Γεροντοκρατία

Γεια σου Πιτσιρίκο,
Πολλά και ενδιαφέροντα γράφτηκαν αυτές τις μέρες για τον εκλιπόντα, τόσο από σένα όσο και από φίλους του μπλογκ.

Δεν σκοπεύω να προσθέσω τίποτα περισσότερο για το συγκεκριμένο πρόσωπο —«Εξαποδώ» τον λέγαμε τον Μητσοτάκη τη δεκαετία του ’90— εκτός από ένα ενδιαφέρον περιστατικό από τότε που ήταν πρωθυπουργός και που πιστεύω ότι έχει αξία να θυμηθούμε.

Πρώτα, όμως, επίτρεψέ μου να σου διηγηθώ μια μικρή ιστορία για τον παππού μου, γιατί τα γεγονότα συνδέονται.

Ο παππούς μου ήταν ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος· όχι μορφωμένος, μέχρι την πέμπτη δημοτικού έφτασε πριν αναγκαστεί να δουλέψει στα χωράφια.

Αλλά είχε, αφενός μεν μια σεμνότητα που του επέτρεπε να καταλάβει ότι δεν τα ήξερε όλα, κι αφετέρου δε την περιέργεια να μάθει και την υπομονή να ακούσει.

Θυμάμαι τα καλοκαίρια στο χωριό που καθόμουν μαζί του στο πεζούλι του καφενείου, μαζί με καμιά δεκαριά άλλους παππούδες.

Μου έκανε εντύπωση πως όλοι οι υπόλοιποι μιλούσαν, χασκογελούσαν, έβριζαν πότε-πότε, ενώ ο παππούς μου συνήθως άκουγε και σπάνια σχολίαζε.

Όταν όμως το έκανε, τα λόγια του είχαν τέτοιο ειδικό βάρος που πολλά ακόμα τα θυμάμαι.

Ήμουν κι εγώ περίεργο παιδί —με ενδιέφερε περισσότερο να ακούω τους παππούδες να μιλάνε για τον πόλεμο και για φιλοσοφίες παρά να παίζω με άλλα παιδιά— και κάναμε καλή παρέα.

Στα τελευταία του ένα-δύο χρόνια, ο παππούς μου άλλαξε.

Κόντευε ενενήντα χρονών, σίγουρα καταλάβαινε ότι το τέλος δεν ήταν μακριά, κι η συμπεριφορά του άρχισε να γίνεται περίεργη.

Άρχισε να τρώει γλυκά και κρουασάν, να διαβάζει Άρλεκιν -δεν σου κάνω πλάκα-, και γενικά να θέλει να δοκιμάζει όλα όσα θεωρούσε πως έπρεπε να προλάβει να κάνει.

Συχνά μου ζήταγε να τον πηγαίνω βόλτες με το αυτοκίνητο, πουθενά συγκεκριμένα, απλά να τον πηγαίνω βόλτες.

Τι σχέση τώρα έχουν όλα αυτά με τον εκλιπόντα, θα αναρωτηθεί κανείς.

Το 1992, όταν αυτός και το κόμμα του ήταν στην εξουσία, είδαμε μια ωραία μέρα στην τηλεόραση ότι ο πρωθυπουργός της χώρας πέταξε με μαχητικό F16.

Θυμάμαι μάλιστα τον Βαρβιτσιώτη να λέει μετά ότι είχε προσπαθήσει να τον μεταπείσει· το αφήγημα ήταν ότι η χώρα βρισκόταν σε πολιτική και οικονομική κρίση, και τι θα κάναμε αν χάναμε τον μεγάλο πολιτικό άνδρα.

Με άλλα λόγια, αυτό που πιθανόν ήθελε να πει ο Βαρβιτσιώτης αλλά δεν μπορούσε ήταν «εδώ ο κόσμος χάνεται, και το…»

Ανέβηκε λοιπόν ο πρωθυπουργός στο μαχητικό, στριμώχτηκε στο πίσω κάθισμα, και με τον Θεολόγο Συμεωνίδη στα πηδάλια —τότε αντισμήναρχο και τώρα διευθυντή του γραφείου του ΥΕΘΑ υπό Καμμένου— το μαχητικό εκτοξεύτηκε στους αιθέρες.

