Ο Πέτρος και οι λύκοι

«Μια μ@λακία είπε, και πέσανε πάνω του όλοι να τον φάνε. Όχι, δεν γράφω για αυτόν», απάντησα στο φίλο μου τον Μάκη, που με ρώτησε, εάν στο πλαίσιο μιας πολιτικής αντιπαράθεσης με τον άκρατο φιλελευθερισμό ή την μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία -το ίδιο είναι- θα έγραφα κάτι για ένα σεσημασμένο εκφραστή τους: τον Πέτρο Κωστόπουλο.

«Θα αστειεύεσαι» του απάντησα. «Τι σχέση έχει ο Πέτρος με πολιτικές ιδεολογίες; Ο Πέτρος είναι η απολιτίκ εικόνα πολίτη-καταναλωτή, που ήθελαν να επιβάλουν οι εκπρόσωποι των ιδεολογιών μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού στις κοινωνίες της παγκοσμιοποίησης.

Και είναι, σήμερα, ο χρήσιμος βλάκας της απορρόφησης των κοινωνικών αντιδράσεων, που προκάλεσε η αποτυχία του τοπικού καταναλωτικού μοντέλου.

Ο Πέτρος Κωστόπουλος είναι στόχος ενός δημοσιογραφικού αυτοματισμού. Γιατί να γράψω κάτι εναντίον του; Υπάρχει κανένας λόγος να μπω να παίξω το παιγνίδι του εξυπνακισμού; Δεν μου έχει κάνει, άλλωστε, τίποτα ο άνθρωπος».

«Όπα, ρε μεγάλε. Τι είναι ο δημοσιογραφικός αυτοματισμός;» θα ρωτήσει κάποιος.

Ένα υποκατάστατο του κοινωνικού είναι.

Το ίδιο το σύστημα της εξουσίας, όταν κάτι στραβώσει και αδυνατεί να βάλει την μία κοινωνική τάξη να πλακώνεται με την άλλη, έχει την εναλλακτική να βάζει τους δημοσιογράφους, που συνήθως ελέγχει, να ρίχνουν την ευθύνη σε ένα πρόσωπο ή σε μια ομάδα ανθρώπων, που δεν έχουν καμία πραγματική ευθύνη.

Στο αλισβερίσι αυτό της αποποίησης των πραγματικών ευθυνών και της απόδοσής τους σε πρόσωπα ή ομάδες που δεν ευθύνονται ουσιαστικά, ενίοτε χρησιμοποιούνται σαν υπεργολάβοι και ενδιάμεσα πρόσωπα.

Είναι συνήθως απόμαχοι πολιτικοί ή διανοούμενοι της πλάκας, που απασχολούνται, μετά η άνευ ανταλλάγματος, από μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Για την εμπέδωση, του νεοεισαχθέντος στην κοινωνιολογία όρου του δημοσιογραφικού αυτοματισμού (Πιτσιρίκο, είναι δικός μου ο ορισμός και σε παρακαλώ να μου τον κατοχυρώσεις πνευματικά), αναφέρεται σαν case study η περίπτωση της χρεωκοπίας ενός κράτους και η απόδοση των ευθυνών στο λαό.

Σε μια χώρα, που για χρόνια διοικείται από μια οργανωμένη μαφία πολιτικών, ολιγαρχών και ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης -προς Θεού δεν είναι η πατρίδα μας- έρχεται η ώρα που βαράει κανόνι.

Ο λαός αγανακτεί και κατεβαίνει στις πλατείες.

Οι φασίστες πιάνουν την πρώτη θέση στην πάνω πλατεία και οι δημοκράτες, οι αριστεροί και οι αναρχικοί κατασκηνώνουν στην κάτω πλατεία.

Όλοι μιλούν για εκτεταμένη διαφθορά.

Οι φασίστες προτείνουν να καεί το μπουρδέλο της Βουλής και οι υπόλοιποι, από την κάτω πλατεία, να σηκωθούν και να φύγουν αυτοί που κυβερνούν και να δικαστούν οι υπεύθυνοι.

Έχει φτάσει, δηλαδή, η ώρα που πρέπει να αποδοθούν κάποιες ευθύνες για την διαφθορά που οδήγησε την χώρα αυτή -είπαμε δεν είναι η Ελλάδα- στη χρεωκοπία.

Οι πολιτικές ευθύνες είναι, συνήθως, ευθύνες του κώλoυ και άνευ αντικρίσματος, και οι ποινικές ανύπαρκτες, εξαιτίας ανυπαρξίας Δικαιοσύνης.

Το πολιτικό πρόβλημα, που έχει δημιουργηθεί στην Κυβέρνηση της χώρας αυτής, είναι μεγάλο.

Πρέπει πάση θυσία να αντιμετωπισθεί έγκαιρα, προκειμένου να αποφευχθεί η εκμίσθωση ελικοπτέρου και η διαφυγή των μελών της Μαφίας σε άλλες χώρες.

Δεν είναι ένα πρόβλημα, σαν αυτό μιας συνηθισμένης απεργίας φορτηγατζήδων, για να βάλει η Κυβέρνηση τους αγρότες να πλακώνονται με τους φορτηγατζήδες.

