωτεινών σηματοδοτών, μας είπε ότι είναι αργά και πρέπει να πηγαίνει.

Και όχι μόνο θα έφευγε ο Παναγιώτης ο Κούνουπας αλλά παρέσυρε και τον Ντέμη τον Μαλεβά, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε ανοίξει το στόμα του, να πει μια κουβέντα.

«Παιδιά, πρέπει δυστυχώς να φύγω και εγώ μαζί με τον Παναγιώτη» μας είπε. «Ήρθαμε με το ίδιο αυτοκίνητο. Εσείς, μπορεί να θέλετε να μείνετε ακόμη λίγο. Μη σας χαλάσω την βραδιά».

Τι και αν είχαμε μείνει τέσσερις, μετά την άσχημα αποχώρηση της Αλεξάνδρας και την αναγκαστική αποχώρηση του Παναγιώτη και του Ντέμη; Είχαμε χαλαρώσει. Εγώ είχα πιει ήδη δυο cognac, ο Δημήτρης γύρω στα τέσσερα scotch και τα κορίτσια από μια-δυο βότκες.

Οι σχολικές αναμνήσεις είχαν δώσει την θέση τους στις προσωπικές καταστάσεις του καθενός μας.

Μάθανε για τον άτυχο πρώτο μου γάμο και την ουρανοκατέβατη τύχη που είχα, όταν συνάντησα την δεύτερη μου σύζυγο.

Αλλά κι εγώ, έμαθα ακριβείς λεπτομέρειες για τις ατυχίες που είχαν χτυπήσει την πόρτα της ζωής των άλλων. Της Γιάννας, που σας τα είπα λίγο πιο πάνω. Και της Αλκινόης, που χώρισε πρόσφατα με τον σύζυγο της, περιοδοντολόγο στο επάγγελμα. Γιατί χώρισε;

Γιατί ο περιοδοντολόγος, διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με μια ασκούμενη στο δικηγορικό γραφείο της Αλκινόης. Η σχέση δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια θεραπευτικής συνεδρίας και η σύλληψη του μοιχού έγινε επ’ αυτοφώρω.

“Στη καρέκλα πάνω, τους έπιασα» μας εξήγησε η Αλκινόη. «Και να σκεφτείτε, ρε παιδιά, είκοσι χρόνια παντρεμένοι είχα κάνει στο ιατρείο του πάνω από δέκα καθαρισμούς και τέσσερα σφραγίσματα. Και στην οδοντιατρική πολυθρόνα, ποτέ δεν το είχαμε κάνει».

Τα θέματα είχαν αρχίσει να εξαντλούνται. Η συζήτηση άρχισε να περιστρέφεται σε θέματα ανύπαρκτα. Το άφθονο αλκοόλ είχε αρχίσει να λύνει τη γλώσσα μας.

Οι Πειραιώτες άλλωστε, δεν φημίζονται για το λεκτικό τους savoir vivre. Και η κουβέντα ούτε που καταλάβαμε, πώς πέρασε σε ερωτικά ζητήματα.

Πιθανόν, να ξεκίνησε από εκείνη την άσχετη ερώτηση της Αλκινόης.

«Και δεν μου λες, Αλέξη;» με ρώτησε, «Δεν πιστεύω να το έκανες με εκείνη την δεύτερη ξαδέλφη σου, την Ράνια Κ. Αλήθεια, την απατάς την γυναίκα σου;»

Η απάντηση μου ήταν, πιθανόν, λίγο προσβλητική για τα κορίτσια. Και σίγουρα αλαζονική. Είχα όμως πιεί ήδη, δύο ποτήρια cognac.

«Όχι, βέβαια» της απάντησα «Αν το έκανα με κάθε μία από αυτές που γράφω στις ιστορίες μου, θα προλάβαινα να έρθω και σε reunion, ρε κορίτσια; Και θα ερχόμουνα μετά και μαζί σας;»

Την ψώνισε η Αλκινόη, με την κρυάδα που είπα.

«Γιατί, ρε μ@λάκα; Λίγες σου πέφτουμε;» μου απάντησε. «Τι λέει ρε Γιάννα, ο Κύριος; Άκου εκεί. Αν σε βάλω κάτω ρε, θα πάθεις έμφραγμα.»

-Αυτό φοβάμαι. Το έμφραγμα. Αυτός είναι και ο λόγος, που δεν απατάω την γυναίκα μου. Μου το έχει πει ο συμμαθητής μας ο Σταύρος, που είναι και γιατρός. Το εξωσυζυγικό σ-ε-ξ σκοτώνει.

-Όλο μ@λακίες, λέει ο Σταύρος. Μην τον ακούς, παιδί μου. Οι κατά παρέκκλιση ερωτικές συνευρέσεις, αλλά όχι καθ’ έξιν, ενδυναμώνουν τον οικογενειακό θεσμό. Άκου και μένα. Δικηγόρος είμαι, με ειδίκευση στα διαζύγια λόγω μοιχείας.

«Ρε κορίτσια, όλο λόγια είσαστε. Εσείς, κάνετε τίποτα;» είπε ο Δημήτρης, που όσο να ‘ναι, έχει από μένα περισσότερες εμπειρίες στον ερωτικό χαβαλέ.

«Εμείς, λόγια;» πετάχτηκε η Γιάννα. « Εμείς, ρε, πάμε με σαραντάρηδες και σε μισή ώρα τους έχουμε βγάλει knock out. Χα, χα…»

-Ναι, καλά. Οι σαραντάρηδες δεν μπορούν να γ@μήσουν όπως εμείς. Αυτοί φοβούνται για την δουλειά τους. Τους τρώει η ανασφάλεια για το μέλλον. Ενώ, εμείς… Ε, Αλέξη; Έχουμε μια δουλειά στρωμένη. Έχουμε σύζυγο με κατανόηση, τα παιδιά μας έχουνε μεγαλώσει. Χα, χα. Τα έχουμε λύσει τα προβλήματα μας και γ@μάμε όποτε γουστάρουμε.

-Τι λες, βρε χάχα; Γ@μάτε, όποτε πληρώνετε. Σιγά μην έρθει γκόμενα της προκοπής μαζί σας. Εσείς, ρε, με την κοιλιά που έχετε, ούτε να τον δείτε δεν μπορείτε.

Τσαντίστηκε ο Δημήτρης.

-Εγώ τον βλέπω. Είναι μεγάλος. Τον κοιτάω κατακόρυφα, στην νοητή ευθεία της κοιλιάς και αφήνει και πέντε πόντους απέξω.

«Σιγά, ρε. Κόψε λίγο.» του είπε γελώντας.

-Καλά, αν τον βγάλω έξω και τον δεις, δεν θα ξέρεις πού να κρυφτείς.

Η κουβέντα είχε περάσει στα όρια της πλάκας. Αλλά, να πω την αλήθεια μου, τη βρίσκαμε.

Είχανε φύγει όλοι οι σοβαροί, και εμείς οι τέσσερις, λέγαμε ότι μ@λακία μας κατέβει.

Η Γιάννα, βέβαια, συνέχιζε να πειράζει τον φίλο μου τον Δημήτρη. Τον προκαλούσε η πουτ@να. Πήγαινε γυρεύοντας.

-Το θέμα Δημήτρη, δεν είναι να τον βλέπεις. Το θέμα είναι να μπορείς να τον χρησιμοποιείς. Σου σηκώνεται αμέσως; Η παίρνεις τίποτα Vιagra, για να το κάνεις;

«Τίποτα δεν παίρνω.» της απάντησε κοφτά ο Δημήτρη. «Και μου σηκώνεται αμέσως»

-Έλα, ρε; Και την έχεις και μεγάλη;

-Ε! Ναι. Σου είπα, έτσι και τη βγάλω έξω, θα πάθεις.

-Σώπα ρε. Εσύ στο Δημοτικό, όλο με κατουρημένα παντελόνια ήσουνα. Χα, χα…Ήσουνα και μπουλούκος από τότε. Πότε πρόλαβε, ρε, και σου μεγάλωσε;

-Στο Γυμνάσιο, βρε βλαμμένη. Το πιστεύεις, δεν το πιστεύεις, αλλά από την Πρώτη μέχρι την Δευτέρα είχε πάρει απότομα τρείς ολόκληρους πόντους.

-Χα, χα… Αντί να τους πάρεις σε ύψος, τους πήρες σε μήκος. Χα, χα…

-Γιάννα; Μη γελάς. Σε έχει γ@μήσει ποτέ χοντρός και κοντός;

-Όχι, βέβαια. Εγώ ξέρω, ότι στους χοντρούς μπαίνει μέσα. Έτσι, δεν είναι, ρε Αλκινόη;

«Για τους χοντρούς, δεν ξέρω» απάντησε η Αλικιόνη. «Πάντως οι κοντοί, την έχουν μεγάλη. Έχω πάει με δύο κοντούς, όλους και όλους. Και οι δύο την είχανε πάνω από το κανονικό. Στο μόνο που δυσκολεύονται οι κοντοί, είναι στο 69. Αλλά και αυτό, μόνο εάν η γυναίκα είναι πάνω από δέκα πόντους πιο ψηλή ή έχει δυσανάλογα κοντά πόδια».

Για κανένα δεκάλεπτο τέσσερις ώριμοι άνθρωποι εξηγούσαν ο ένας στον άλλο, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κοντοί στην εκτέλεση ενός 69.

Λάτρης της γεωμετρικής θεωρίας του έρωτα, τους εξηγούσα, με την χρήση των σωματικών κύκλων του Da Vinci, ότι χάρη στο 69 βρέθηκε η λύση στο δυσεπίλυτο πρόβλημα της αυτοαιδoιoλειχίας και του αυτοπεoθηλασμού.

