Σίγασε η μουσική ή απλά το σύστημα μας κούφανε;

Γεια σου Πιτσιρίκο,
Ελπίζω να είσαι γερός και δυνατός. Σου γράφω με αφορμή το ντοκιμαντέρ «The End of the End» που είδα πριν λίγες ημέρες και απαθανατίζει την τελευταία συναυλία των Black Sabbath μαζί με πρόβες και ομολογίες για την πορεία τους κατά τα τελευταία σχεδόν 50 χρόνια.

Η εμφάνισή τους πραγματοποιήθηκε στο Birmingham στις αρχές του 2017, πόλη η οποία τους ανάθρεψε και γέννησε τον ήχο τους.

Βέβαια, η λογική τέτοιου είδους ντοκιμαντέρ δεν είναι κάτι καινούργιο, πολλά συγκροτήματα έχουν προβεί σε ανάλογες επιλογές.

Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με τους Black Sabbath που το όνομά τους στο μυαλό μου και πολλών άλλων είναι συνώνυμο των απαρχών του heavy metal.

Για λόγους που αναλύω παρακάτω, η συναυλία μου ενέτεινε το αίσθημα νοσταλγίας και με έβαλε σε ακόμη περισσότερες σκέψεις σχετικά με τις αρχές του metal και τις κοινωνικοπολιτικές επιρροές που εξέφραζε…

Από τους πρωτεργάτες του είδους, ο πιο σκοτεινός και ακατέργαστος, μέσα στη μαεστρία του, ήχος ανήκει ξεκάθαρα σε αυτούς.

Η μουσική τους είχε έναν ασυγκράτητο θυμό, μια αίσθηση δικαιοσύνης και ισότητας ενδεδυμμένη με ένα πέπλο μυστικισμού και ζοφερότητας.

Παράλληλα, οι δυσοίωνοι στίχοι, τα μανιώδη riffs και ο υπνωτιστικός ρυθμός εξέφραζε κάτι που ήταν βαθιά ριζωμένο στο αδιεξοδικό παρόν της εργατικής τάξης των τελών της δεκαετίας του ’60 και στοιχειωμένο από τη απογοητευτική καθημερινότητά τους και την ανάγκη της αλλαγής.

Η πολυπόθητη μάχη για την αλλαγή θα δινόταν από χαμογελαστούς ανθρώπους με λουλούδια στα μαλλιά στις ειρηνικές διαδηλώσεις τους και αυτή η μάχη θα χανόταν.

Το κίνημα των hippies προσπάθησε να κερδίσει μια μάχη ενάντια στο σύστημα που δυστυχώς καταπνίχθηκε ή καλύτερα παραμερίστηκε.

Το heavy metal ήταν έτοιμο να συνθλίψει τις μαργαρίτες και τις καρδούλες, προβάλλοντας την απύθμενη πικρία του και τον θυμό του για την κατάσταση του κόσμου.

Εκείνη την περίοδο, μεταξύ 1968-1970, που ο ήχος των Black Sabbath, Led Zeppelin και Deep Purple δημιουργείτο σε διαφορετικές πόλεις του Ηνωμένου Βασιλείου όπου τα περισσότερα από τα μέλη τους ανήκαν στην εργατική τάξη, δουλεύοντας σε εργοστάσια, καταστήματα, οικοδομές και γενικά επιβιώναν κάνοντας χειρωνακτικές δουλειές ή ακόμα κατέφευγαν σε διαρρήξεις· βλέπε Ozzy Osbourne ο οποίος πέρασε 6 βδομάδες στη φυλακή επειδή προσπάθησε να κλέψει μια τηλεόραση.

Προφανώς, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο έκανε τη πλειονότητα να θέλει απελπισμένα να βρει έναν τρόπο διαφυγής ο οποίος δεν θα ήταν η ανώτερη εκπαίδευση, πορεία που ακολούθησαν rock φιγούρες όπως ο Jim Morrison η ο Dr. Brian May.

Αντιθέτως, οι πρωτο-metal μπάντες και συγκεκριμένα οι Black Sabbath είχαν ένα βιομηχανικό και μηχανικό ήχο που η επανάληψη των riffs τους θυμίζει φάμπρικα των 60’s όπως εργοστάσια μεταλλουργίας και κλωστοϋφαντουργίας.

Τα βιώματα του Tony Iommi ήταν διττά, αφού η δουλειά του στο εργοστάσιο θα του στοίχιζε τις άκρες των δυο δαχτύλων του αλλά θα τον ενέπνεε καλλιτεχνικά για το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του.

Συνδυάζοντας αυτό τον μηχανικό ήχο με την κοινωνική/οικονομική κατάπτωση και φυσικά το καταθλιπτικό κλίμα και τοπίο των προαστίων του Aston στο Birmingham, τότε έχεις μια ακριβή αναπαράσταση της εποχής των αναταράξεων και των μεγάλων αλλαγών μέσα από το πρίσμα μιας γενιάς που κρύβει ή μάλλον ντύνει την ελπίδα του στα μαύρα, ενώ ατενίζει το μέλλον με ένα παραδόξως σθεναρό βλέμμα και ένα μυαλό που έμελλε να βυθιστεί στα ναρκωτικά.

Οι ουσίες θα ήταν ένα μεγάλο μέρος της πτώσης αυτής της γενιάς, αφού προσέφερε μια εύκολη διέξοδο στις ανησυχίες και στα προβλήματα που ζητούσαν αντιμετώπιση και αντίσταση.