Ένα τέτοιο μικροπρόβλημα, η ομάδα ελέγχου της χώρας το αντιμετωπίζει βάζοντας τους αλλοδαπούς συναδέλφους του Καψή, της Τρέμη και του Πρετεντέρη να λένε ότι θα σαπίσουν τα ροδάκινα, αν δεν μεταφερθούν έγκαιρα στην Κεντρική Λαχαναγορά της πρωτεύουσας.

Το ρουφιανιλίκι αυτό λέγεται κοινωνικός αυτοματισμός.

Απεργίες, καταλήψεις, και συγκρούσεις αστυνομικών με αναρχικούς αντιμετωπίζονται μια χαρά με την μέθοδο της στροφής της μίας τάξης εναντίον της άλλης.

Για μια χρεωκοπία και το κυριότερο, όμως, για την αποποίηση των ευθυνών της διαφθοράς και την αναγκαιότητα της λήψης μέτρων λιτότητας, που επιβάλλουν οι δανειστές της χώρας αυτής, χρειάζεται κάτι πιο δυναμικό.

Αυτός είναι ο δημοσιογραφικός αυτοματισμός.

Πώς λειτουργεί στην πράξη;

Το μέλος της Μαφίας- ιδιοκτήτης μέσων ενημέρωσης βάζει τους δημοσιογράφους-υπαλλήλους να σπείρουν σε πρώτη φάση τον πανικό της καταστροφής.

Ο πανικός κάνει εύκολα αποδεκτή, από ένα κοιμισμένο λαό, την λήψη μέτρων λιτότητας και την περικοπή των δαπανών για την παιδεία, την υγεία και την πρόνοια.

Τι απομένει; Να αποδοθούν και ορισμένες ευθύνες, για να μη νομίσει ο κόσμος ότι διοικείται από μια ανεύθυνη Μαφία.

Πώς γίνεται η δουλειά; Να, πώς γίνεται.

Στήνεις μια πρωινή εκπομπή σε ένα χρεωκοπημένο ραδιοφωνικό σταθμό, που εκπέμπει παράνομα σε μια καταπατημένη δημόσια συχνότητα, φωνάζεις μια η δύο φορές την βδομάδα ένα θρασύ απόμαχο πολιτικό και ένα συγγραφέα γυρολόγο πολιτικών κομμάτων και τους ρωτάς στα ίσα τι φταίει και μπατιρίσαμε.

Περιχυμένο με σάλια που τρέχουν στα κρεμασμένα προγούλια του, ο πολιτικός σου λέει ένα «Όλοι μαζί τα φάγαμε» και εξηγεί γιατί είναι το ίδιο υπεύθυνος ένας Υπουργός που αγόραζε άχρηστα οπλικά συστήματα, παίρνοντας μίζες εκατομμυρίων, και ένας μάγειρας δημόσιου νοσοκομείου, που έκανε τα στραβά μάτια σε αυτόν που προμήθευε κρέας και σε κάθε παραλαβή έβγαζε και για πάρτη του κανένα κιλό νουά.

Η ατάκα «Όλοι μαζί τα φάγαμε» αρχίζει να παίζεται σε όλα τα ραδιόφωνα και τα κανάλια και οι σοβαροί ραδιοσχολιαστές, που έχεις επιλέξει σαν αβανταδόρους του συνταξιούχου πολιτικού -κάποιους σαν τον Παπαχρήστου και τον Χιώτη δηλαδή- συμφωνούν, λέγοντας ότι έχει δίκιο ο Υπουργός.

Δεν υπάρχει λίγο ή πολύ έγκυος.

Το καλό θεατρικό έργο που έχει ανέβει στην πολιτική σκηνή, επειδή είναι βαρύ και δυσκολοχώνευτο, χρειάζεται και κανένα καραγκιόζη για να ελαφρύνει.

Είναι η ώρα του συγγραφέα γυρολόγου πολιτικών κομμάτων.

Με την έξυπνη αργκό γλώσσα του, θα σου πετάξει το story με τον υδραυλικό που φώναξε στο σπίτι να του φτιάξει ένα καζανάκι και δεν του έκοψε απόδειξη.

Έπιασε, λέει, κουβέντα μαζί του και ο υδραυλικός του παραπονέθηκε ότι αναγκάζεται να αγοράζει με δικά του λεφτά τις γάζες που χρειάζεται το νοσοκομείο, στο οποίο έχει βάλει την πεθερά του.

«Πού θέλεις, ρε μ@λάκα» λέει ο συγγραφέας ότι απάντησε στον υδραυλικό -γελάνε στο μεταξύ οι αποκάτω και του κάνουν παρατήρηση να μην χρησιμοποιεί βρωμοκουβέντες σε σοβαρο σταθμό-, «να βρεί λεφτά το κράτος, όταν εσύ, ρε αρxίδι, δεν κόβεις απόδειξη;».

Να συνεχίσω; Δεν νομίζω, ότι χρειάζεται.

Καταλάβατε πολύ καλά τι είναι ο δημοσιογραφικός αυτοματισμός και με ποιο τρόπο αποδίδονται ευθύνες σε ανθρώπους που δεν έχουν ευθύνη για το ρημαδιό μιας χώρας.

