«Κάψτε τους ζωντανούς»

Θα μπορούσε να είναι κι αστείο, ένα ακόμα παιγνίδι της μοίρας και της ιστορίας, μια ιδιότυπη ειρωνεία που μετατρέπει μέσα στον χρόνο τα θύματα σε θύτες. Αλλά δεν είναι.

Υπάρχουν πάντα κάποια πράγματα που έχουν συμβεί, ή δεν συνέβησαν ποτέ, τα οποία και ερμηνεύουν την φασιστική –στην ουσία της δολοφονική– συμπεριφορά ενός μέχρι χθες ανθρώπου της διπλανής πόρτας, ενός ακόμα φασίστα.

Είναι φυσικά η παιδεία και το πνευματικό υπόβαθρο που δεν είχαμε και δεν έχουμε που «στρώνει τον δρόμο για τον φασισμό», όπως πολύ εύστοχα είχες γράψει παλαιότερα.

Όταν όμως ζεις σε ένα μέρος περιτριγυρισμένο από την θάλασσα, λουσμένο στον ήλιο και την ιστορία αιώνων, με προγόνους ταξιδευτές και στοχαστές μαζί, με παππούδες πρόσφυγες που έκλαιγαν όποτε άκουγαν το σαντούρι κι αντίκριζαν τα απέναντι γενέθλια παράλια, δεν θα έπρεπε κανονικά να είχες σήμερα συμπεριφορά δολοφόνου.

Δεν υπάρχει δύναμη στον κόσμο να ερμηνεύσει την συμπεριφορά σου, τις πέτρες και τα σίδερα που εκτοξεύονταν απέναντι σε γυναικόπαιδα στρυμωγμένα σε με πλατεία ενός ξένου τόπου, πραγματικά αδύναμους ανθρώπους που διαμαρτύρονται με τον μοναδικό τρόπο που μπορούν για την απάνθρωπη αντιμετώπισή τους από την κυβέρνηση σου και τους αφέντες της σε Βρυξέλλες και Βερολίνο.

Όμως, δεν υπάρχουν επιχειρήματα που να απευθύνονται είτε στην λογική είτε στην ψυχή ενός φασίστα.

Προχθές το βράδυ στην Μυτιλήνη από τύχη δεν υπήρχαν νεκροί, αφού ο ρόλος της αστυνομίας ήταν καθαρά τυπικός.

Το μόνο που δεν επέτρεψε ήταν την σφαγή ή το κάψιμο των προσφύγων από τους εξαγριωμένους ακροδεξιούς.

Κατάφερε μάλιστα να συλλάβει 122 αμυνόμενους –πρόσφυγες και αλληλέγγυους– αλλά κανέναν από τους επιτιθέμενους τραμπούκους.

Καθόλου περίεργο αυτό.

Άλλωστε, η ανοχή της αστυνομίας στις παράνομες και ρατσιστικές πράξεις των χρυσαυγιτών δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά παλιό και συνηθισμένο.

Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμα το οποίο δεν κουβεντιάζεται καθόλου και αυτό είναι η ανοχή που δείχνει σε αυτά τα φαινόμενα η κοινωνία.

Μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας υιοθετούν της πολιτική στάση της αδιαφορίας απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα, επικροτώντας στην ουσία σιωπηλά τους φασίστες και τους ρατσιστές, ιδίως όταν αισθάνονται πως δεν έχουν να κερδίσουν οικονομικά από την παρουσία των προσφύγων στον τόπο τους.

Φίλος που γνωρίζει καλά το συγκεκριμένο νησί μου έλεγε πως οι αντιδράσεις των κατοίκων για τους πρόσφυγες κάμφθηκαν, όταν δημιουργήθηκαν οι δομές φιλοξενίας τους -τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που τους στεγάζουν δηλαδή- και άρχισε η πρόσληψη αρκετών ντόπιων σε αυτά.

Πρόσθεσε, μου έλεγε, τους προμηθευτές και τα συνεργεία που παρείχαν «υπηρεσίες» στα κέντρα φιλοξενίας, τους ξένους των ΜΚΟ και των διεθνών οργανώσεων που κατέφτασαν στο νησί, τις αστυνομικές δυνάμεις που μεταφέρθηκαν στο νησί, την αναστολή της αύξησης του ΦΠΑ λόγω των έκτακτων συνθηκών, τις επιδοτήσεις από την ΕΕ και τα χρήματα που οι πιο ευκατάστατοι από τους πρόσφυγες άφηναν στην αρχή τουλάχιστον στην τοπική οικονομία και θα καταλάβεις πόσο γλυκό φάνηκε στους ντόπιους –όχι σε όλους φυσικά– το καρότο της αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης.