«Αλέξη, είσαι φοβερό μυαλό» είπε η Γιάννα με θαυμασμό. «Τώρα κατάλαβα, γιατί με το 69 δεν αισθάνομαι πόνους στη μέση. Είναι η πιο ξεκούραστη ερωτική στάση».

-«Καλά, εσύ Αλέξη, πρέπει να έχεις πολλές επιτυχίες» συμπλήρωσε η Αλκινόη. «Είσαι Manager, κρατιέσαι καλά για την ηλικία σου, γράφεις και εξυπνάδες, ε, όλο και κάποια θα σου την πέφτει».

-Μπα, μη το λέτε» τους απάντησα με μετριοφροσύνη. « Ότι αρέσω, αρέσω. Αυτό να λέγεται. Αλλά, έχουν μάθει ότι στέλνω ιστορίες στον Πιτσιρίκο και φοβούνται μη γίνουν ρόμπα. Δεν ξανοίγονται πολύ μαζί μου».

«Καλά, και η γυναίκα σου, δεν σου λέει τίποτα με τις μ@λακίες που γράφεις;» με ρώτησε πάλι η Αλκινόη.

– Όχι. Γιατί δεν τις πιστεύει. Μου λέει μάλιστα, ότι καλύτερα να γράφω παρά να ξενογ@μάω.

-Αυτό είναι σωστό. Αυτοί που γράφουν ή μιλάνε πολύ, δεν γ@μάνε. Στο είπε και αυτή η φίλη σου, η Καθηγήτρια Γλωσσολογίας.

-Και εσύ, ρε Αλκινόη, που την ξέρεις την Καθηγήτρια;

-Διαβάζω Πιτσιρίκο, στο είπα. Τώρα μάλιστα, που θα κάνει το site του και συνδρομητικό, σκέφτομαι να του προτείνω να αναλάβω δωρεάν την νομική υποστήριξή του. Θα γ@μήσω στις αγωγές, εκείνους που τον κοπιάρουν.

Για να κλείσω την συζήτηση, που δεν ήθελα να περιστρέφεται γύρω από εμένα, είπα:

-Έτσι είναι δυστυχώς. Αυτοί που μιλάνε ή και γράφουν πολύ- αν είναι και αριστεροί- βρίσκονται σε ερωτικό αδιέξοδο.

«Τι ρόλο παίζει στην ελευθερία του έρωτα, ρε Αλέξη, η πολιτική κατεύθυνση;» απάντησε με πλάγια ερώτηση η Αλκινόη. Και ο Δημήτρης, αριστερός δεν είναι; Αν του πεις να γδυθεί, για πλάκα λέω, και του ζητήσεις να την βγάλει έξω να μας την δείξει, δεν θα την βγάλει;»

«Θα την βγάλω!» απάντησε ο Δημήτρης, αν και κανείς μας δεν τον ρώτησε.

«Και δεν την βγάζεις, ρε χοντρέ» είπε η Γιάννα γελώντας. «Θα στην πιάσω και θα στην μετρήσω να δούμε πόσο πιάνει»

«Με το χέρι;» τη ρώτησε ο Δημήτρης, που δεν του φάνηκε κακή η ιδέα της Γιάννας.

-Ε, με τι, ρε μ@λάκα; Θέλεις να φορέσω και γάντια;

-Γιάννα; Το ένα χέρι δεν φτάνει.

-Σιγά, ρε χοντρέ, κόψε.

-Βάζεις στοίχημα;

-Βάζω.

-Ό,τι περισσέψει, στο στόμα. Είσαι;

«Ναι, είμαι! » απάντησε η Γιάννα, μπαίνοντας στον πειρασμό του στοιχήματος.

Εγώ, δεν πίστευα ότι μια βραδιά, ώριμων και σοβαρών ανθρώπων, θα είχε φτάσει στα όρια της ελευθεριότητας. Περίμενα να δω, εάν ο συμβολαιογράφος Νίκαιας, Δημήτρης Π., απόφοιτος του 4ου Δημοτικού σχολείου Αγίας Σοφίας θα προχωρούσε στην στοιχηματική αυτή ενέργεια.

Και πριν προλάβει να την βγάλει ο Δημήτρης, πετάχτηκε η Αλκινόη. Εκεί που δεν την έσπειραν.
«Ρε σεις; Έχω μια ιδέα» είπε. «Να την βγάλετε και οι δύο σας έξω. Και όποιος την έχει πιο μεγάλη, να του πάρει πίπα η Γιάννα».

Ζοχαδιάστηκε η Γιάννα, που η Αλκινόη κανόνιζε χωρίς τον ξενοδόχο.

-Τι λες, μωρή; Πολύ έξυπνη είσαι. Να πάρεις εσύ την πίπα και να με γ@μήσει έμενα ο άλλος. Με την πιο μικρή. Εγώ, δεν έχω πρόβλημα. Είμαι γυμνάστρια και ξέρω στάσεις για μικρόπoυτσoυς.

Είχα έρθει σε εξαιρετικά αμήχανη θέση. Γιατί άλλο να γράφεις, και άλλο να καλείσαι να συμμετέχεις σε περίεργα ερωτικά παιγνίδια.

Σχεδόν δεν μιλούσα. Το καταλάβανε τα κορίτσια. Άρχισαν να με πειράζουν.

«Αλέξη, σε βλέπω κομπλαρισμένο» μου είπε η Γιάννα.

Δεν απάντησα, γιατί κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει τον λόγο που είχα κομπλάρει.

Εκείνη την γ@μημένη μέρα δεν φορούσα ούτε μποξεράκι, ούτε καν σλιπάκι. Για να μη κινήσω καμία υποψία, όταν ντυνόμουνα, βρήκα ένα παλιό σώβρακο και το φόρεσα επιδειχτικά μπροστά στη γυναίκα μου. Δεν είχα, δηλαδή, διαλέξει ένα εφαρμοστό εσώρουχο. Κάτι, δηλαδή, που θα αναδείκνυε περισσότερο το σώμα μου.

«Εντάξει, με έπεισες» μου είχε πει η γυναίκα μου, που με έβλεπε να ντύνομαι. «Δεν χρειάζεται να φορέσεις καμία σκελέα. Μπορεί να σου τύχει τίποτα και να χρειαστείς, να βγάλεις το παντελόνι σου».

Εννοούσε, φυσικά, να πάθαινα κάτι και να πήγαινα σε τίποτα επείγοντα. Όχι, βέβαια, κάτι άλλο.

«Λοιπόν, Αλέξη, θα ξεκουμπώσεις το παντελόνι σου;» μου είπε η Γιάννα.

«Ρε, κορίτσια, ξέρετε δεν ήρθα προετοιμασμένος για παιγνίδια. Και φοράω σώβρακο. Θα σκάσετε στα γέλια».

-Αυτό θέλουμε. Πλάκα κάνουμε, ρε. Σιγά, μη σας πάρουμε πίπα.

-Και εμείς, ρε βλαμμένες, σιγά μη κατεβάσουμε τα σώβρακα μας.

«Ναι, σωστά» μου απάντησε. «Εσείς οι αριστεροί, ποτέ δεν κατεβάζετε τα σώβρακα σας» κατέληξε.

Δεν έδωσα την πρέπουσα σημασιολογική απάντηση στην φίλη μου, αλλά απόρησα για την ειρωνική της παρατήρηση περί αριστερών.

Δεν το περίμενα αυτό, από την Γιάννα. Στη κουβέντα, που είχαμε στη διαδρομή, μου είπε ότι παλιά ψήφιζε ΠΑΣΟΚ. Τι στο διάολο; Και το ΠΑΣΟΚ, αριστερό κόμμα δεν ήτανε;

Η πλάκα, πάντως, συνεχιζόταν με ιδιαίτερο κέφι. Χωρίς να χρειαστεί να κατεβάσουμε τα παντελόνια μας και να μπούμε σε επικίνδυνα παιγνίδια.

Αρχίσαμε να μιλάμε και για άλλα πράγματα. Σε κάποια στιγμή λέω στην Γιάννα:

«Γιάννα; Κάνεις ακόμη κατακόρυφο;»

Φυσικά. Το σόι γυμνάστρια είμαι;» μου απάντησε. «Να σου κάνω μία; Ποιος θα μου βαστάει τα πόδια;» μας ρώτησε απευθυνόμενη σε μένα και τον Δημήτρη.

Ήταν λογική η απαίτηση της. Τα πόδια της, επειδή όλοι οι τοίχοι του σπιτιού της Αλκινόης ήταν πιασμένοι από κάδρα και δεν υπήρχε ανάλογος χώρος για να τα κρεμάσει, κάποιος έπρεπε να τα κρατήσει. Προθυμοποιήθηκε ο Δημήτρης.

Το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Η Γιάννα, που δεν είχε προετοιμασθεί για γυμναστικές επιδείξεις, δεν φορούσε φορμάκι.

Έτσι, με την εκτέλεση της άσκησης, μας αποκαλύφθηκε το εσώρουχο της.

Το μαύρο εφαρμοστό της φόρεμα, όσο και αν είχε ανασηκωθεί, μας εμπόδιζε να καταλάβουμε εάν ήταν στρινγκ η κιλότα, αλλά δεν μας εμπόδιζε να παίρνουμε μάτι. Το κατάλαβε, αλλά δεν είπε τίποτα.

«Και μπορείς να ανοίγεις και τα πόδια, όταν σε κρατάει ο άλλος» την ρώτησα, όταν είδα την άψογο κατακόρυφο ευθεία που σχημάτιζε το κορμί της.

«Φυσικά» μου απάντησε, με φωνή που έδειχνε, ότι η στάση δεν την είχε καταβάλλει. Δεν ακούγοταν, δηλαδή, λαχανιασμένη.