Ε, ο ίδιος ακριβώς αυτοματισμός λειτούργησε και στην περίπτωση Κωστόπουλου.

Θεώρησαν όλοι -περισσότερο οι συντηρητικοί δεξιοί, και λιγότερο οι αριστεροί- με αφορμή μία σαχλαμάρα του πρώην εκδότη, ότι αυτός είναι ο βασικός υπεύθυνος για την κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία.

Σαν λύκοι έπεσαν πάνω στο ψόφιο κουφάρι του.

Και τι δεν του έσουρναν, στην προσπάθειά τους να ρίξουν πάνω του όλο το ανάθεμα για την φτώχεια και την κατάντια μας.

Σχολιαστές, αρθρογράφοι, αναλυτές, τηλεπαρουσιαστές, κοσμικογράφοι και κάθε άλλης δημοσιογραφικής καρυδιάς καρύδι ήταν έτοιμοι να κατασπαράξουν τον Πέτρο για την μαλακία που είπε ότι απέβαλε τον βλάχικο μανδύα από την συμπεριφορά των Ελλήνων.

Είπαν τόσα πολλά, που δεν είχαν πει ούτε και εναντίον αυτών που ξεπούλησαν μια ολόκληρη χώρα.

«Μας παρέσυρε σε ένα τρόπο ζωής, ξένο από τα ήθη της ελληνικής κοινωνίας», «Μας πλάσαρε το ψεύτικο και το δανεικό σαν μέσο κοινωνικής καταξίωσης», «Κατέστρεψε μια γενιά νέων παιδιών» ήταν μερικά από αυτά που γράφτηκαν από δημοσιογράφους σε sites ή ακούστηκαν στο ραδιόφωνο από πρωινούς σχολιαστές της επικαιρότητας.

Ήταν φανερό ότι τους είχε κυριεύσει ένα πρωτόγονο μένος εναντίον του.

Η λύσσα με την οποία έδειχναν ότι ήθελαν να σκυλεύσουν το εκδοτικό αυτό πτώμα, που πιθανόν παλιότερα να ήταν και αφεντικό τους ή να ήθελαν να τον είχαν αφεντικό, μου έκαναν προς στιγμή συμπαθητικό έναν άνθρωπο που αντιπαθούσα.

Οι μουτζαχεντίν της κοινωνικής ηρεμίας, αυτοί που τα χρόνια των μνημονίων ήταν εξαφανισμένοι, τον χτυπούσαν αλύπητα με το μαστίγιο του καθωσπρεπισμού.

Οι χαβαλέδες, οι αρπακόλλες και οι τηλεοπτικοί γλίτσουρες, του πρόσφεραν το καρότο της ειρωνείας.

Δεν βάζω μέσα στο παιγνίδι τους χρήστες του Facebook, γιατί αυτοί περνάνε την ώρα τους γράφοντας ή σχολιάζοντας την ανοησία της κάθε ασήμαντης celebrity. Θα άφηναν απέξω την βλακεία του Κωστόπουλου;

Προσπάθησα, λοιπόν, να καταλάβω, τι τους πείραξε και τα έβαλαν μαζί του.

Το πιο περίεργο, βέβαια, είναι ότι αυτοί που αρπάχτηκαν μαζί του, δεν ήταν τα νεαρά παιδιά.

Άλλωστε, τα περισσότερα από αυτά, αποβλακωμένα από τα κινητά και τα κοινωνικά δίκτυα, δεν θα μπορούσαν να αρθρώσουν ένα αντίλογο σε αυτά που είπε ο εκδότης.

Ξέρετε, λοιπόν, ποιοι θίχτηκαν; Οι μεσήλικες.

Ναι, οι μεσήλικες.

Τους έθιξε, φαίνεται, την αριστοκρατική καταγωγή τους.

Και ξέχασαν, οι περισσότεροι, ότι οι γονείς τους άφησαν τα σπίτια τους και τα χωράφια στην επαρχία και μετακόμισαν στα διαμερίσματα μιας άθλιας πόλης που κτίστηκε με το σύστημα της αντιπαροχής του μεγάλου Εθνάρχη.

Τον Κωστόπουλο, τότε, δεν τον ξέρανε ουτε οι συγχωριανοί του. Αυτός, λοιπόν, πρώτος τους ξεβλάχεψε ή ο θείος Καραμανλής;

Τους παρέσυρε -λένε πάντα για τους άλλους, δεν λένε ποτέ για την πάρτη τους- σε ένα τρόπο ζωής ξένο προς τα ήθη της ελληνικής κοινωνίας.

Μπράβο!

Να δούμε, λοιπόν, τι φρούτα κρέμονταν από τα δέντρα του μπαχτσέ των ηθών της μεταπολεμικής επαρχιακής κοινωνίας, και ξερίζωσε με αυτά που έγραφε ένας φαιδρός εκδότης;

Και τι δεν είχε.

Είχε εγκλήματα τιμής για μια γκαστρωμένη αδελφή ή κόρη, που την παράτησαν χωρίς να την παντρευτούν.

Είχε σφαξίματα για ένα οικόπεδο που καταπάτησε κάποιος γείτονας και βεντέτες που κρατούσαν χρόνια μέχρι να φαγωθεί ο τελευταίος της αντίπαλης φαμίλιας.