Γιατί έγινε εκείνη η πτήση λίγοι κατάλαβαν, παρά τις αστειότητες πέρι περηφάνειας και εθνική ετοιμότητας.

Εγώ όμως κατάλαβα αργότερα, μετά την μετάλλαξη του παππού μου από φιλόσοφο σε γεροξεκούτη που έτρωγε κρουασάν με πραλίνα και διάβαζε για φλογερούς έρωτες στα άρλεκιν.

Ο εκλιπών είχε κι εκείνος σίγουρα αρχίσει να καταλαβαίνει ότι το τέλος, τουλάχιστον το πολιτικό, δεν ήταν μακριά.

Άλλη ευκαιρία δεν θα ξαναείχε να κάνει πραγματικότητα το παιδικό του όνειρο της πτήσης· όταν έβλεπε τα προσχέδια του αυτόγυρου του Ντα Βίντσι, θα πουν κάποιοι κακεντρεχείς.

Ποιοι είμαστε εμείς να τον κατηγορήσουμε αφού, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, στη θέση του όλοι οι γέροι το ίδιο θα έκαναν.

Κι αυτό είναι το πρόβλημα.

Στην Ελλάδα αλλά και παγκόσμια επικρατεί γεροντοκρατία.

Ακόμα κι οι νέοι, γέροι είναι. Το έχεις γράψει κι εσύ αρκετές φορές.

Σε μια χώρα που οι νέοι σταυροκοπιούνται σαν γριές κι ο σαραντάρης σημερινός πρωθυπουργός μυρίζει περισσότερη φαρμακίλα από τον Ευαγγελισμό, γεροντοκρατία έχουμε.

Πώς περιμένει κανείς από τους γέρους της εξουσίας να κάνουν κάτι, οτιδήποτε καλό για τους άλλους και για το μέλλον, όταν το μόνο που τους νοιάζει είναι να προλάβουν να φάνε το όποιο κρουασάν, να διαβάσουν το όποιο Άρλεκιν, να πετάξουν το όποιο μαχητικό.

Μου αρέσει επίσης που κάποιοι μιλάνε και για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή.

Πάτε καλά, ρε;

Ζητάτε από κάτι χούφταλα σαν τον Τραμπ -να πω ένα παράδειγμα- που σήμερα είναι αύριο δεν είναι να κάνουν κάτι για τα εγγόνια σας;

Βέβαια, στην Ελλάδα έχουμε πάει και ένα βήμα παραπέρα, που όμοιό του μάλλον μόνο στη Βόρεια Κορέα μπορεί να δει κανείς: έχουμε ξεπεράσει τη γεροντοκρατία κι έχουμε πάει στη νεκροκρατία.

Οι νεκροί είναι πάντα αθώοι, πάντα μεγάλοι πολιτικοί άνδρες που άφησαν το στίγμα τους (σαν αντισώματα ιλαράς ένα πράμα).

Και φυσικά, μην ξεχνάμε ότι είμαστε μια χώρα που γουστάρει τρελά να περιφέρει σαπισμένα σανδάλια, κόκκαλα, πότε-πότε και βαλσαμωμένους μητροπολίτες.

Είναι σαν ένα ολόκληρο σύστημα να σου λέει: αυτοκτόνησε.

Ε, δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη.

Να είσαι καλά

Χριστόφορος

(Αγαπητέ φίλε, πολλοί ηλικιωμένοι δεν έχουν πια αναστολές. Οπότε, βγάζουν τα απωθημένα που κρατούσαν μια ζωή. Στην Ελλάδα, το βασίλειο του μικροαστισμού, τα απωθημένα είναι πολλά. Πολλοί καταπιεσμένοι Έλληνες. Το σύστημα στην Ελλάδα σου λέει “αυτοκτόνησε” αλλά υπάρχει και μια φωνή στον άνεμο που σου λέει “φύγε για να σωθείς και να ζήσεις”. Να είστε καλά.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.