Η μουσική, κατά τα τέλη των 60’s και τις αρχές των 70’s, εξέφραζε το κοινό αίσθημα και παρότρυνε τους νέους να προβούν σε πνευματική εξάσκησή· αλλιώς γνωστή και ως σκέψη.

Οι μουσικοί τραγουδούσαν αυτά που έπνιγαν τον κόσμο και δεν ήταν απλά ένας αντιπερισπασμός για να μαγνητίζεται η προσοχή των fans.

Η πολιτική μουσική δεν ήταν αυτοσκοπός, ήταν η πραγματικότητα που κυλούσε μέσα στο αίμα των νέων, των εργατών και των μειονοτήτων.

Τρανό παράδειγμα είναι το νόημα που αποδόθηκε στο «War Pigs» των Black Sabbath που θεωρείται και το πρώτο metal πολίτικο τραγούδι στην ιστορία.

Φυσικά, συγκροτήματα της punk rock όπως οι Clash και οι Sex Pistols θα συνέχιζαν επάξια να πολεμούν.

Θέλω να πιστεύω όσο τίποτα άλλο στο κόσμο ότι η κοινωνικά αφυπνισμένη και πολιτικοποιημένη σκέψη δεν πέθανε.

Αλλά τότε γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να ανατρέξω στο παρελθόν για να ανανεώσω το πολιτικό μου ανάστημα και να νιώσω το αίσθημα της συλλογικότητας;

Δεν προσπαθώ, όμως, να αγιοποιήσω το παρελθόν, αφού και οι προηγούμενες γενιές απέτυχαν να ξεφύγουν από το σύστημα και πολλοί baby boomers κοιτούν πίσω τις ημέρες της δόξας τους γιατί το παρόν των περισσοτέρων δεν ανταποκρίνεται σε αυτά που πάλευαν στα νιάτα τους.

Άραγε, είμαστε τόσο βαθιά χαμένοι στην ψευδαίσθηση ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε κάτι, που ακόμα και η μουσική μας πια έχει πια ως αυτοσκοπό να μας απαλύνει τον πόνο και τη θύμηση της αποτυχίας μας;

Ελπίζω να κάνω λάθος.

Αν όμως δεν κάνω και είναι έτσι η πραγματικότητα, πρέπει να βρούμε τρόπο να χρησιμοποιήσουμε τον πόνο μας σαν όπλο και όχι να τον πολεμούμε σαν αρρώστια.

Όταν ο πόνος μεταφραστεί σε πράξεις, η συμπόνοια και η αγανάκτηση σταματήσουν να είναι λέξεις και attitudes στα social media, τοτε ίσως κάτι θα μπορέσει να αλλάξει.

Δεν πρέπει πια να ζούμε σε παραισθήσεις οπού δράκοι πετούν γυρω μας γιατί η αλήθεια και η συνειδητοποίηση της κατάστασής μας είναι η πιο επείγουσα ανάγκη μας.

Μπορεί αυτό να οδηγήσει σε άγρυπνες νύχτες αλλά ίσως και να φέρει καλύτερες μέρες…

Αυτο μου φέρνει στο νου τα λόγια του Roger Waters για το αλμπουμ των Pink Floyd «The Wall» που περιγράφουν τις επιλογές που όλοι μας έχουμε:

«I was faced with a choice: to deny my addiction and embrace that ‘comfortably numb’ but ‘magicless’ existence, or accept the burden of insight, take the road less travelled, and embark on the often painful journey to discover who I was and where I fit.»

Να ‘σαι καλά Πιτσιρίκο και καλές γιορτές!

Με αγάπη

Ειρήνη από Amsterdam

(Αγαπητή Ειρήνη, το heavy metal δεν ήταν ποτέ η αγαπημένη μου μουσική. Κάποια τραγούδια μου άρεσαν αλλά μέχρι εκεί. Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με τη μουσική σήμερα. Παγκοσμίως. Ψάχνω συνέχεια να βρω νέες μουσικές και βρίσκω …παλιές. Είναι σαν να μας έχει τελειώσει η έμπνευση. Ούτε ποπ τραγούδια δεν γράφονται. Ίσως να μην τα χρειαζόμαστε. Πάντως, και στην Ελλάδα, δεν γράφονται τραγούδια να μπουν στο στόμα μας. Και αν υπάρχει τέτοια έλλειψη στο τραγούδι -που είναι η πιο απλή μορφή τέχνης- καταλαβαίνει κάποιος τι γίνεται στις υπόλοιπες τέχνες. Βέβαια, το τραγούδι έχει να κάνει με τις ψυχές των ανθρώπων και όχι με την εξωτερική τους εμφάνιση. Και σήμερα είναι όλα εμφάνιση. Όλοι θέλουν να γίνουν γνωστοί, κανείς δεν θέλει να δημιουργήσει. Η δημιουργία θέλει κόπο, πειθαρχία και κάποια απομόνωση. Δύσκολα πράγματα, σε μια εποχή που οι άνθρωποι νομίζουν πως τα πάντα είναι εφαρμογές στο κινητό. Επίσης, όταν ο καθένας νοιάζεται μόνο για την πάρτη του -άρα δεν αγαπάει ούτε τον εαυτό του-, πώς να γράψει τραγούδια που να αφορούν και τους άλλους; Υπάρχει πόνος -απαραίτητο συστατικό για κάθε δημιουργία- αλλά μάλλον η αδιαφορία είναι μεγαλύτερη πια από τον πόνο. Έχουμε μεταλλαχτεί. Να είσαι καλά Ειρήνη από το Άμστερνταμ. Και να μου γράφεις. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.