Είχε επ’ αυτοφώρω συλλήψεις γυμνών κουμπάρων με γυμνές μοιχαλίδες συζύγους και μεταφορά στα τοπικά τμήματα Χωροφυλακής τυλιγμένους με σεντόνια.

Είχε πατεράδες και αδελφούς αιμομίκτες. Κόρες βιασμένες από θείους ή παππούδες, που, για να ξεπλύνουν την ντροπή τους, έρχονταν στην Αθήνα και γίνονταν φτηνές πoυτάνες στα μπoυρδέλα της Φυλή και της Φαβιέρου.

Είχε παζάρια για προίκες κοριτσιών, που τα προξένευαν για να μη μείνουν στο ράφι.

Είχε την ντροπή των πoύστηδων, που τους ήξεραν όλοι στο χωριό, εκτός από τους γονείς τους (Οι λεσβίες την γλίτωναν, γιατί πήγαιναν και κλείνονταν σε μοναστήρια για να κάνουν πλακομoύνι με την ησυχία τους.)

Το περιβόλι των ηθών της ελληνικής κοινωνίας περιλάμβανε και άλλα πολλά καλά φυτεμένα δέντρα.

Και δεν μιλάμε βέβαια για τα καλλωπιστικά της κτηνoβασίας, της ζωοκλοπής ή της ομαδικής μ@λακίας που βάραγαν οι έφηβοι του χωριού.

Μιλάμε για την απέραντη σιωπή που σκέπαζε την φυγή των ανταρτών στις χώρες της πρώην Σοβιετικής ένωσης, τις εξορίες στην Μακρόνησο και την μετανάστευση στην Γερμανία.

Αυτά, λοιπόν, τα ήθη κατέστρεψε ο εκδότης;

Ενοχλήθηκαν οι σχολιαστές, από εφημερίδες, ραδιοφωνικούς σταθμούς ή παρασιτικά sites που έζησαν χρόνια με τραπεζικά δάνεια ή επιχορηγήσεις από το ΚΕΕΛΠΝΟ, για το προμοτάρισμα μιας ψεύτικης ζωής με δανεικά.

Δεν τους ενόχλησε, που οι ίδιες οι τράπεζες παραπλανούσαν τον κόσμο και έδιναν χρήματα που δεν ήτανε δικά τους σε αφελείς και άμυαλους.

«Εσείς βρίσκετε το πού, εμείς το …πώς» έγραφαν οι λεζάντες.

Και φταίει ο Κωστόπουλος, που μας έλεγε μαζί με το πού να πάμε και το πώς να τα φάμε;

«Ξεμυάλισε τα παιδιά μας» τους ακούς να λένε.

Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, τα παιδιά τους, αυτά που ξεμυάλισε ό εκδότης, όταν ήταν στα φόρτε του, είναι οι σημερινοί σαρανταμπούληδες και σαραντομπεμπέκες. Δεν είναι πιά παιδιά.

«Μα τότε, ήταν νέοι» αντιλέγουν. «Τους ξεσήκωνε».

Έτσι, ε; Μήπως και σήμερα, που δεν είναι πιά νέοι, δεν παλιμπαιδίζουν όλη την μέρα στο Facebook στέλνοντας μηνύματα ο ένας στον άλλον ή την άλλη με καρδούλες και ποστάροντας αυτοκόλλητα με αποφθέγματα του Paulo Coelho ή τουριστικές φωτογραφίες με ηλιοβασιλέματα της Σαντορίνης;

Να παραδεχτώ ότι ο Κωστόπουλος τους έκανε πλύση εγκεφάλου, να βγαίνουν έξω τα βράδια και να πηγαίνουν στα bar της παραλιακής, αλλά σήμερα που είναι απένταροι και έχουν -υποτίθεται- ωριμάσει, ο Κωστόπουλος τους λέει να ξημεροβραδιάζονται στα κοινωνικά δίκτυα;

Τους έβαζε, λένε, μέσα από τα περιοδικά του μέχρι και ενδυματολογικούς κανόνες.

Τι λέτε, μωρέ; Χρειάζονταν να διαβάζουν ΚΛΙΚ η NITRO για να μάθουν πώς πρέπει να ντύνεται ένα νέο κορίτσι για να μη δείχνει σαν ξέκωλο από το Αιγάλεω, αλλά σαν ξέκωλο από το Ψυχικό;

Δεν έβλεπαν στα κοσμικά ρεπορτάζ της τηλεόρασης πώς ήτανε ντυμένη, μια εκλεγμένη από τον ίδιο τον αλάνθαστο λαό βουλευτής του, η ωραία Έλενα Ράπτη;

Δεν μπορεί. Σίγουρα θα την είχαν να δει να κάθεται στις πεζούλες της Μυκόνου ή να έπινε τον καφέ της στα καφενεία του νησιού.

«Όχι, δεν είναι μόνο τα στιλιστικά θέματα» ισχυρίζονται οι πιο σοβαροί από τους επικριτές.