Χωρίς να της το ζητήσουμε, ανοίγει τα πόδια της σε γωνία 90 μοιρών. Βέβαια, όταν τα πόδια ανοίγουν, αυτός που τα κρατάει αναγκάζεται να σκύψει. Το φόρεμα, εάν είναι και σχετικά κοντό, όσο και εφαρμοστό να είναι, σηκώνεται ακόμη πιο ψηλά.

«Ανοίγουν και άλλο;» την ρώτησε ο Δημήτρης. «Μπορείς να πιάσεις 120 μοίρες;».

«Και 180 μπορώ να πιάσω. Αλλά θα αναγκαστείς να σκύψεις και θα σε εμποδίζει η κοιλιά σου»

«Μη σε νοιάζει, θα τη ρουφήξω» της είπε. «Έτοιμη;»

«Ναι» απάντησε η Γιάννα, ανοίγοντας την γωνία των ποδιών της με εκπληκτική ταχύτητα. Ήταν τέτοια η δύναμη που κατέβαλλε η Γιάννα για να πιάσει τις 180 μοίρες που ο Δημήτρης δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα πόδια της.

Και στην προσπάθεια του να τα συγκρατήσει, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο πάτωμα παρασύροντας και την Γιάννα. Η Γιάννα, είχε λοιπόν τα πόδια της ανοιχτά και ο Δημήτρης είχε πέσει από πάνω της.

Η Αλκινόη και εγώ, είχαμε ξεραθεί στα γέλια. Η Γιάννα παρά το πέσιμο, δεν είχε χάσει το κέφι της.

«Πρώτη φορά πέφτει χοντρός πάνω μου» είπε. «Ελπίζω, να μη σου σηκωθεί, μ@λάκα»

«Αν μου σηκωθεί, θα το καταλάβεις» της είπε ο Δημήτρης.

Γελάσαμε και πριν προλάβουμε να κάνουμε κάποιο σχόλιο ακούσαμε την Γιάννα, να λέει στον Δημήτρη:

«Ρε μ@λάκα, σου σηκώθηκε; Δεν ντρέπεσαι, ρε; Με την συμμαθήτρια σου;»

«Γιάννα, με φτιάχνεις» της απάντησε «Είσαι, να το κάνουμε;»

Με είχε εντυπωσιάσει το θάρρος του Δημήτρη. Αυτό, εγώ, ποτέ δεν θα το έλεγα στα ίσια.

«Αν και είσαι χοντρός, δεν έχω πρόβλημα» του απάντησε. «Προκειμένου να λέμε η να κάνουμε μ@λακίες, καλύτερα να πηδηχτούμε. Αλλά τα παιδιά;»

-Μη σας νοιάζει, ρε, για μας» τους απάντησα, κάνοντας τον άνετο. «Θα πάμε στο διπλανό δωμάτιο. Ε, Αλκινόη; Δεν σε πειράζει, έτσι δεν είναι;» την ρώτησα, μήπως και η κοπέλα είχε καμία αντίρρηση.

«Και τι θα κάνουμε, ρε Αλέξη;» μου απάντησε. «Δεν καθόμαστε εδώ, να δούμε μήπως χρειαστούν καμία βοήθεια;»

Είχα κομπλάρει. Δεν ήθελα να κάθομαι σε ένα καναπέ και να βλέπω δύο συμμαθητές μου να πηδιούνται. Δεν το είχα κάνει στα είκοσι μου, τότε που ήμουνα στο ΡΗΓΑ, θα το έκανα στα πενήντα μου;

«Θα μιλήσουμε Αλκινόη, για τις αγεφύρωτες πολιτικές διαφορές των Πανεπιστημιακών μας χρόνων» της απάντησα. «Τότε που εσύ ήσουνα στην ΔΑΠ και εγώ στο ΡΗΓΑ. Να αφήσουμε και τα παιδιά, να το κάνουν με την ησυχία τους»

-Αν είναι έτσι, αλλάζει. Θα μου θυμίσεις το παρελθόν μου; Το μακρινό ’85;

-Ναι, Αλκινόη. Θα θυμηθούμε τις εποχές του Χημείου. Τότε που εμείς οι αριστεροί το είχαμε καταλάβει, και οι Δαπίτισες δεν καταλάβαιναν, για ποιο λόγο το είχαμε καταλάβει».

-Αχ, ναι Αλέξη. Πάντα την είχα, αυτή την απορία. Έλα, πάμε μέσα να μου μιλήσεις για αυτές τις ιστορικές εποχές.

Αλλάξαμε δωμάτιο, για να τους αφήσουμε μόνους. Καθίσαμε και εμείς σε ένα καναπέ.

Επικρατούσε αμηχανία. Τουλάχιστον, έτσι εγώ αισθανόμουνα.

Αντίθετα η Αλκινόη, έδειχνε χαλαρή. Έβγαλε τα παπούτσια της και κάθισε στη μία άκρη του καναπέ, με τα πόδια της διπλωμένα.

«Μωρέ, σε πειράζει να τα ακουμπήσω πάνω σου» με ρώτησε. «Είμαι ξεθεωμένη»

-Όχι, ρε Αλκινόη, τι λες; Είμαστε, άλλωστε, παλιοί συμμαθητές. Πως περάσανε, ρε Αλκινόη, τα χρόνια; Δεν μου αρέσει να μιλάω για το παρελθόν. Η γυναίκα μου, είπε να το διαγράψουμε.

-Κακώς. Το παρελθόν μας φέρνει πίσω τη νιότη μας. Μας ξυπνάει λανθάνουσες επιθυμίες. Ξέρεις, ότι κατά βάθος και εγώ αριστερή ήμουνα. Είχαμε όμως τον Βαγγέλη, αρχηγό της ΔΑΠ. Ήταν, και είναι βέβαια ακόμη, ένας πολύ ωραίος και ευγενής άντρας.

-Ναι, πολύ ευγενής. Όπως όλοι οι Rangers της εποχής του.

-Έλα, άσ’ τα αυτά. Πες μου για το Χημείο τώρα. Θέλω να ζήσω, την επανάσταση που δεν έζησα.
Εμείς, λοιπόν, να ετοιμαζόμαστε να αναλύσουμε τους λόγους που η μεγάλη κατάληψη απέτυχε. Και παραδίπλα, δύο συμμαθητές μας να ετοιμάζονται να πηδηχτούν. Έτσι είναι η ζωή.

Δεν είχα καν προλάβει να ξεκινήσω να της λέω για την μυστική συνέλευση του ’85. Εκείνη την μαγική, στην οποία όλες μαζί οι αριστερές οργανώσεις- αυτές που πλακωνόμαστε-, είχαμε αποφασίσει, χωρίς καμία καθοδήγηση, την μεγάλη κατάληψη.

Και ενώ προσπαθούσα να ανακαλέσω από την μνήμη μου λεπτομέρειες για γεγονότα που συνέβησαν πριν τριάντα χρόνια, από το διπλανό δωμάτιο ακούγονταν μια έντονη συνομιλία μεταξύ του Δημήτρη και της Γιάννας.

Την κουβέντα, είχε ανοίξει ο Δημήτρης.

«Ρε Γιάννα» τον ακούσαμε να της λέει, «επειδή έχω φάει, μπορείς να ανέβεις εσύ από επάνω. Νοιώθω βαρύ το στομάχι μου».

-« Όχι, ρε πoύστη μου! Πρόσεχε, ρε μ@λάκα, μη μου μείνεις. Άντε, κατέβα. Γι’ αυτό δεν γουστάρω εσάς τους μεγάλους. Ο τριαντάρης, Δημήτρη, δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Καβαλάει μάντρες για να γ@μήσει».

«Και εγώ καβαλάω Harley» τον ακούσαμε να της λέει.

Και σκάσαμε στα γέλια, ξεχνώντας προς στιγμήν, ότι είχαμε ανοίξει την συζήτηση για τους πολιτικούς λόγους, που κρύβονταν πίσω από τον ελληνικό Μάη του Χημείου.

«Ε! Να γ@μήσεις την Harley, τότε» είχε έτοιμη την απάντηση, η Γιάννα. «Αφού δεν μπορείς, ρε χοντρέ» συνέχισε να τον πειράζει.

-«Μπορώ, ρε Γιάννα» της απάντησε. «Δεν το βλέπεις πόσο φτιαγμένος είμαι. Αλλά φοβάμαι μη ξεράσω, αν είμαι εγώ πάνω σου και κουνιέμαι. Ενώ, εσύ…»

-Ενώ εγώ, τι, ρε τρόμπα; Επειδή είμαι γυμνάστρια; Όλη την μέρα γ@μιέμαι στο σύλλογο με τα μ@λακισμένα τα βλαχαδερά, που προσπαθώ να τα μάθω μπάλα. Ένα βράδυ που είπα να γ@μηθώ σαν άνθρωπος, έπεσα σε άχρηστο. Και το είχα καημό να με γ@μήσει κάποιος με κοιλιά. Για να δω, εάν έχει δίκιο η φίλη μου η Μαριέττα, που λέει ότι όταν πέφτει από πάνω σου μεγάλη κοιλιά, τελειώνεις πιο γρήγορα. Και εσύ ρε μ@λάκα, δεν μπορείς».

«Σου είπα, μπορώ. Δεν μπορώ σήμερα. Έχω φάει»

-Άντε να σου κάνω το χατίρι. Έχε χάρη που είμαστε μαζί στην ίδια τάξη, στο ένδοξο ΣΤ2 του 4ου Δημοτικού της Αγίας Σοφίας του Πειραιά.

Ακούγαμε θορύβους από σώματα, που προφανώς άλλαζαν θέση. Και πάνω που ετοιμαζόμουνα να εξηγήσω στην Αλκινόη, ότι πρωτεργάτες της εξέγερσης ήταν οι θρυλικοί αναρχικοί του «Σπάστη», ακούσαμε πάλι την Γιάννα να μιλάει.

