Ο παππούς μου ήταν ένας ήρωας του πολέμου του ’40

Ο παππούς μου, Κωνσταντίνος Νικηταράς, ήταν ένας ήρωας του αλβανικού μετώπου. Όταν έγινε γενική επιστράτευση από τον Ιωάννη Μεταξά, ο παππούς μου είχε παρατήσει την οικογένειά του και ζούσε με τον γκόμενό του στο Μεταξουργείο.

Μάταια, τον έψαχνε η γιαγιά μου να του δώσει το χαρτί της επιστράτευσης.

Ο παππούς μου είχε ντυθεί γυναίκα και δεν είχε καμία διάθεση να πάει να πολεμήσει γιατί ήταν ειρηνιστής.

Τελικά, τον βρήκαν ένα βράδυ στην Πλάκα. Τον αναγνώρισαν με τα γυναικεία ρούχα, γιατί είχε ξεχάσει να ξυρίσει το μουστάκι που είναι ο φερετζές του πoύστη.

Ο παππούς μου τους είπε πως θέλει να μείνει στην Αθήνα και να πλέκει κάλτσες για τους φαντάρους μας αλλά αυτοί δεν τον άκουσαν και τον έντυσαν φαντάρο, οπότε ο παππούς μου βρέθηκε στο αλβανικό μέτωπο.

Στα βουνά της Αλβανίας, ο παππούς μου έβγαλε πολλά χρήματα, αφού πουλούσε ναρκωτικά στους φαντάρους μας, αλλά και στους Ιταλούς φαντάρους γιατί ο παππούς μου δεν ήταν ρατσιστής.

Κάποια μέρα ο παππούς μου γνώρισε τον Πάολο, έναν Ιταλό στρατιώτη που πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Έλληνες στη μάχη της Κορυτσάς.

Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, οπότε ο παππούς μου απελευθέρωσε τον Πάολο και κλέφτηκαν, αφήνοντας τους άλλους να πολεμάνε πάνω στα κατσάβραχα.

Η απουσία του παππού μου έγινε αμέσως αντιληπτή, αφού οι εξαρτημένοι στρατιώτες μας έπαθαν στερητικό σύνδρομο και, όταν ορμούσαν πάνω στους Ιταλούς, δεν φώναζαν «Άερααααα!» αλλά «Χασίςςςςςς!».

Ευτυχώς, νόμισαν πως ο παππούς μου είχε σκοτωθεί στη μάχη, οπότε δεν τον έβγαλαν λιποτάκτη.

Ο παππούς μου μαζί με τον Πάολο πήγαν στην Ίμπιζα και έζησαν τον έρωτά τους.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε, ο παππούς μου επέστρεψε στην Ελλάδα γιατί είχε βαρεθεί τον Πάολο.

Ο παππούς μου τους είπε πως πολέμησε στη Μέση Ανατολή, στο Ρίμινι και σε διάφορες άλλες μάχες, οπότε αυτοί τον πίστεψαν και τον παρασημοφόρησαν.

Είχε και ένα σημάδι στην γάμπα από μια κλωτσιά που του είχε χώσει ο Πάολο όταν έπαιζαν beach soccer στις παραλίες της Ίμπιζα, οπότε, όταν ξέσπασε ο εμφύλιος, ο παππούς μου -που αγαπούσε πολύ τους άνδρες και δεν ήθελε να τους σκοτώνει- την έκανε για Βραζιλία μαζί με έναν πρώην αξιωματικό των Ναζί, τον Ρολφ, ο οποίος ήταν πάρα πολύ πλούσιος, γιατί είχε προλάβει να αρπάξει 1.000 πλάκες χρυσό από το χρηματοκιβώτιο του Χίτλερ.

Ο παππούς μου ζει ακόμα στην Βραζιλία, αν και είναι πια 125 ετών, και κάθε χρόνο παίρνει μέρος στο καρναβάλι του Ρίο, μαζί με άλλους τρανσέξουαλ, αφού, εν τω μεταξύ, άλλαξε και φύλο.

Παππού, σε αγαπάω και θέλω να ξέρεις πως είσαι πάντα ο ήρωάς μου.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.