«Αυτά δεν έχουν και πολύ αξία. Ο Κωστόπουλος είναι ο βασικός υπεύθυνος του ηθικού αμοραλισμού. Κατέστρεψε τα κορίτσια μας. Τα συμβούλευε, ακόμη και όταν είχε φτάσει στα εξήντα του, πώς να συμπεριφέρονται έξυπνα για να ρίξουν έναν λεφτά άντρα. Έγραφε, στα άρθρα του ότι η σωστή γυναίκα πρέπει να ξέρει, πότε να πουλάει μαγκιά για να κάνει καριέρα, πότε να σαχλαμαρίζει για να την βρίσκει με τις κολλητές της, και πότε να κάνει τα γλυκά μάτια στο σωστό άντρα για να τον τυλίξει . Ήθελε την γυναίκα σε ρόλο αδίσταχτης γατούλας».

Μπράβο, τα έγραφε.

Ε, και; Ήταν ανάγκη να καθίσουν, να διαβάσουν τι έγραφε;

Δεν έβλεπαν, νομίζετε, το τσαμπουκαλεμένο ύφος της Καιλή, όταν τα έχωνε στον Τσίπρα της τότε αντιπολίτευσης;

Δεν έμαθαν, από σοβαρές εφημερίδες, πώς ένα νέο κορίτσι κατάφερε να μπει στη Βουλή από τα τριάντα της, χωρίς να έχει ποτέ δουλέψει ή να λέει ειδήσεις, έχοντας τελειώσει ένα εργαστήρι ελευθέρων σπουδών, και να την πληρώνει με δεκάδες χιλιάδες Ευρώ το μήνα ένα καταχρεωμένο κανάλι;

Πόση παραπάνω μαγκιά να διδάξει, λοιπόν, ένας Κωστόπουλος;

Χρειάζονταν να τους πει, ο εκδότης εννοείται, πώς να βρουν τον άντρα των ονείρων τους και τι προσόντα πρέπει να έχει;

Δεν αρκούσαν οι γονείς, που χρόνια εκπαιδευμένοι από τις ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60 και του ’70, έλεγαν στα κορίτσια τους να περιμένουν το πριγκιπόπουλο;

Οι πιο προσγειωμένες, βέβαια, από τις μανάδες συμβούλευαν τις κόρες τους να μην πάρουν, απλά κανένα άφραγκο . Ή, εάν είναι άφραγκος, να είναι σπουδαγμένος για να έχει μέλλον.

Τι ονειρευόταν, λοιπόν κάθε κορίτσι; Αυτό που του είχαν δασκαλέψει οι ίδιοι οι γονείς του να ονειρεύεται.

Τον άντρα αφέντη και πρίγκιπα.

Τα πράγματα, μπορεί να άλλαξαν από την εποχή των γονιών τους. Βασιλιάδες σήμερα δεν υπάρχουν. Υπάρχουν, όμως, επιχειρηματίες.

Υπάρχουν, ακόμη, και γόνοι ευπατρίδων, εφοπλιστών η ευεργετών, που κληρονόμησαν περιουσίες χωρίς να έχουνε ποτέ δουλέψει.

Οι τελευταίοι κάνουν για κακομαθημένα πλουσιοκόριτσα ή τηλεπερσόνες αριβίστριες.

Για τα κορίτσια του λαού, άλλοι άντρες είναι οι κατάλληλοι.

Είναι οι νικητές στον σκληρό παιγνίδι του αχαλίνωτου επιχειρηματικού φιλελευθερισμού.

Είναι ένα από τα αυτοδημιούργητα παιδιά της αριστείας, που στα τριάντα τους φτιάχνουν μια εταιρεία που διαχειρίζεται ένα δημόσιο αγαθό, κάνουν κατάχρηση καμία εκατοστή εκατομμύρια, στον χρόνο πάνω βγαίνουν από την φυλακή -με την νομική υποστήριξη δικηγόρου υπουργού- και στο φινάλε της ιστορίας την σκαπουλάρουν με ποινή δέκα χρόνια με αναστολή.

Καμιά φορά δεν χρειάζονται χίλιες λέξεις για να περιγράψουν αυτό που έδειχναν οι φωτογραφίες- και δεν εννοώ την παραπάνω, για να μην φανεί ότι δυσφημώ μια μαχόμενη πολιτικό που την έχουμε ανάγκη- από το τέλος μιας εποχής.

Αρκούν τέσσερεις: Εριστική-σαχλογκόμενα με απατεώνα-καγκουρογιάπη.

Είναι παιδιά του Κωστόπουλου, λένε, τα σημερινά ανθρώπινα ερείπια της απόγνωσης για το μέλλον και της κατάθλιψης από την αδυναμία να επαναλάβουν την ζωή που έζησαν.

Όχι, δεν είναι παιδιά του Κωστόπουλου.

Είναι παιδιά νοικοκυραίων, τα οποία οι γονείς τους τα είχαν φορτώσει στις γιαγιάδες τους.

Σε μια τηλεόραση μπροστά μεγάλωσαν. Στόλιζε το σύνθετο του σαλονιού μαζί την αγορασμένη με δόσεις εγκυκλοπαίδεια, που ποτέ δεν είχαν ανοίξει.

Τρείς με τέσσερις ώρες την ημέρα τηλεόραση -δεν θέλει και περισσότερο- είναι αρκετές για να καεί τελείως ο εγκέφαλος ενός νέου ανθρώπου.