Μοιραία, οι πρόσφυγες αποτέλεσαν το αναγκαίο κακό για την τοπική κοινωνία, η οποία όμως έθεσε και τις δικές της κόκκινες γραμμές.

Η πρώτη έχει να κάνει με την συνέχιση των επιδοτήσεων από την ΕΕ και την πολιτεία, και η δεύτερη με τον περιορισμό των προσφύγων στους καταυλισμούς-στρατόπεδά τους.

Δεν μπορεί να απαξιώνουν με την παρουσία τους τον τουρισμό και την δύσκολη έτσι κι αλλιώς καθημερινότητά τους.

Πρόσφυγες συγκεντρωμένοι στην κεντρική πλατεία της Μυτιλήνης να απαιτούν την επιτάχυνση των διαδικασιών για την εξέταση της χορήγησης ή μη ασύλου, την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους και το δικαίωμά τους να μετακινηθούν από το νησί στην ηπειρωτική Ελλάδα, δημιουργούν πονοκέφαλο.

Μπορεί εκείνοι που επιτέθηκαν την περασμένη Κυριακή στους πρόσφυγες να ήταν ρατσιστές και φασίστες, αλλά μάλλον δεν ήταν όλοι τους χρυσαυγίτες.

Η στάση της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών δεν δικαιολογείται μονάχα από την ιδεολογικό τους προσανατολισμό.

Η ακροδεξιά έχει προφανώς μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία της Λέσβου –που κάποτε την λέγαμε και «κόκκινο νησί»- από αυτήν που δημοσίως παραδεχόμαστε.

Σε λίγο καιρό, σε πιο δύσκολη θέση ακόμα κι από τους πρόσφυγες, θα βρεθούν οι αλληλέγγυοι.

Γιατί τα πράγματα θα δυσκολέψουν – ό,τι κι αν λένε ή γράφουν – ακόμα περισσότερο. Δεν ζουν αναμεσά μας όπως νομίζαμε κάποτε.

Ζούμε αναμεσά τους, κι αυτό είναι κάπως ανατριχιαστικό.

Φιλιά από την Εσπερία,

Ηλίας

Υ.Γ.1 Η ΝΔούλα του Κούλη δεν είπε κουβέντα για την επίθεση των φασιστών. Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ο Ρουβίκωνας.

Υ.Γ.2 Ο ΣΥΡΙΖΑ Λέσβου ζήτησε την σύλληψη και την παραδειγματική τιμωρία των φασιστών που επιτέθηκαν στους πρόσφυγες. Όταν γίνουν κυβέρνηση, θα τους σκίσουν τους φασίστες.

(Φίλε Ηλία, ο μόνος ρατσισμός που υπάρχει είναι για τους φτωχούς. Δεν ενοχλούν κανέναν οι πλούσιοι πρόσφυγες και μετανάστες. Μόνο οι φτωχοί ενοχλούν. Και οι φτωχοί Έλληνες και οι φτωχοί ξένοι. Ο καθένας θέλει να διατηρήσει τα κεκτημένα του, οπότε στρέφεται εναντίον αυτών που τους θεωρεί εμπόδιο. Είναι παλιά ιστορία αυτή. Στο βιβλίο του Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού δεν θέλουν τους εξαθλιωμένους Έλληνες που είναι κυνηγημένοι από τους Τούρκους. Έλληνες είναι όλοι. Ξέρω από τη γιαγιά μου -που ήταν πρόσφυγας- πόσο άθλια και απάνθρωπα τους αντιμετώπισαν οι Έλληνες στην Θεσσαλονίκη. Και είναι γνωστό πως Έλληνες περίμεναν έξω από τα πλοία με τους πρόσφυγες στον Πειραιά, για να εντοπίσουν τις όμορφες νεαρές χήρες και να τις κάνουν πoυτάνες. Βασικά, η απανθρωπιά σαρώνει. Βέβαια, στο θέμα των προσφύγων η μεγαλύτερη ευθύνη σήμερα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι στους πολίτες. Η πατρίδα μας η Ευρώπη είναι γνωστό φασισταριό. Να είσαι καλά, Ηλία.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.