-Δεν μου λες; Προφυλακτικό έφερες;

«Τι να το κάνουμε;» την ρώτησε ο Δημήτρης.

-Ρε μ@λάκα; Είσαι σοβαρός; Αν μείνω έγκυος;

-Γιατί; Έχεις ακόμη περίοδο; Εγώ νόμιζα, ότι θα σου είχε κοπεί.

-Αντε γ@μήσου, ρε. Εγώ είμαι Γυμνάστρια και προπονώ την Ρεάλ Αγρινίου.

-Μπα; Στις γυμνάστριες, δεν σταματάει η περίοδος;

-Σταματάει και σε αυτές. Αλλά εγώ κάνω σ-ε-ξ δύο φορές την εβδομάδα, με άντρες νεότερους από εμένα, και γυμνάζομαι. Η εμμηνόπαυση μπορεί να καθυστερήσει μέχρι και πέντε χρόνια. Κατάλαβες τώρα; Έλα, πήγαινε να ζητήσεις από τον φίλο σου μέσα πρoφυλαχτικό και άσε τα πολλά λόγια.

Ήξερα ότι σε λίγο θα άνοιγε η πόρτα και θα έμπαινε μέσα ο Δημήτρης, να μου ζητήσει πρoφυλαχτικό.

Είχα έτοιμη την απάντηση.

«Πρoφυλαχτικό δεν έχω» του είπα, με το που τον είδα να μπαίνει με το σλιπ του στο δωμάτιο.
Η Αλκινόη έσκασε στα γέλια με το που είδε τον φίλο μου, με την υπερμεγέθη κοιλιά του να κρέμεται και τον Δημήτρη να βρίσκεται σε αυτή τη δυσχερή θέση.

-Πω, πω ρε μ@λάκα τι θα κάνω; Η Γιάννα φοβάται.

-Τι να σου κάνω, ρε μ@λάκα. Για reunion βγήκαμε. Πού να το φανταστώ, πως θα εξελισσόταν η βραδιά;

-Όχι ρε, γαμώ το. Και την Γιάννα, από μικρός ήθελα να την γ@μήσω. Και σήμερα, που βρεθήκαμε μετά από τόσα χρόνια…

Τον λυπήθηκε φαίνεται η Αλκινόη.

«Ρε Γιάννα, παρ’ του και εσύ μια πίπα να τελειώνουμε» της είπε φωναχτά, για να την ακούσει η Γιάννα από το διπλανό δωμάτιο που βρίσκοταν.

«Πίπες δεν κάνω» της απάντησε κοφτά και με δυνατή φωνή.

«Ρε Γιάννα, χαλάς το reunion» της είπα και εγώ, υψώνοντας επίσης την φωνή μου, επίσης για να με ακούσει.

-Δεν με νοιάζει. Να ερχότανε προετοιμασμένος. Και μου το παίζει και ροκάς, ο μπουχέσας.

Τον Δημήτρη δεν τον νοιάζει να τον πεις χοντρό η βούβαλο. Ακόμη και κοιλαρά να τον πεις, δεν θα σε παρεξηγήσει. Μόνο μην το πεις μπουχέσα η κουράδα.

Του θυμίζει πρώην Πρωθυπουργό της παραδοσιακής δεξιάς.

«Θα σε γ@μήσω έτσι και με ξαναπείς μπουχέσα» της είπε, στρέφοντας το κεφάλι του προς το μέρος της.

«Βρες πρoφυλαχτικό και έλα. Αλλιώς, πήγαινε μέσα στην τουαλέτα και παιξ’ την» του απάντησε. «Να μη σε βλέπω μόνο, γιατί με πιάνει αηδία με την κοιλάρα σου».

Την άκουγα, την Γιάννα, να απαντάει με εκνευρισμό. Προσπάθησα να ενεργοποιήσω τα μαθητικά της αντανακλαστικά.

-‘Έλα, ρε Γιάννα, κάνε μια εξαίρεση. Ο Δημήτρης είναι συμμαθητής μας, από το ΣΤ2 του 4ου Δημοτικού Αγίας Σοφίας του Πειραιά».

Μάταιη η προσπάθεια μου. Η Γιάννα σηκώθηκε από το κρεββάτι και μπήκε στο δωμάτιο, που καθόμαστε η Αλκινόη και εγώ. Φορώντας μόνο την κιλότα της.

Το σώμα της, για τα δεδομένα της ηλικίας της, ήταν καταπληκτικό. Ακόμη και το στήθος της, δεν φανέρωνε σημάδια πεσίματος. Το πρόσωπο της δεν μας ενδιαφέρει και τόσο. Δεν μπορεί να τα έχει όλα μια γυναίκα.

«Γιάννα, είσαι κορμάρα» της είπα, για να σπάσω λίγο τον πάγο.

-Να τα πεις στον φίλο σου. Να δει, τι ευκαιρία χάνει ο μ@λάκας.

«Να καθίσω δίπλα σου, η θα σου σηκωθεί και εσένα;» με ρώτησε.

-«Και δεν κάθεσαι;» της απάντησα. «Μη φοβάσαι, δεν μου σηκώνεται χωρίς λόγο» την καθυσύχασα.

Και ήρθε και κάθισε δίπλα μας. Ανάμεσα, δηλαδή, στην Αλκινόη και εμένα.

Ο καναπές δεν ήταν και κανένας τεράστιος, βέβαια, οπότε η επαφή των σωμάτων μας ήταν αναπόφευκτη.

Ένοιωθα παράξενα. Σε κάποια στιγμή, γύρισε και μου είπε:

«Αγόρι μου, δεν έσκασες με το σακάκι; Λύσε την γραβάτα σου. Χαλάρωσε λίγο. Σε reunion είμαστε».

Και πριν προλάβω να κάνω οποιαδήποτε κίνηση, γονάτισε πάνω μου ημίγυμνη, με το μαύρο μικροσκοπικό εσώρουχο- όχι όμως string- και άρχισε να μου λύνει την γραβάτα. Και μόλις μου την έβγαλε, μου δίνει και ένα φιλί στο λαιμό.

«Αυτό, για να θυμάσαι την Γιάννα Λουκοδηρά, από το 4ο Δημοτικό της Αγίας Σοφίας».

Την πείραξε την Αλκινόη, αυτή η θρασύτητα της φίλης της.

«Γιάννα, το παρατραβάς. Είπαμε, να πας με τον Δημήτρη. Τώρα, τι θέλεις; Θέλεις και τον Αλέξη;»

«Μπα; Σου αρέσει εσένα;» της είπε.

-Μου αρέσει ο Αλέξης, αλλά όχι για αυτό που νομίζεις.

-Έλα, ρε! Σαν τι σου αρέσει;

-Μου αρέσει, γιατί είναι ιδεολόγος και συνεσταλμένος. Δεν είναι της αρπαχτής. Δεν εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να γ@μήσει μια παλιά του συμμαθήτρια. Έχει ήθος και αξίες. Εμένα, αυτοί οι άντρες μου αρέσουνε.

Όση ώρα φιλονικούσανε τα κορίτσια, ο Δημήτρης στεκότανε όρθιος. Σε κάποια στιγμή, δεν άντεξε
«Έλα, πηγαίνετε πιο πέρα. Θα κάτσω και εγώ στον καναπέ».

Και επειδή ο Δημήτρης, δεν είναι κανένας μουρόχαβλος σαν και εμένα, αγκάλιασε αμέσως την Αλκινόη.

Παραξενεύτηκε λίγο, αλλά δεν έφερε και ιδιαίτερη αντίσταση. Με μια κλεφτή ματιά διαπίστωσα, ότι ο Δημήτρης άρχισε να την χαϊδεύει. Με μια δεύτερη, είδα ότι και η Αλκινόη είχε ακουμπήσει το χέρι της πάνω στην κοιλιά του Δημήτρη. Αλλά, δεν του την χάιδευε.

Σταμάτησα να κοιτάω και σκέφτηκα, για να μη φανώ αγενής, μήπως θα έπρεπε να αρχίσω να χαϊδεύω και εγώ την Γιάννα. Ήταν κολλημένη πάνω μου και γελούσε συνεχώς.

Είμαστε λοιπόν τέσσερις σε ένα καναπέ, οι δύο με τα ρούχα και οι δύο με τα εσώρουχα τους. Δείχναμε να περνάμε ωραία.

Φυσικά, θα ήταν αδιανόητο, όση ώρα είμαστε στους καναπέδες και παίζαμε σαν μικρά παιδιά -χωρίς όμως να κάνουμε τίποτα περισσότερο- να μη με πάρει στο τηλέφωνο η γυναίκα μου.

Όπως άλλωστε γίνεται σε κάθε ιστορία, που συμμετέχει σαν guest star.

Κατάλαβα ότι θα άρχιζε τις ερωτήσεις για τις δύο συμμαθήτριες μου. Τις παρακάλεσα λοιπόν, να μη μιλάνε, μέχρι να τελειώσει η συνομιλία.

«Έλα αγάπη μου, τι κάνεις;» με ρώτησε. Και για να μη φανεί, ότι με ελέγχει συμπλήρωσε: «Θα πέσω για ύπνο. Θα αργήσεις;»

«Δεν νομίζω» της απάντησα. Και για να δείξω ότι δεν κρύβομαι, την ρώτησα: «Ο μικρός διάβασε; Είναι εντάξει με τα μαθήματα του;»

-Ναι, εντάξει είναι. Θα πάει προετοιμασμένος αύριο, για το test της Φυσικής. Εσείς περνάτε καλά;

«Μια χαρά περνάμε. Θυμηθήκαμε τα παλιά» της είπα και απευθύνθηκα στον Δημήτρη για να το επιβεβαιώσει.