Καθημερινά σήριαλ, με γυναίκες που τσιρίζουν η ουρλιάζουν, φτάνουν και παραφτάνουν για να γίνεις μια νέα Ντορέτα Παπαδημητρίου η Μαρία Σολωμού. Δεν χρειαζόταν ο Κωστόπουλος.

Τα μοντέλα- βιζιτούδες και οι γυμναστές-ζιγκολό, πολύ πριν φωτογραφηθούν στα περιοδικά του εκδότη, είχανε παρελάσει από τα πρωινάδικα των καναλιών. Από εκπομπές που είχαν πάρει, με το ίδιο τους το μoυνί, αστοιχείωτες τηλεπερσόνες.

Την ξανθιά μεγαλομπεμπέκα, με τις τάχα αφελείς απορίες, ο Κωστόπουλος την έβαλε στα σπίτια μας;

Η τηλεόραση, λοιπόν, ήταν το πνευματικό παραισθησιογόνο της γενιάς του Κωστόπουλου. Όχι, ο εκδότης.

Τα σημερινά νέα παιδιά, καλώς η κακώς, η τηλεόραση δεν μπορεί να τα καταστρέψει. Και ούτε, πάλι, ο Κωστόπουλος.

Μπορούν να καταστραφούν από μόνα τους, χάρη στο Facebook, το Instagram και τις εφαρμογές των κινητών.

Κάθε καλά οργανωμένη συμμορία έχει τον αρχηγό, τους εκτελεστές, το βοηθητικό προσωπικό και τον κωμικό της για να τους κάνει να περνάνε καλά.

Οι μαφιόζοι είχαν τον Τόνι Σοπράνο.

Ο εκδότης, που σήμερα όλοι χλευάζουν, ήταν ένας από τους κωμικούς της συμμορίας του φιλελευθερισμού που επέλασε όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Μια συμμορία που στο διάβα της κατέστρεψε την παιδεία και τον πολιτισμό.

Μα μιλάς με νέο παιδί, λένε, και δεν ξέρει να σου πει τι είναι ο Σολωμός: «Είναι ψάρι» σου απαντάνε.

Και φταίει για αυτό ο Κωστόπουλος; Και δεν φταίει ο γονιός, που δεν έχει ασχοληθεί ποτέ μαζί του;

Γιατί ξέρουν, νομίζετε, οι νέοι Εγγλέζοι ποιος είναι ο Laurence Olivier; Σε ρωτάνε, σε ποια ομάδα παίζει.

Την απόγνωση και την κατάθλιψη μιας κοινωνίας, δεν είναι σε θέση να την προκαλέσει ένας διασκεδαστής εκδότης.

Την σπέρνουν οι οικονομικοί δολοφόνοι του κοινωνικού κράτους σε ακαλλιέργητους πνευματικά λαούς.

Αφού, προηγούμενα, έχουν φροντίσει να μειώσουν τις αντιστάσεις, που μπορεί να προβάλλει η πολιτική συνείδηση των ανθρώπων.

Κι αν στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο φτάνει μόνο το ηρεμιστικό της κατανάλωσης, στην πατρίδα μας αυτό δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται και ένα συμπληρωματικό cocktail θρησκευτικής και πατριωτικής έκστασης.

«Αριστεία, Ανταγωνισμός, Κατανάλωση» είναι το σύγχρονο ευρωπαϊκό αντίδοτο, που χορήγησε ο φιλελευθερισμός σε χαπάκια, για να εξαφανίσει τους ιούς της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης.

«Πατρίς, θρησκεία, κατανάλωση» είναι το ανάλογο αντίδοτο για μια χώρα που το Σύνταγμα της ξεκινά με τον Πατέρα, τον Γιό και το Άγιο πνεύμα. Και για φιλάνθρωπους επιχειρηματίες το «Πατρίς, θρησκεία, επιχείρηση».

Το αποσυρμένο, από την κυκλοφορία στην αλλοδαπή, ναρκωτικό χαρμάνι θρησκείας και πατρίδας δεν καταπραΰνει μόνο την πολιτική συνείδηση. Αποχαυνώνει τελείως τους χρήστες.

Ο Πέτρος, μπορεί να πλάσαρε μοντέλες, να προμόταρε μαγαζιά ή να έγραφε εξυπνάδες, αλλά, τουλάχιστον, διακινητής θρησκευτικού πατριωτισμού δεν ήτανε.

Ένα απλό βαποράκι του φιλελευθερισμού ήτανε. Και πέσανε πάνω του να τον φάνε όλοι οι τζιχαντιστές της κοινωνικής ορθότητας.

Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν ούτε Wolfgang Schäuble ούτε Cristine Lagarde, για να σκορπίσει την κατάθλιψη σε αποβλακωμένους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πολίτες.

Τα χρόνια, τα πραγματικά δύσκολα, δεν πάθανε κατάθλιψη όλοι αυτοί που βίωσαν τις στερήσεις και τη πείνα μιας Κατοχής, έζησαν σε εξορίες, κυνηγήθηκαν από το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς.

