Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα

Πιτσιρίκο καλησπέρα,
Κάθομαι στην αυλή και διαβάζω ένα θεατρικό έργο του Πιραντέλλο, έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα. Το έχω ξαναδιαβάσει, το έχω δει στο θέατρο κι όμως ακόμα με συγκινεί.

Πρώτη φορά το έπιασα στα χέρια μου το 1975, ήταν μέσα στο μπαούλο που μου κληροδότησε ο πατέρας μου.

Ο πατέρας μου ήταν αρτεργάτης.

Μετά βίας, εκείνες τις δύσκολες περιόδους, το μόνο που κατόρθωσε ήταν να τελειώσει την Πέμπτη δημοτικού, δάσκαλοι που συλλαβάνονταν από τη χωροφυλακή του Μεταξά, πόλεμος, κατοχή και μετά η αναγκαστική φυγή στο αστικό κέντρο, συλλήψεις, και, τελικά, μετά απο διάφορες φυλακίσεις, αρτεργάτης.
΄
Έφευγε για την δουλειά στις μια το πρωί και γύριζε περίπου στις έντεκα με ένα καρβέλι ψωμί και ένα μπουκάλι γυάλινο γάλα Αστυ.

Ξεκουραζόταν γιά λίγο και, όταν γύριζα από το σχολείο, έπαιζε μαζί μου.

Μετά κοιμόταν και σηκωνόταν αργά το βράδυ λίγο πριν τις δώδεκα. Κάποιες φορές που ξύπναγα τον έβλεπα να κάθεται κάτω με ανοιχτή την ντιβανοκασέλα και να κρατάει κάποιο βιβλίο και να διαβάζει.

Ήταν Απρίλης του 1975, μια μέρα πριν τα γενέθλια μου, έκλεινα τα δεκαπέντε, με φώναξε.

Πήγαμε δίπλα στο μπαούλο–ντιβανοκασέλα την άνοιξε, εβγαλε από πάνω τις βελέντζες και τις κουρελούδες, την προκάλυψη είπε η μητέρα μου που καθοταν διπλα γελώντας, και μου είπε: το περιεχόμενο του είναι η μόνη περιουσία που έχω και φυσικά σήμερα σου την αποδίδω, θα γίνει ολοκληρωτικά δική σου μετά τον θάνατο μου.

Σε αυτό το μπαούλο βρήκα μέσα πολλά βιβλία, εκείνος σηκώθηκε και έφυγε: Καμύ, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Προυντόν, Μαρξ, Λενιν, Μπακούνιν, Ελυάρ, Σαρτρ, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Ρίτσο, Χεμινγουέι, Λόντον, Λουντέμη, Ουάιλντ, Κορδάτο, Μπρεχτ, Σικελιανό, Κάλβο, Σουρή, Πιραντέλλο, Χικμέτ, Σολωμό, Παπαδιαμάντη, Παλαμά, Μάρκες, Κόνραντ και αρκετά άλλα, όπως και πολλες μπροσούρες αλλά και αποκόμματα εφημερίδων.

Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν το «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Λουίτζι Πιραντέλλο.

Από τότε, κάθε μέρα γύριζα από το σχολείο και βουτούσα μέσα στο μπαούλο.

Διάβαζα συνέχεια κάποιες φορές δεν καταλάβαινα, ο πατέρας μου μου έλεγε απλά άσ’ το προς το παρόν διάβασε κάτι άλλο και ξαναπιάσ’ το μετά από λιγο καιρό. Η συνταγή έπιανε.

Ο πατέρας μου ήταν περίεργος άνθρωπος.

Στην Τετάρτη Γυμνασίου -εγώ φοίτησα σε εξατάξιο δεν είχε χωριστεί ακόμα σε γυμνάσιο και λύκειο- κάποιος καθηγητής εκτός σχολείου μας είδε να καπνίζουμε, ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που κάπνισα.

Φώναξαν τον πατέρα μου στο σχολείο γιά να ενημερωθέι και φυσικά να τιμωρηθώ.