«Ε, Δημήτρη;» του είπα.

«Ναι, ναι» πετάχτηκε ο Δημήτρης. «Έπρεπε να φέρεις και την γυναίκα σου, ρε» συνέχισε.

Η γυναίκα μου, επειδή δεν είναι κανένα βόδι, να πιστεύει αυτές τις αηδίες, δεν κρατήθηκε.

«Για να το λέει, έτσι, εσείς κάπου έχετε πάει. Πού έχετε πάει;» με ρώτησε «Μήπως τα πίνετε πουθενά;»

Δεν μπορούσα να κρυφτώ. Εάν της έλεγα ότι ήμουνα σε bar, θα με ρώταγε σε ποιο, και δεν αποκλείεται να μου κουβαλιότανε.

«Μας κάλεσε η Αλεξάνδρα στο σπίτι της» είπα. «Πίνουμε λικέρ και διαβάζουμε από τη συλλογή της, τα “Αγέρωχα του χρόνου”. Την συνοδεύει στο πιάνο ο Δημήτρης».

«Δεν ακούω κανένα πιάνο» μου είπε, πριν καν συνειδητοποιήσω τι της είπα.

Ήμουνα τυχερός, που η Αλκινόη είχε πιάνο στο σπίτι της. Διαφορετικά, θα την πατούσα.

Αλλά και ο Δημήτρης, με το που άκουσε για πιάνο, πήγε όρθιος με το σώβρακο, το άνοιξε και άρχισε να παίζει ένα κομμάτι.

Έβαλα, μάλιστα, και την ανοιχτή ακρόαση, για να γίνω πιο πιστευτός.

«Έλα, πες μια καλησπέρα στα παιδιά» της είπα.

Μπορεί να σιχτίρισε από μέσα της, αλλά καλησπέρα είπε.

«Καλησπέρα σε όλους σας. Δημήτρη; Καλησπέρα και σε σένα. Είσαι καλά; Τι παίζεις;» τον ρώτησε, τάχα με άνεση.

«Καλά είμαι. Ένα adagio του Bach, σε Ντο μινόρε παίζω» της απάντησε από μακριά.

Και ευτυχώς, που ο Δημήτρης παίζει πιάνο και μάλιστα κλασσικό.

Έξι χρόνια όμως, πιάνο στο Αρσάκειο, κάτι θυμότανε και η γυναίκα μου. Κάτι δεν της πήγαινε καλά.

«Ρε Δημήτρη. Αυτό είναι φούγκα σε ρε ελάσσονα. Και συγνώμη βέβαια, αλλά κακοπαιγμένη. Η καλή φούγκα θέλει συνοδεία συγχόρδων. Εκτός και εάν υπάρχει κρυμμένη χορωδία».

Τα έχασε ο Δημήτρης. Μου έκανε νόημα να μιλήσω εγώ. Ψιθυριστά, για να μην τον ακούσει, μου έλεγε: «Παρ’ την εσύ και μίλα της».

Τα άλλα δύο κορίτσια, τι κορίτσια δηλαδή, κυρίες κανονικές- αλλά όμορφες είναι αλήθεια- είχαν λουφάξει, μετά από επανειλημμένα νοήματα μου Αυτό το κρυμμένη χορωδία, πιθανόν να υπονοούσε ότι υπήρχαν και άλλες γυναίκες στο σπίτι.

«Ρε γυναίκα, πού να βρεθούν τα σύγχορδα; Απλά, ο Δημήτρης κάνει μια μουσική συνοδεία σε απαγγελία ποίησης από την Αλεξάνδρα».

-Να πεις στην Αλεξάνδρα, ότι ο ρυθμός της φούγκας θα της καταστρέψει την ποίηση.

Η Αλκινόη, που είναι γατόνι, για να κάνει το σκηνικό πιο αληθινό μπήκε στη συζήτηση.

«Γειά σας» χαιρέτισε την γυναίκα μου. «Είμαι η Αλεξάνδρα Κορδελά, η συμμαθήτρια του Αλέξη. Δεν έχουμε γνωριστεί. Δεν ερχόσαστε και εσείς μαζί μας;».

«Α! Χαίρομαι και εγώ, που σας γνωρίζω» της απάντησε με αστική ευγένεια η σύζυγος μου. «Σας ευχαριστώ πολύ. Αλλά, έχω βάλει τα παιδιά για ύπνο. Ο Αλέξης μου έχει μιλήσει για σας. Είσαστε και ποιήτρια».

-Ναι, είμαι. Παράλληλα με το εκπαιδευτικό μου έργο, αργά την νύχτα, όταν έχω ελεύθερο χρόνο, γράφω. Να σας απαγγείλω ένα;

-Και το ρωτάτε, Κυρία Κορδελά;

Και παίρνοντας το βιβλίο- με τα ποιήματα της Αλεξάνδρας- άρχισε να απαγγέλει.

-Να το παραδεχθείς πια.
Τόσα χρόνια πέρασαν
Τόσες ευκαιρίες χάθηκαν
Και τίποτα δεν άλλαξε!
Τι περιμένεις πια;

-Τον Αύγουστο που θα ’ρθει.
Με εκείνο τον μαΐστρο,
που κάνει τον φλοίσβο να ακούγεται πιο καθαρά
και την σκιά κάτω από το αρμυρίκι πιο δροσερή.
Και εκείνη την Ελένη,
που μου φέρνει πάντα, από τα βάθη των παιδικών μου χρόνων.

-Πολύ όμορφο, Κυρία Κορδελά. Θυμίζει την χαμένη παιδικότητα. Τόσο επίκαιρο με την αποψινή σας συνάντηση. Συγχαρητήρια, που τα προλαβαίνετε όλα.

-Σας ευχαριστώ, να είσαστε καλά.

Τι άλλο έχουν να πουν δυο γυναίκες, που γνωρίζονται πρώτη φορά από το τηλέφωνο; Τίποτα φυσικά.

«Ωραία. Σας εύχομαι να περάσετε καλά, το υπόλοιπο της βραδιάς σας» είπε η γυναίκα μου και για να κλείσει την επικοινωνία συμπλήρωσε: «Μου δίνετε σας παρακαλώ λίγο τον σύζυγο μου; Θέλω να του πω κάτι».

Δεν θα το πιστέψετε. Ξέρετε τι μου είπε;

«Καλά, που δεν ήρθα. Θα έκοβα τις φλέβες μου. Μας ακούει η φίλη σου;»

«Όχι, παιδί μου. Μίλα κανονικά» της απάντησα. Αλλά, με δυνατή φωνή. Για να της δείξω, ότι πιθανόν να με ακούει και να συντομεύει την κλήση της.

-Μη φωνάζεις. Θα νομίζουν, ότι είμαι καμία που σε ελέγχει.

-Αφού, με ελέγχεις. Έλα λέγε. Τι άλλο θέλεις;

-Οι άλλες… είναι και αυτές μαζί σας;

-Ποιες;

-Ξέρεις εσύ. Μη φωνάζεις, σου είπα. Η Γιάννα και η άλλη, η πώς την λένε.

-Η Αλκινόη; Όχι, φύγανε, μετά την ταβέρνα. Αν είχανε έρθει, θα κάναμε συγχορδία. Εντάξει;

-Εντάξει. Άντε συνεχίσετε. Και προς θεού, μη σας πιάσει καμία ομαδική κατάθλιψη με αυτά που σας διαβάζει η συμμαθήτρια σας. Άντε, Καληνύχτα αγάπη μου. Με σκέφτεσαι καθόλου;

-Συνέχεια εσένα σκέφτομαι. Καληνύχτα τώρα.

Κόντευαν να ξεραθούν στα γέλια οι ώριμες και έμπειρες από την ζωή κυρίες. Εδώ, η μία είχε πιάσει τον άντρα της με ποδοσφαιριστή της Ρεάλ Αγρινίου και η άλλη με ασκούμενη πάνω στην οδοντιατρική του καρέκλα. Και θα τις πείραζαν οι δικαιολογίες μου για ανάγνωση ποίησης;

«Τι γελάτε, ρε;» τους είπα.

«Γελάμε, γιατί είσαι γελοίος» είπε η Γιάννα, αντιγράφοντας προφανώς την ατάκα που έγραψε ο Πιτσιρίκος για τον Κυριάκο, που διάβαζε στη Βουλή τις τιμές από τις τσακώνικες μελιτζάνες και είχαν όλοι λυθεί στα γέλια.

-Παιδιά; Συγνώμη, αλλά δεν ήθελα να νομίζει η γυναίκα μου ότι κάνουμε τίποτα.

«Ρε μ@λάκα» είπε η Γιάννα, «αν και δεν με πειράζουν οι παντρεμένοι, μαζί σου δεν θα τα έφτιαχνα με τίποτα. Θα μας έσπαγε συνέχεια τα @ρχίδια, η γυναίκα σου».

«Ούτε και εγώ θα τα έφτιαχνα μαζί σου» της απάντησα, ελαφρά πειραγμένος για το σχόλιό της στο πρόσωπο της γυναίκας μου. «Να ξέρω, ότι κάθε μέρα εικοσιπέντε μαντράχαλοι μιας επαρχιακής ομάδας την παίζουν για πάρτη σου; Ποτέ!»

«Μη το λες αυτό» μου απάντησε. «Στην επαρχία σήμερα, τα παιδιά δεν είναι στερημένα».

-Ε, τότε γιατί αυτός ο αμυντικός πηδούσε τον άντρα σου;

-Γιατί ήτανε ξεσκισμένη πoυστάρα.

