Το όνομα του σκιάχτρου

Η Ιστορία είναι σαν τη γη.
Θα φυτρώνει πάντα ό,τι έχεις σπείρει και όπως την έχεις ποτίσει. Με νερό, αίμα, κάτουρο ή με ψέμα. Κυρίως αυτό.

Το ψέμα είναι το καλύτερο λίπασμα της Ιστορίας, γιατί με το ψέμα γεννιούνται οι ταυτότητες.

Στο τέχνασμα που επινόησε ο άνθρωπος για να διώχνει τα πουλιά απ’ το χωράφι, ένα σκιάχτρο παίζει το ρόλο του φοβήτρου.

Αλλά το σκιάχτρο δεν το γεννάει η γη, το φτιάχνει και το καρφώνει στο χώμα ο άνθρωπος για να παρασταίνει τον άνθρωπο.

Έναν ψεύτικο άνθρωπο με ρόλο, άρα με ταυτότητα.

Η ταυτότητα εκφράζει την ανάγκη των ανθρώπων να αποκτήσουν έναν ρόλο μέσα στο θέατρο της πραγματικότητας, και όταν δεν σου δίνει κανείς ρόλο, παίρνεις το ρόλο μόνος σου.

Κι άντε μετά οι άλλοι να αμφισβητήσουν τι είσαι.

Αφού και οι άλλοι με ψέμματα ποτίζουν την Ιστορία, τι θα σου πουν;

Ότι δεν είσαι αυτό που πιστεύεις ότι είσαι;

Αδύνατον.

Η ταυτότητα δεν έχει να κάνει με την αλήθεια.

Ακόμη και αν το συμβόλαιο με την πραγματικότητα έχει σκιστεί, σημασία έχει ο ρόλος.

Ποιος νοιάζεται για την απόσχιση;

Γι’ αυτό το λόγο, η Νέα Ιστορία γράφεται με αμνησία, το καλύτερο ναρκωτικό.

Και η Νέα Ιστορία χρειάζεται καινούργια ονόματα, τα αντίδοτα για το μολυσματικό ιό που λέγεται παρελθόν.

Τα νέα ονόματα σκοτώνουν το παρελθόν, το εξαφανίζουν, και η ταυτοποίηση γίνεται σημαντικότερη της ταυτότητας.

Όπως η φωτογραφία του γάμου.

Το τι γίνεται μέσα στη φωλιά και στα γραφεία των δικηγόρων ποσώς μας ενδιαφέρει.

Η φωτογραφία του γάμου είναι το σκιάχτρο που διώχνει τις κακές γλώσσες.

Έτσι ακριβώς μεγαλώσαμε σ΄αυτόν τον τόπο.

Με τις κακές γλώσσες, τους κακούς άλλους, με τα σκιάχτρα που καρφώναμε συνέχεια για να διώχνουμε τα κακά πουλιά.

Και το συνηθίσαμε τόσο πολύ που κοιμόμασταν μακάριοι και συμφιλιωμένοι με το όνομα Greece.

Το να λένε τη χώρα σου Γκρεκία ή Γραικυλία, δεν μας ενόχλησε ποτέ.

Γιατί εμείς είμαστε Έλληνες και όχι Γραικοί.

Μέχρι τη μέρα, που τα σκιάχτρα άρχισαν ένα-ένα να ζωντανεύουν.

Επαναστάτησαν και αυτονομήθηκαν, θέλοντας να ενσαρκώσουν το ρόλο που τους είχαμε δώσει τόσον καιρό.

Αλλά τα σκιάχτρα δεν ξύπνησαν από μόνα τους, τα ξύπνησε αγανακτισμένη η ίδια η Ιστορία, που δεν ανέχτηκε άλλο να ονομάζεται Γη των Σκιάχτρων.

Τα σκιάχτρα πίστεψαν ότι είναι στ΄αλήθεια ήρωες που διώχνουν τα πεινασμένα πουλιά, ότι δεν είναι κουρελοκατασκευές και κούκλες, μα ολοζώντανοι εξτρεμιστές.

Η σκηνοθεσία της αλήθειας τα είδε σκούρα πλέον, αφού οι ρόλοι αυτονομήθηκαν και βγήκαν έξω από το θέατρο παίζοντας στους δρόμους τη δική τους παράσταση για την Ιστορία.

Κι εμείς οι άλλοι, σαστίσαμε σα να παιζόταν μπροστά μας η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών ή το Walking Dead.