Ο πατέρας μου μπήκε ήρεμος στο γραφείο του γυμνασιάρχη· είχε έρθει κατευθείαν από τη δουλειά με το καρβέλι και το γάλα στο χέρι, αν και τον είχα ενημερώσει γιά το παράπτωμα ζήτησε από τον γυμνασιάρχη να τον ενημερώσει.

Τον ακουσε προσεκτικά και του είπε: κύριε γυμνασιάρχα βλέπω ότι καπνίζεις, το σταχτοδοχείο είναι γεμάτο και τα τσιγάρα σου ειναι πάνω στο γραφείο. Στους διαδρόμους αλλά και στο προαύλιο καθηγητές καπνίζουν. Ξέρεις και εγώ καπνίζω πώς μπορώ εγώ και με ποιό δικαίωμα να τιμωρήσω το γιο μου επειδή κάπνιζε. Δεκαέξι χρόνια με βλέπει να βγαίνω στην αυλή για να καπνίσω. Το μόνο που μπορώ να του πω είναι ότι το κάπνισμα δεν κάνει καλό βλάπτει την υγεία. Σαν σχολείο και σαν γυμνασιάρχης ποιές ήταν οι ενέργειες που κάνατε γιά να ενημερώσετε για τις βλαπτικές συνέπειες του καπνίσματος;

Την τριήμερη αποβολή δεν την γλίτωσα όμως τσιγάρο δεν ξαναέβαλα στο στόμα όχι γιατί τιμωρήθηκα αλλά για την ειλικρινή στάση του πατέρα μου.

Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας μου σταμάτησε το κάπνισμα.

Δεν ξέρω γιατί στα γράφω όλα αυτά, Πιτσιρίκο.

Αλλά όταν πιάνω στα χέρια μου βιβλίο που έχω ξαναδιαβάσει μου έρχονται οι μνήμες από την πρώτη μου επαφή.

Θυμάμαι το σχήμα το φυλλομέτρημα, που το διάβασα, ακριβείς λεπτομέρειες.

Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν προσπαθώ να διαβάσω ένα βιβλίο απο τον υπολογιστή.

Δεν με συγκινεί και πολλές φορές με αποπροσανατολίζει.

Χάνω την συγκέντρωσή μου. Μετά από λίγες μέρες δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα.

Δεν ξέρω ίσως να έχω αρχίσει να γίνομαι περίεργος. Περνάνε και τα χρόνια.

Προτιμώ να αγοράζω βιβλία παρά να διαβάζω από το laptop.

Κάποια από αυτά τα βιβλία, το 2003 καταστράφηκαν από τη μανία κάποιων που εισέβαλαν τότε στο στέκι μας επαγγελματικό γιά να καταστρέψουν προπαγανδιστικό υλικό που τυπώναμε κατά των Ολυμπιακων αγώνων του 2004.

Εκείνη την περίοδο η νεολαία της χώρας ήταν σχεδόν στο σύνολο της ταγμένη στον εθνικό στόχο, όπως αλλωστε και όλο το έθνος.

Μέσα σε αυτά που καταστράφηκαν, ήταν και το Έξι πρόσωπα ζητουν συγγραφέα.

Μετά από αυτό το συμβάν τα υπόλοιπα βιβλία και δίσκοι με συναισθηματική αξία μπήκαν ξανά στο μπαούλο.

Ο πατέρας μου, εκτός από τα βιβλία, είχε και κάποιες πλάκες όπως τις έλεγε.

Θυμάμαι τότε που έφερε στο σπίτι το χαμόγελο της Τζοκόντα του Χατζιδάκι. Όταν τον ρώτησα ποιός είναι αυτός, μου είπε «ένας άνθρωπος που δεν φοβαται να πει την αλήθεια».

Οι αφίσες, φυσικά, έμειναν ως μόνη παραφωνία στην τότε σημαιοστόλιστη Αθήνα του εθνικού στόχου.

Σε επικοινωνία με το γιό μου ξαναείχαμε τη συζήτηση γιά το στέκι που είχαμε και έζησε τα πρώτα του έντεκα χρόνια.