-Καλά Γιάννα, αν σε άκουγε η σύζυγός μου, να αποκαλούσες τα άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό πoύστηδες, θα σε πλάκωνε στο ξύλο. Είναι λάτρης της πολιτικής ορθότητας.

-Δεν με νοιάζει. Εσύ που την έχεις, να την χαίρεσαι.

Το τελευταίο δεν το άντεξα.

«Και εσύ να χαίρεσαι, τον πoύστη που παντρεύτηκες» της απάντησα.

Ζοχαδιάστηκε η Γιάννα, αλλά ευτυχώς δεν μου έχωσε καμία μπούφλα. Γιατί, έτσι καλογυμνασμένη που είναι και με τόσα βαράκια που σηκώνει, σίγουρα θα με πονούσε. Μου είπε μόνο :«Αντε γ@μήσου μ@λάκα» και σηκώθηκε από τον καναπέ.

Την είδαμε να πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο. Θα την ενόχλησε προφανώς, που της είπα να χαίρεται τον πoύστη που παντρεύτηκε. Άρχισε να ντύνεται.

«Κάτσε, ρε Γιάννα. Που πας;» της είπε ο Δημήτρης.

-Φεύγω, σας βαρέθηκα. Και του χρόνου, μη διανοηθείτε να με φωνάξετε.

«Γιάννα, μη, σε παρακαλώ» της είπε η Αλκινόη. «Χαλάς το reunion».

Ήταν τόσο εκνευρισμένη, που ούτε η Αλκινόη γλύτωσε από την οργή της.

«Άντε γ@μήσου και συ, μωρή τσιτωμένη ψωνάρα» της είπε. «Σας βαρέθηκα όλους».

Και έφυγε, κλείνοντας με δύναμη την πόρτα του διαμερίσματος. Προσπάθησε ο Δημήτρης να την συγκρατήσει. Τίποτα. Βγήκε μέχρι την πόρτα του ασανσέρ με το σλιπ του. Και την κοιλιά του, να κουνιέται πάνω κάτω από το κυνηγητό που έριξε για να την προλάβει.

Τι να κάναμε; Αφού έφυγε, έφυγε.

Η Αλκινόη, δεν έδειχνε ιδιαίτερα στενοχωρημένη. Ο Δημήτρης, όμως, ήτανε.

«Ρε, γαμώτο. Τώρα τι θα κάνουμε; Και ήμουνα φτιαγμένος» είπε.
«Τι να σου κάνω, ρε Δημήτρη. Τα έκανε μoυνί ο Αλέξης. Μιά και έχεις φτιαχτεί, ευκαιρία να γ@μήσεις και την γυναίκα σου μια φορά».

Ήταν η σειρά του Δημήτρη τώρα, να ζοχαδιαστεί.

«Την έχω βαρεθεί. Εγώ λέω να γ@μήσω εσένα» της είπε στα σοβαρά.

«Εγώ, να πάω με εσένα; Ξέχνα το» του απάντησε γελώντας. Και έγειρε προς την μεριά μου, αναζητώντας μια πιθανή ασφάλεια, σε περίπτωση που τα πράγματά ζόριζαν.

Τσαντίστηκε, ακόμη περισσότερο, ο Δημήτρης με την απάντηση της συμμαθήτριας μου.

«Γιατί μωρή; Με τους άλλους δύο κοντούς, πώς πήγες;» της μπήκε στα ίσια.

«Ναι, αλλά εσύ, είσαι και χοντρός» του είπε, παίρνοντας ένα πιο αυστηρό ύφος.

«Ευκαιρία να δοκιμάσεις. Θα δεις μετά, ότι θα θέλεις να σε γ@μάνε μόνο χοντροί».

Για να το καλμάρει η Αλκινόη και να μην χαλάσει περαιτέρω η βραδιά του Reunion, του είπε:

-Δημήτρη, ας το καλύτερα. Εγώ λέω, να μας μιλήσει ο Αλέξης για την κατάληψη του 85.

Πήρα τα πάνω μου. Με γοητεύουν οι αποτυχημένες επαναστάσεις. Κρύβουν τα ανυπόταχτα πάθη των μεσηλίκων αριστερών.

“Ναι, ναι. Θα σας μιλήσω για την «Ρήξη και το μετέπειτα «Άρδην» τους είπα. Θα σας μιλήσω για το μανιφέστο της αταξικής κοινωνίας και το process της αυτοδιαχείρισης. Θα σας πω για τον Κάιν και τα άλλα παιδιά, που λάτρεψε ο Θεοδωράκης, όταν πήγαινε και τους έπαιρνε συνέντευξη με το σακίδιο στον ώμο του. Θα σας αναλύσω τον καθοδηγητικό ρόλο του Καραμπελιά.

«Πού το θυμήθηκες, ρε, αυτό το ερείπιο;» είπε ο Δημήτρης γελώντας και έχοντας προφανώς ξεχάσει την χιλόπιτα της Αλκινόης.

«Μη το γελάς. Ήταν σύμβολο μιας εποχής» του απάντησα. «Να δεις που όταν έρθει ο Κυριάκος στα πράγματα και καθαρίσουν τα Εξάρχεια, θα έρχονται βόλτα οι τουρίστες, όπως κάνουν σήμερα στο Quartier Latin, και θα βγάζουν φωτογραφία μπροστά στο άγαλμά του»,

-Μπράβο. Πες τα στην Αλκινόη, που είναι δεξιά. Εγώ τα έχω ακούσει. Οι φιλελέδες γουστάρουν να ακούν ιστορίες γραφικών αναρχικών. Εγώ φεύγω τώρα.

Και απομακρύνθηκε από το δωμάτιο, με την κοιλιά του φυσικά να κρέμεται, και πήγε στο διπλανό δωμάτιο να ντυθεί. Δεν πέρασαν δύο λεπτά και εμφανίστηκε να μας χαιρετήσει.

Με φίλησε σταυρωτά και μου είπε στο αυτί! «Κοίταξε μ@λάκα, να την γ@μήσεις τουλάχιστον εσύ. Και άσε τις παπ@ριές με τον Μάη του ’85. Κανέναν δεν ενδιαφέρουν πια αυτά».

Ευγενική -όπως από μικρό κορίτσι το θυμόμουνα- η Αλκινόη συνόδεψε τον Δημήτρη μέχρι το ασανσέρ. Αυτός τουλάχιστον έφευγε και μας χαιρέτησε. Δεν κρατούσε κακία στην Αλκινόη, που δεν του κάθισε.

Αλλά και η Αλκινόη… Τι καλό κορίτσι! Τον φίλησε και του είπε:

«Δεν πιστεύω να το παρεξήγησες, Δημήτρη. Φίλοι, έτσι;»

-Ναι, Αλκινόη. Φίλοι. Άλλωστε εγώ ,την Γιάννα ήθελα να γ@μήσω.

Δεν του είπε τίποτα η Αλκινόη. Μόνο όταν βεβαιώθηκε ότι ξεκίνησε το ασανσέρ του είπε: «Άντε γ@μήσου, ρε χοντρέ».

Μπήκε μέσα εκνευρισμένη λίγο. Είχα ακούσει την στιχομυθία τους, αφού στεκόμουνα στην εξώπορτα του διαμερίσματος της.

«Ρε τον μ@λάκα. Άκου λέει, ήθελε να γ@μήσει την Γιάννα. Γιατί ρε Αλέξη, εγώ τι έχω; Τι μου λείπει;».

Είναι δύσκολο έργο, να έχει πάει δύο ή ώρα το βράδυ, και να πρέπει να βοηθήσεις μια γυναίκα, στα όρια της εμμηνόπαυσης, να ξεπεράσει τις εσωτερικές αμφισβητήσεις της.

«Έλα, ρε Αλκινόη. Τίποτα δεν σου λείπει» την ηρέμησα. Και για να της τονώσω την αυτοπεποίθηση, συμπλήρωσα:

«Άλλωστε, εσύ δεν του κάθισες»

-Δεν του κάθισα, γιατί είναι χοντρός.

-Ε τότε, γιατί τρώγεσαι;

-Γιατί ήθελε να γ@μήσει την Γιάννα.

Και άρχισε πάλι το τροπάριό της.

«Γιατί εμένα, ρε Αλέξη, τι μου λείπει;» με ξαναρώτησε.

-Τίποτα. Τα έχεις όλα. Έλα, ηρέμησε. Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης. Που λες, Αλκινόη, ο Καραμπελιάς στα γεγονότα της κατάληψης, στον ελληνικό Μάη του ’85…

-Ρε γ@μα τον Καραμπελιά και τον Μάη του ’85. Άκου ρε, να θέλει ο χοντρός, ο μπουχέσας, η κουραδομηχανή, να θέλει περισσότερο την Γιάννα από εμένα. Και επειδή δεν του κάθισε το μουνόπανο, να θέλει να πάρει εμένα, για να ξεχαρμανιάσει. Δεν μπορώ να το χωνέψω.

-Ρε Αλκινόη, πολύ κατάκαρδα το πήρες. Είσαι και εσύ, όμορφη και σεξoυαλική.

-Α! Και εγώ…Δηλαδή, και εσύ την Γιάννα προτιμάς;

-Ρε χρυσή μου, τι σε έπιασε με την Γιάννα; Εσύ είσαι δικηγόρος. Έχεις πάνω σου την αστική νεοφιλελεύθερη class. Η άλλη προπονεί βλάχους στο Αγρίνιο.

-Δεν με ενδιαφέρει η αστική class. Εσύ Αλέξη, σαν άντρας…

-Σε ευχαριστώ για το compliment.

-Έλα ρε, μη το παρεξηγείς. Εσύ, ρε παιδί μου σαν άντρας, ποια θα γούσταρες να γ@μήσεις;
Θα ήταν αγενές να επέλεγα την Γιάννα.

«Εσένα» της είπα.