Να καταλάβω, σήμερα, την κατάθλιψη του άνεργου ή του οικογενειάρχη που έχασε την δουλειά του.

Να καταλάβω, και την κατάθλιψη του σπουδαγμένου νέου που δεν βρίσκει δουλειά.

Αλλά να ζητάνε τα ρέστα από τον Κωστόπουλο γιατί έχουν πέσει σε κατάθλιψη οι φελλοί που δεν μπορούν να ακούσουν τον Ρέμο η να αγοράσουν μια Louis Vitton;

Έφτασε, όλους αυτούς τους κήνσορες, να τους ενοχλεί που σπουδάζει την κόρη του σε ξένο Πανεπιστήμιο.

Δεν τους πειράζει, που πλασάρει το παιδί του από τα δεκαέξι του σα μοντέλο, όπως παλιότερα πλάσαρε την γυναίκα του, και τους κόφτει που βρίσκει χρήματα ένας φαλιρισμένος επιχειρηματίας και πληρώνει τα δίδακτρα.

Μπορεί να τα βρίσκει, εκεί που τα βρίσκουν αρκετοί άλλοι χιλιάδες πατριώτες. Από κάποια ξένη τράπεζα, στην οποία τα κατέθεσε μαζί με χιλιάδες άλλους, όταν ένας διοικητής κεντρικής τράπεζας έσπερνε τον πανικό.

Για αυτούς, τους χιλιάδες που τα έβγαλαν έξω, είπαν τίποτα; Έγραψαν τίποτα;

Όχι, για αυτούς και τον Διοικητή, δεν βρήκαν τίποτα να γράψουν. Έγραψαν μόνο για αυτόν, που δημοσίευσε τα ονόματα τους: ότι παραβίασε τα προσωπικά δεδομένα.

Και τους μάρανε , ύστερα, ο Κωστόπουλος, που βρήκε λεφτά για τα παιδιά του;

Ο Πέτρος Κωστόπουλος είναι ένα κοινωνικά απαξιωμένο πρόσωπο, ένας οικονομικά χρεωκοπημένος επιχειρηματίας και ένας ηλικιακά μεγάλος άνθρωπος.

Δεν έχει πολλά περιθώρια να ξαναφτιάξει μόνος του την ζωή.

Αυτοί που τον κατακρίνουν, ξέρουν ότι σήμερα βρίσκεται σε αδύναμη θέση.

Δεν βλέπουν, νομίζετε, ότι τα τελευταία χρόνια, βολοδέρνει στην τηλεόραση από εκπομπή σε εκπομπή;

Ο άνθρωπος, που από τις στήλες των περιοδικών του όλα τα έσφαζε και τα μαχαίρωνε, έφτασε να νταραβερίζεται σε πρωινάδικα με μαγείρισσες και καφετζούδες, να πηγαίνει να κάνει το dj σε νυχτερινά μαγαζιά, να αναγκάζεται -σε ηλικία που άλλοι βγάζουν τα εγγονάκια τους βόλτα στο πάρκο- να κάνει delivery sandwiches σε executives γραφείων του Κολωνακίου.

Είναι αισχρό και ανήθικο να χτυπάς με αστείες ηθικολογίες έναν άνθρωπο, που για να συντηρήσει την ύπαρξή του, αναγκάζεται να βγαίνει και μιλάει σε μια εκπομπή σκουπίδι.

Ενός Φουρθιώτη, που κάποτε μπορεί ο Πέτρος να ξέσκιζε με την φάτσα που έχει.

Ακόμη και οι πυγμάχοι, στα ρινγκ πάνω, τον πεσμένο αντίπαλο τους τον σέβονται.

Δεν προσπαθούν να τον αποτελειώνουν, όταν ο διαιτητής τους έχει κατακυρώσει τον γύρο.

Και είναι ακόμη πιο αισχρό να προσπαθείς να γελοιοποιήσεις ένα άνθρωπο, όσο γελοίος και να είναι.

Πρέπει να έχουν πολλά απωθημένα δημοσιογράφοι, παρουσιαστές και χρήστες κοινωνικών δικτύων για να βγάζουν τέτοια χολή απέναντι σε ένα ξεπεσμένο από κάθε άποψη πρόσωπο.

Θα πρέπει να είχε κάτι παραπάνω ο Κωστόπουλος, που αυτοί δεν είχαν ή δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν.

Γυναίκες, βόλτες με σκάφη, πάρτι με χλιδάτους τύπους, gourmet απολαύσεις, πούρα και άλλα πολλά που χάρηκε ή και χαίρεται ακόμη ο Κωστόπουλος, ίσως ήταν, κατά βάθος, και οι δικές τους κρυφές επιθυμίες.

Μπορεί, ποιος ξέρει, να ζηλεύουν την ικανότητα του να είναι αρεστός σε παρέες, έστω και σαν διασκεδαστής, ενώ αυτούς τους σιχαίνονται ακόμη και να τους βλέπουν.

Αυτοί, οι δημοσιογράφοι και οι τηλεπαρουσιαστές κυρίως, που σήμερα τον χλευάζουν, ξέρουν ότι ο Πέτρος Κωστόπουλος είναι ένας, μάλλον, έξυπνος άνθρωπος -αφού δέκα χρόνια μετά την πτώση του εξακολουθεί να απασχολεί τόσους ανθρώπους- και ένας, εμφανισιακά, όμορφος άντρας, που κρατιέται μια χαρά για την ηλικία του.