Μέσα στον πανικό της διατάραξης της αμνησίας μας, αρχίσαμε την αιώνια προσφιλή μας αθλοπαιδιά, την αντιπαράθεση για την ερμηνεία της πραγματικότητας:

«Ποιοι είναι αυτοί ρε παιδιά; Νεκροί ή ζωντανοί; Από πού ήρθαν; Τι θέλουν;

Σε μάς θα μιλήσουν για Ιστορία; Εμείς την Ιστορία την παίζουμε στα δάχτυλα σαν την πρέφα.

Εμείς είμαστε οι ιδιοκτήτες της Ιστορίας και της κάναμε λοβοτομή για να μη θυμάται. Γιατί έτσι γουστάραμε.

Εμείς, οι Έλληνες.

Εμείς που φωνάζουμε για τους αρχαίους προγόνους και διαβάζουμε νυχθημερόν Πλάτωνα.

Εμείς που βάλαμε την ποίηση στο Facebook, γιατί η ιστορία πάει μπροστά.

Ναι ρε, γιατί σε μάς ανήκει η περιουσία της αλήθειας και την κάνουμε ό,τι θέλουμε.

Εμείς είμαστε οι περιούσιοι. Εμείς, που δεν παραδώσαμε τα όπλα ποτέ.

Εμείς που ονομάζουμε ό,τι θέλουμε ακόμα και αν δεν υπάρχει, που δεν φοβόμαστε ότι θα μας πάρουν την ετικέτα από το σώβρακο, αφού μας τα έχουν πάρει όλα.

Γιατί εμείς δε μασάμε.

Εμείς, οι Έλληνες, οι έμποροι των εθνών, που μάς πουλάν και μας αγοράζουν, αλλά, κατά βάθος, εμείς είμαστε που πουλάμε κι αγοράζουμε το σύμπαν.

Ναι ρε, έτσι είναι.»

Κι αφού η οχλοβοή σταμάτησε ανακουφισμένη αλλά και συγκλονισμένη από ρίγη συγκινήσεως για τον εθνικό μας αυτοπροσδιορισμό, ξανακοιτάξαμε τα σκιάχτρα:

«Και ποια είναι αυτά ρε που θέλουν να είναι ζωντανά; Ποιος τα ‘φτιαξε;»

«Εμείς», ακούστηκε μια φωνή από το βάθος.

«Εμείς;…

Αποκλείεται.

Αέρα παληκάρια, θέλουν να πάρουν τη γη και τις γυναίκες μας.

Τα σκιάχτρα δεν είναι δικά μας.

Είναι βαλτά κι εγκάθετα των αλλόθρησκων.

Αέρα… Σταθείτε ρε παιδιά, έχω ιδέα», ακούστηκε η φωνή ενός ψυχραιμότερου.

«Θα τους πούμε ότι δεν είναι σκιάχτρα και θα τους δώσουμε κανονικά ονόματα.»

«Λες ρε;»

«Σίγουρο σού λέω. Μια μέρα θα πιστεύουν ότι είναι σαν κι εμάς. Άμα σε λένε συνέχεια μάγκα, μια μέρα θα το πιστέψεις. Και θα σε φωνάζουν όλοι μάγκα.»

«Ιδιοφυές ρε φίλε, πώς το σκέφτηκες; Δικό σου είναι; Ποιανού, δεν κατάλαβα. Και τι όνομα θα τους δώσουμε;»

«Εκεί κολλάς; Θα βρούμε. Εμείς οι Έλληνες πάντα τη βρίσκαμε την άκρη. Κι όταν δεν τα καταφέρναμε, ρίχναμε μια με το σπαθί και τον κόβαμε τον κόμπο. Σιγά που θα μας δέσουν εμάς οι γρίφοι της Ιστορίας. Εμείς είμαστε αδέσμευτοι ρε, είμαστε ελεύθεροι. Ελευθερία ή Θάνατος, το ξεχάσατε;» «Ναι ρε, δίκιο έχεις.»

«Να, αυτό εκεί το σκιάχτρο θα το ονομάσουμε Ελευθερία.»

«Μα το Ελευθερία είναι θηλυκό όνομα.»

«Και τι σημασία έχει; Θα είναι ένα σκιάχτρο αρσενικό που θα το λένε Ελευθερία.»

Α ρε Μίλαν, θα σ’ αγαπώ πάντα μόνο και μόνο επειδή έγραψες πως

«Το όνομα του καθενός είναι ένας δρόμος που έρχεται από το παρελθόν, και οι άνθρωποι χωρίς παρελθόν είναι άνθρωποι δίχως όνομα»

Γεώργιος

Πρίγκηψ των Εξαρχείων

(Αυτοπροσδιορισμένος και αναμφίβολα ταυτοποιημένος και υπερήφανος σε μια ενδόξως χρεωκοπημένη χώρα).

(Αγαπητέ Γεώργιε, είστε έξοχος. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.