«Γιατί;» με ρώτησε, προφανώς φοβούμενη ότι επέλεξα αυτή, για λόγους ευγενείας.

-Σου είπα, έχεις class. Εκτός του ότι είσαι όμορφη και σ-έ-ξ-υ. Τι χαμηλή αυτοπεποίθηση είναι αυτή, ρε Αλκινόη. Έλα παιδί μου, θα σε ανεβάσω εγώ. Να σου πω και άλλα;

-Όχι φτάνει. Εσύ μόνο λόγια είσαι. Να με γ@μήσεις, μπορείς;

-Πότε; Τώρα;

-Εμ, πότε; Αύριο; Σήμερα που έχουμε reunion.

-Είσαι στα καλά σου; Στις δύο και μισή τα ξημερώματα; Και να ξέρω, ότι με περιμένει η γυναίκα μου; Αποκλείεται!

-Βλέπεις; Αν ήταν όμως η Γιάννα. Πριν από καμία ώρα, που καθόταν πάνω σου, α ρε την πoυτ@να, δεν έλεγες τίποτα.

-Ήταν ακόμη νωρίς. Δεν μου είχε καν τηλεφωνήσει, η γυναίκα μου.

-Ποτέ δεν είναι αργά, Αλέξη. Ξέρεις, ήσουνα η παιδική μου φαντασίωση.

Ήθελα να αποφορτιστεί η ατμόσφαιρα. Το μόνο που έλειπε, στην οικογενειακή μου κατάσταση, ήταν μια ερωτική εμπλοκή με συνομήλικη μου και με αβέβαιες συνέπειες για την επόμενη μέρα. Επικαλέστηκα, με χαριτωμένο βέβαια τρόπο, τον αόριστο παράγοντα του χρόνου.

-Αλκινόη, με εκπλήσσεις. Και εσύ ήσουνα η δική μου φαντασίωση. Αλλά η φοιτητική. Τότε που ερχόμουνα στη Νομική και σε έβλεπα να ξεχωρίζεις από τα κορίτσια του ΡΗΓΑ. Εσύ ντυμένη σαν μικρή Κυρία και εκείνες με μακριές φούστες και ταγάρια. Αχ! Πόσα χρόνια περάσανε. Τώρα μου το λες, βρε; Σαράντα χρόνια μετά την αποφοίτησή μας από το 4ο Δημοτικό της Αγίας Σοφιάς του Πειραιά;

-Ποτέ δεν είναι αργά, Αλέξη.

-Έχει αλλάξει η ζωή μας, Αλκινόη. Έχουμε οικογένεια, παιδιά, υποχρεώσεις. Αυτές είναι επικίνδυνες σχέσεις. Καλώς η κακώς, προηγείται η σύζυγος μου.

-Κακώς! Εγώ προηγούμαι. Εγώ σε ήξερα, πριν ακόμη εκείνη γεννηθεί.

-Ε, και τι θες να κάνουμε τώρα;

-Έρωτα, Αλέξη. Reunion των παιδικών μας επιθυμιών.

Έγειρε στο πλάι μου και περίμενε να κάνω το πρώτο βήμα. Την φίλησα, αδελφικά όμως, στο μάγουλο και άρχισε να μου χαϊδεύει, μάλλον ερωτικά, το στήθος.

Ήταν μια τρυφερή στιγμή. Ανάρμοστη μεν, αλλά ειλικρινής. Μείναμε για κάποια λεπτά αγκαλιασμένοι στο καναπέ, αλλά χωρίς να κάνουμε τίποτα.

«Νοιώθεις τίποτα;» με ρώτησε.

-Να πω την αλήθεια μου, Αλκινόη, κάτι νοιώθω. Αλλά…

-Αλλά, τι;

-Να! Μπορεί να φταίνε τα ποτά, οι αναμνήσεις, δεν ξέρω και εγώ τι, αλλά, Αλκινόη δεν μπορώ…

-Γιατί, Αλέξη;

-Ξέρεις, οι δρόμοι μας είναι διαφορετικοί.

-Ναι, αλλά απόψε συναντήθηκαν. Είμαστε στο σταυροδρόμι των παλιών δρόμων του έρωτα. Εκεί, που τα φώτα του χρόνου έχουν σβήσει και ο τροχονόμος κοιμήθηκε στη βάρδια του.

-Αλκινόη, δεν πιστεύω να υπονοείς, ότι ο τροχονόμος είναι η γυναίκα μου.

-Όχι, καλέ. Είναι ένα μεταφορικό ποιητικό αίτιο.

-Αλκινόη, σε χάνω. Και εσύ, ποιήτρια; Τι είναι αυτό το ποιητικό αίτιο;

-Ε, όχι και ποιήτρια. Ποιητικό αίτιο, καλέ, ονομάζεται στην νομική ανάλυση της απολογίας το πρόσωπο ή το πράγμα, από το οποίο προέρχεται η ενέργεια που δέχεται το υποκείμενο.

-Και ποιος είναι το υποκείμενο, ρε Αλκινόη;

-Εγώ, αγόρι μου. Εσύ είσαι το ποιητικό αίτιο.

-Δηλαδή, ο τροχονόμος.

– Ναι, αγόρι μου. Ο τροχονόμος. Είναι μια ποιητική μεταφορά. Είσαι ο ρυθμιστής των ενοχών μου.

-Και γιατί κοιμήθηκε, Αλκινόη, ο τροχονόμος;

-Για να κάνουμε έρωτα, Αλέξη.

-Αλκινόη; Τα λόγια σου με συγκλονίζουν. Κρύβουν μέσα τους μια ποιήτρια. Είσαι η νέα Αλεξάνδρα Κορδελά.

-Αλέξη, σε θέλω πολύ.

Αυτή η έντονη ερωτική επιθυμία της φίλης μου, είχε αρχίσει να με αναστατώνει. Ερωτικά εννοείται.

Δεν έπαυαν βέβαια οι τύψεις, που συνήθως κατατρύχουν τους συντηρητικούς ανθρώπους, και τους κάνουν κουραστικούς στους συνομιλητές τους.

«Αλκινόη, δεν πρέπει…» της είπα με φωνή , που σχεδόν έτρεμε. «Αλλά, αν το κάνουμε, μου υπόσχεσαι ότι αύριο, θα το ξεχάσουμε;»

-Ναι, θα το ξεχάσουμε. Αρκεί να το κάνουμε. Άντε, ρε Αλέξη. Είμαι τόση ώρα δίπλα σου και σε χαϊδεύω. Ακόμη, να σου σηκωθεί; Δεν σε βλέπω πολύ πρόθυμο.

-Πώς, είμαι Αλκινόη. Αλλά θέλω τον χρόνο μου.

-Ναι, αλλά μην αργήσεις. Θα πρέπει κάποια στιγμή να φύγεις. Έχει πάει τρείς ή ώρα. Να πας εσύ στο σπίτι σου και εγώ να κοιμηθώ. Το πρωί έχω δικαστήριο.

-Σε καταλαβαίνω. Αλλά ξέρεις, δεν λειτουργώ υπό πίεση.

-Καλά και με τη γυναίκα σου, πως λειτουργείς; Αυτή δεν σε πιέζει;

-Όχι όταν κάνουμε σ-ε-ξ. Με αφήνει και μιλάω. Ο λόγος και η επικοινωνία για μένα είναι σαν Vιagra.

-Ωραία. Μίλα, μπας και σου σηκωθεί.

-Να πω ό,τι θέλω;

-Ναι. Αρκεί να μη μου πεις για τα γεγονότα του Χημείου. Και προς θεού, όχι για τον Καραμπελιά.

Δεν απάντησα και άρχισα να τη χαϊδεύω και εγώ. Αλλά με ήπιες κινήσεις, που έδειχναν τρυφερότητα. Και τα λόγια μου, τα λόγια μου είχαν έντονη την ποιητική επιρροή της συμμαθήτριας μου, φιλολόγου και ποιήτριας, Αλεξάνδρας Κορδελά.

-Αλκινόη, είσαι η χαμένη μου άνοιξη, είσαι ο φλοίσβος από το αγέρι του παρελθόντος, το κυκλάμινο που φύτρωσε στην αυλόπορτα της χαμένης νιότης μου. Αλκινόη, είσαι ο συνοδοιπόρος στους δρόμους του ξεχασμένου έρωτα.

-Αχ Αλέξη, τι όμορφα που μιλάς. Σου σηκώθηκε καθόλου, αγόρι μου; Δεν αισθάνομαι τίποτα.

-Αλκινόη, μη βιάζεσαι, μωρό μου. Νοιώθω στο σώμα μου, τους στρόβιλους των παιδικών μου ερωτικών επιθυμιών.

-Και εγώ, Αλέξη. Αλλά ακόμη να σου σηκωθεί, ρε πoύστη μου;

– Αλκινόη, σε θέλω τώρα. Σε θέλω πολύ…

-Αχ, και εγώ Αλέξη. Επιτέλους σε νιώθω.

-Να βγάλω το παντελόνι μου;

-Αν, δεν σε πειράζει.

-Δεν με πειράζει. Αλλά, δεν είναι σωστό.

-Αφού δεν σε πειράζει, βγάλτο.

-Θα το βγάλω. Αλλά, αύριο θα ξεχάσουμε ότι θα γίνει σήμερα. Ετσι;

-Άντε, ρε μ@λάκα. Μου έσπασες τα @ρχίδια, μέχρι να σου σηκωθεί. Μη μου τα σπάσεις τώρα, μέχρι να με γ@μήσεις.

Και ενώ κατέβαζα τα παντελόνια, αλλά χωρίς το αριστερό μου υποσυνείδητο να αντιδράσει, ακούγεται από το σαλόνι, εκεί που είχε αφήσει το κινητό της η Αλκινόη , ο ήχος μιας ειδοποίησης. Ένας περίεργος ήχος, δείγμα ότι τον είχε κατεβάσει, για να γνωρίζει ποιος τις στέλνει ειδοποίηση.