Βαθιά μέσα τους γνωρίζουν, ότι για αυτούς τους ίδιους, όταν κάποτε φύγουν από την πιάτσα, κανένας δεν θα ασχοληθεί.

Και όσο για τις άμυαλες γκόμενες, που λένε ότι μόνο κάτι τέτοιες τον θαυμάζουν, ένα είναι σίγουρο. Και μυαλωμένες να΄ ‘τανε, δεν θα γούσταραν ποτέ ένα κομπλεξικό πατσοκοιλιά δημοσιογράφο ή έναν θλιβερό αριστερό αρθρογράφο.

Θα προτιμούσαν ένα φαιδρό πρώην εκδότη με κοιλιακούς.

Τον Πέτρο Κωστόπουλο, προσωπικά, μπορεί να μην τον γουστάρω καθόλου σαν τύπο.

Μου προκαλεί αηδία, αλλά δεν με τρομάζει.

Με τρομάζουν οι κήνσορες του λούμπεν καπιταλισμού και οι μουλάδες της αριστερής ηθικής.

Είναι οι λύκοι της ελληνικής κοινωνίας.

Γ.Κ.

(Αγαπητέ φίλε, η δαιμονοποίηση προσώπων και ο κανιβαλισμός είναι πολύ της μόδας στην Ελλάδα μετά την χρεοκοπία της χώρας. Αφού δεν αποδόθηκε Δικαιοσύνη για την χρεοκοπία της χώρας με το να οδηγηθούν στο δικαστήριο οι πολιτικοί υπεύθυνοι, οι Έλληνες το έριξαν στην ανθρωποφαγία και στο ανάθεμα. Θυμάμαι καλά τα άπειρα άρθρα το 2010-11 πως όλα τα κακά της Ελλάδας ξεκίνησαν επί Ανδρέα Παπανδρέου. Δηλαδή, ο Ανδρέας Παπανδρέου έφταιγε για όλα. Μετά, είχαμε το φιλελέ αφήγημα πως ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη εξαιτίας του Λάκη Λαζόπουλου, ο οποίος μάγεψε και εξαπάτησε τους Έλληνες. Αυτό το αφήγημα -περί Λαζόπουλου- πάει σετάκι μαζί με το άλλο φιλελέ αφήγημα πως όλα ήταν τέλεια στην Ελλάδα μέχρι που έγινε πρωθυπουργός ο Τσίπρας. Είναι τόση η ηλιθιότητα που δεν παλεύεται. Η ατάκα του Πέτρου Κωστόπουλου πως ξεβλάχεψε πολύ κόσμο, μάλλον ενόχλησε επειδή είναι αλήθεια. Ποιος δεν θυμάται τους πρώτους πασόκους με τα μούσια και τα μουστάκια; Και οι γυναίκες είχαν μουστάκια στο ΠΑΣΟΚ. Ήρθε ο Κωστόπουλος με τα περιοδικά του και τους έμαθε να ξυρίζονται, να ντύνονται, να πλένονται, και να αλλάζουν και κάνα σώβρακο πού και πού. Μάθανε κι οι γυναίκες να το ξυρίζουν και πάψανε επιτέλους να κυκλοφορούν με το πράμα τους σαν καταΐφι. Κακό είναι αυτό; Επίσης, τους έμαθε πως είναι ωραία φάση να γ@μάς και πως δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι. Κι εμένα δεν μου είναι συμπαθής ο Κωστόπουλος αλλά τουλάχιστον είναι κάπως ευγενής. Έφαγε το κράξιμο του αιώνα και δεν μπήκε στην διαδικασία να βρίζει τον έναν και τον άλλον. Σεβάστηκε και αυτά που έζησε στο παρελθόν με κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι τον κατηγορούσαν και τον έβριζαν, λες και ήταν δολοφόνος. Το ότι απέτυχε οικονομικά ο Κωστόπουλος -μετά από κάποιο σημείο- δεν σημαίνει κάτι. Αυτό μπορεί να συμβεί σε κάθε άνθρωπο. Και στο κάτω-κάτω, αν δεν σου αρέσουν κάποια περιοδικά, κάνε εσύ ένα καλύτερο. Αλλά οι Έλληνες δεν θέλουν να κάνουν κάτι δημιουργικό. Θέλουν να λένε τι δεν τους αρέσει. Και δεν τους αρέσει τίποτα και κανένας. Ρωτάς ανθρώπους που κατηγορούν τα πάντα να σου πουν τι και ποιος τους αρέσει, και παθαίνουν κοκομπλόκο. Δεν ξέρουν τι να πουν. Αγαπητέ φίλε, εμένα μου την δίνουν κάτι αριστεροί, που και καλά είναι προοδευτικοί αλλά, βασικά, είναι ταλιμπάν και χωροφύλακες. Αν δεν ήταν οι φιλελέδες -που είναι πιο γελοίοι και από τους αριστερούς- η Δεξιά θα έκανε περίπατο. Να είστε καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.