Μου εξέφρασε την επιθυμία, αν θα μπορούσαμε κάποια στιγμή να ξαναφτιάξουμε κάπου κάτι παρόμοιο.

Δεν ξέρω αν μπορεί να ξαναγίνει κάτι τέτοιο, όμως η ζωή είναι ένα παιχνίδι που πρέπει να το ζεις, να συμετέχεις.

Όπως έλεγε ο πατέρας μου, τη ζωή πρέπει να τη ζεις αλλά για ζήσεις και να χαρείς τη ζωή, πρέπει πρώτα να πάψεις να φοβάσαι το θάνατο.

Όποιος φοβάται το θάνατο δεν προκειται να ζήσει τη μια και μοναδική ζωή που έχει.

ΝΙΖ
DALAT

Υ.Γ. Θέλω να πω κάτι για οποιαδήποτε παρανόηση, στο προηγούμενο κείμενο είχα γράψει ακριβώς τι δουλειά κάνω και πού κατοικώ, άρα θα ήταν εύκολο σε κάποιον να καταλάβει το πού έβρισκα τα χρήματα γιά το διεθνές σχολείο (αγγλόφωνο) και τα ταξίδια στην Κίνα, χωρίς να αφήνει υπονοούμενα. Δεν ξέρω γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να κατανοήσουν την αλήθεια. Και γιά να το κάνω λιανά, αυτή την δουλειά την πρωτάρχισα το 1987 με την σύντροφο μου. Αντιπρόσωπος με ενα γραφειάκι μέσα στο πολχώρο πωλήσεων εκεί γύρω στην πλατεία Εξαρχείων το μετέπειτα στέκι μας. Κύριος λόγος η εύρεση μουσικών τίτλων, κόμιξ και δύσκολων βιβλίων γιά το μικρό μας χώρο. Τότε η δουλειά γινόταν με ενα τέλεξ και τηλέφωνα. Τότε που ήρθαμε στην Νοτιοανατολικη Ασία πριν 10 χρόνια, με την τεχνολογία να μας δίνει πλεονέκτημα, ήταν μιά δουλειά που μπορούσε να μου δώσει την άνεση να ζω άνετα και φυσικά να χρηματοδοτώ τα ταξίδια και το σχολείο του γιου μου. Μιά δουλειά που μπορεί να γίνει από οποιο μέρος του κόσμου μπορείς να φανταστείς, αρκεί να υπάρχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. Μεσιτείες προιόντων με προμήθεια από τον πελάτη (αγοραστή η πωλητή κάποιες φορές και από τους δύο).

(Αγαπητέ φίλε, εντελώς συμπτωματικά, σήμερα το μεσημέρι πήγα στα βιβλιοπωλεία με μια φίλη μου. Ο κόσμος δεν αλλάζει με στημένες διαδηλώσεις και απεργίες αλλά με το διάβασμα. Εγώ δεν έχω τίποτα καλύτερο από το διάβασμα. Χάνομαι, διαβάζοντας. Ωραίο χάσιμο. Ο Πιραντέλλο είναι σπουδαίος αλλά του έχουν αλλάξει τα φώτα στο θέατρο. Ξέρεις το έργο του, το έχεις διαβάσει, πας στο θέατρο και βλέπεις ένα εντελώς άλλο έργο. Τους νεκρούς συγγραφείς τους ξεσκίζουν οι σύγχρονοι σκηνοθέτες. Όσο για το υστερόγραφο, αναφέρεστε σε σχόλια για το κείμενό σας στο Facebook. Μην δίνετε σημασία. Είστε άμαθος στα social media. Στα social media -μεταξύ άλλων- είναι και πάρα πολλοί πικραμένοι και ακυρωμένοι άνθρωποι. Δείξτε κατανόηση και μην εξηγείτε. Δεν υπάρχει λόγος άλλη φορά να σχολιάσετε αυτά τα πικρόχολα που γράφουν κάποιοι στο Facebook. Σε αυτό το θέμα, ακούστε εμένα που το ξέρω καλά. Να είστε καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.