«Α! Aπο την Γιάννα είναι» μου είπε. «Μισό λεπτό να δώ τι γράφει. Θα έχει ποστάρει καμία photo απο την συγκέντρωση. Πρόσεξε, μη σου πέσει πάλι. Και βγάλε, και αυτό το απαίσιο σώβρακο που φοράς».

«Ρε, Αλκινόη. Είσαι στα καλά σου;» της απάντησα. «Είδαμε και πάθαμε να το ξεκινήσουμε. Και θα το κόψουμε στη μέση; Για να διαβάσεις, τι γράφει αυτή η ηλίθια;».

Μπα, δεν καταλάβαινε τίποτα το κορίτσι. Σηκώθηκε έριξε από πάνω της κάτι και πήγε στο σαλόνι για να δεί τι πόσταρε η φίλη της.

Σκεπάστηκα με ένα ριχτάρι του καναπέ και περίμενα την Αλκινόη να διαβάσει το μήνυμα της και να ξαναγυρίσει στο καναπέ.

Όταν κατάλαβα, ότι αργούσε, την ρώτησα, αν θα αργήσει και άλλο.

Δεν μου απάντησε. Μόνο την άκουσα, να λέει : «Α, την πουτ@να. Θα την φτιάξω εγώ».

Και την είδα, να επιστρέφει αλαφιασμένη στον καναπε.Με κοίταξε και μου είπε:

-Κοίτα Αλέξη, η κ@ριόλα , τι έγραψε στο post της.

Πήρα το κινητό να δω, τι έγραφε. Το διάβασα, όπως είμαι σίγουρος, ότι και εσείς το διαβάζετε. Βλέπετε τίποτα το περίεργο;

Σε μένα, τουλάχιστον, τίποτα δεν μου φαινόταν. Ίσα-ίσα έδειχνε δύο όμορφες Κυρίες αγκαλιά.

«Αν και πλακωθήκατε» της είπα, «δεν βλέπω κάτι άσχημο».

Μα καλά, τόσο μ@λάκας είσαι; Η σκρόφα έγραψε ότι το Reunion έγινε για τα σαράντα χρόνια της αποφοίτησής μας. Σαν να θέλει να καρφώσει την ηλικία μας. Και είμαι σίγουρος , ότι η πουτ@να θα έχει αποκλείσει τους δικούς της φίλους ή γκόμενους. Για να μη τους φανερώσει την ηλικία της.

«Πω, πω. Τι σκαρφίζονται, ρε πoύστη μου, οι γυναίκες» σκέφτηκα.

«Έλα ρε, δεν πειράζει» της είπα, για να την καλμάρω. « Σιγά, μη κάθονται οι άλλοι να κάνουν προσθαφαιρέσεις».

-Τι δεν πειράζει, ρε μ@λάκα. Έχω γνωρίσει ένα παιδί που είναι κοντά σαράντα και θέλει να με παντρευτεί. Είναι πολύ ευγενικός και διακριτικός, ο γλυκός μου. Δεν με ΄ρώτησε ποτέ ό ίδιος, πόσο χρονών είμαι. Ούτε καν, πότε τέλειωσα την Νομική. Φαντάζεσαι να κάτσει και να υπολογίσει την ηλικία μου. Θα γίνω ρεζίλι. Αχ θεέ μου, τι θα κάνω τώρα;

-Πάρε την Γιάννα και πες της να διαγράψει αμέσως το post. Μπορεί, να μην πρόλαβε να το διαβάσει ο δικός σου.

-Αποκλείεται. Είναι κολλημένος με το κινητό του.

Και φαίνεται, ότι το παιδί ήτανε. Γιατί δεν πρόλαβαν να περάσουν ούτε δύο λεπτά και πήρε την Αλκινόη στο τηλέφωνο.

Ήταν πράγματι ευγενικό, αυτό το παιδί. Χρήστο το λέγανε. Μιλούσε δυνατά και τον άκουγα.

« Έλα, Αλκινόη; Μόλις είδα την φωτογραφία σου που πόσταρε μια συμμαθήτρια σου, η Γιάννα, στο Facebook. Καλά, κούκλα είσαι. Περάσατε όμορφα;» την ρώτησε.

-Έτσι και έτσι αγάπη μου. Ξέρεις τώρα, οι περισσότεροι παντρεμένοι μιλάγανε για τις δουλειές τους και τις οικογένειες τους. Βαρετά πράγματα. Εσύ αγάπη μου; Έμεινες σπίτι; Μου ήσουνα πιστός;

-Ναι, μωρό μου. Αφού το ξέρεις Περίμενα να με πάρεις τηλέφωνο.

-Θα σε έπαιρνα, αλλά με πρόλαβες.

-Αλήθεια, μωρό μου; Για αυτό σε αγαπάω. Να έρθω από το σπίτι; Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί.

Ταράχτηκα. Άρχισα σιγά-σιγά να ντύνομαι. Το είδε η Αλκινόη και μου έκανε νόημα, να μείνω όπως είμαι. Μου το επιβεβαίωσε, λέγοντας αμέσως στον φίλο της τον Χρήστο:

«Όχι αγάπη μου, απόψε. Μελετάω κάτι δικόγραφα. Αύριο στις 9 πρέπει να είμαι Ευελπίδων. Θέλεις να περάσεις αύριο βράδυ από το σπίτι;»

-Ναι, μωρό μου. Πρώτα η δουλειά και μετά εμείς. Έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας.

-Αχ ναι, αγάπη μου. Έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας. Σε λατρεύω. Και να ξέρεις, ότι μου λείπεις πολύ απόψε. Φιλάκια.

Μου βγήκε ένας στεναγμός ανακούφισης. Είχα ενθουσιαστεί αφενός μεν, που δεν θα ερχόταν ο Χρήστος, αφετέρου που η διάθεση της Αλκινόης δεν είχε επηρεαστεί από μια πιθανή αποκάλυψη της ηλικίας της στον φίλο της.

«Το βλέπεις;» της είπα, «Χαμπάρι δεν πήρε».

-Ναι, ο γλυκός μου. Πω, πω αισθάνομαι τύψεις μωρέ, που θα τον απατήσω.

-Και εγώ, ρε Αλκινόη, απέναντι στην γυναίκα μου. Είναι σαν να προδίδω την ιδεολογία μου. Ξέρεις, πιστεύω πολύ στην οικογένεια.

-Το βλέπω, δεν χρειάζεται να μου το πεις. Πω, πω. Τι χέστηδες, που είσαστε, ρε, εσείς οι αριστεροί. Τρέμετε και τη σκιά σας.

-Δεν είμαστε χέστηδες. Είμαστε φοβισμένοι και καταπιεσμένοι. Μας κυνηγάει το φάντασμα της Βάρκιζας, η διάσπαση του ’68, το δημοψήφισμα του 2015.

-Έλα, έλα, δεν πειράζει. Άσε τις πολιτικές δικαιολογίες. Αν δεν θέλεις, ντύσου.

-Ξέρεις, πρώτη φορά απατάω την γυναίκα μου. Φοβάμαι, μη και με καταλάβει. Και πάνω που ήμουνα έτοιμος για την μεγάλη ανατροπή, με έκοψε και ο φίλος σου…

-Δεν πειράζει, παιδί μου μη αγχώνεσαι. Σου είπα, αν δεν θέλεις…

-Δεν είναι, ότι δεν θέλω. Μου αρέσεις, Αλκινόη. Δώσε μου μια δεύτερη ευκαιρία.

Τι ήτανε να πω για αυτή την δεύτερη ευκαιρία. Ήθελε, δεν ήθελε μου τη φύλαγε.

«Δεύτερη ευκαιρία , δεν υπάρχει» μου είπε. «Αν στη δώσω, θα την χάσεις και αυτή. Όπως καλά ξέρετε, όλοι εσείς οι αριστεροί, να χάνετε τις ευκαιρίες που σας δίνουμε»

Γ.Κ.

YΓ1 Η φωτογραφία του κειμένου « Reunion» δεν είναι από την αίθουσα αποφοίτων του 4ου Δημοτικού σχολείου Αγίας Σοφίας αλλά από αντίστοιχη αίθουσα εκδηλώσεων των αποφοίτων του Cambridge University. Την ανέβασε η Αλκινόη, που είναι μεγάλη ψωνάρα.
H πραγματική εικόνα της βραδιάς είναι, αυτή που πόσταρε ο συμμαθητής μου Παναγιώτης Κούνουπας.

ΥΓ2 Οι φωτογραφίες της Αλκινόης και της Γιάννας, που παρουσιάζονται στο κείμενο, είναι από το Google. Στην πραγματικότητα τα κορίτσια είναι πιο όμορφα και πιο σεξoυαλικά. Και ο Αλέξης, που γράφει τις ιστορίες, δεν έχει καμία ομοιότητα με τον κοιλαρά της φωτογραφίας.

YΓ3 Προσεχώς: «Το βρώμικο 69». Ιστορία πολιτικού πάθους που θα κυκλοφορήσει μετά τις Άγιες μέρες του Πάσχα. Μέχρι τότε, να έχετε μια Καλή Σαρακοστή.

(Αγαπητέ φίλε, πολύ ωραίο το Reunion. Εγώ έχω συμμαθητές από την Πρώτη Δημοτικού που κάνουμε Reunion κάθε μέρα σχεδόν. Όχι τώρα, από τότε το συνεχίζουμε. Να είστε καλά. Με γονατίσατε. Για να ανεβάσω ένα τέτοιο κείμενο, χρειάζονται δυο ώρες. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.