Υπάρχει πάντα Ελπίδα!

Γεννιέσαι σε μία ξένη χώρα, και καταλήγεις στα πρώτα σου παιδικά βήματα ως μπόμπιρας, να μιλάς μία ξένη γλώσσα ως «μητρική».

Πριν προλάβεις να μάθεις γραφή και ανάγνωση, βρίσκεσαι ξανά μετανάστης στη χώρα των γονιών σου, παλεύοντας να μάθεις την μητρική σου γλώσσα, ενώ δυσκολεύεσαι να ξεχάσεις ότι έχεις μάθει σε μία άλλη γλώσσα.

Λίγο μετά τη στρατιωτική θητεία, αγανακτισμένος από την βρωμιά των Ελλήνων εργοδοτών και των περιορισμένων δυνατοτήτων που σου προσφέρει η πόλη σου έναντι της μητροπολιτικής Αθήνας, αποφασίζεις ως νέος στη δεκαετία του ’90 να γνωρίσεις ξανά την χώρα που άφησες ως μπόμπιρας.

Ένας παιδικός φίλος βρίσκεται ήδη εκεί, και σε καλεί.

Κωμόπολη νότιας Γερμανίας, με πληθυσμό 85 χιλιάδες κατοίκους και φοιτητούπολη.

Περιπέτεια από το πρώτο βράδυ.

Βρίσκεσαι σε εργατικές κατοικίες του ’60, που τα τοιχώματα τους είναι δύο πλάκες χοντρής γυψοσανίδας με μηδέν μόνωση.

Οι Ιταλοί γείτονες είναι από τη Σικελία, και μπουκάρουν το βράδυ πιωμένοι και με τσαμπουκά στο δωμάτιό σας, χωρίς να γνωρίζεις το γιατί.

Η ώρα είναι ακόμη 9 το βράδυ, αλλά παραπονιούνται για την ένταση της μουσικής. Η ένταση χαμηλώνει κι άλλο και η φασαρία τελειώνει εκεί.

Ξεκινάς να εργάζεσαι σε εργοστάσιο πενθήμερη πρωινή βάρδια 7 με 4, και βλέπεις ότι η βαριά σωματική εργασία δεν έχει εκλείψει σε μία εταιρεία που ξεκίνησε το 1921.

Μετακινείς σκουριασμένα καρότσια για μεταφορά υλικών με τα χέρια για δεκάδες μέτρα καθημερινά, ακόμη και σε ανηφορικές ράμπες, και τον υπόλοιπο χρόνο χειρίζεσαι μία μηχανή με φωτοκύτταρα που πρέπει συνεχώς να επιβλέπεις την ροή του υλικού, ενώ παράλληλα το κατευθύνεις με το χέρι.

Καλώς ήρθατε στη χώρα της τεχνολογίας και των μοντέρνων σκλάβων.

Σε καλούν για υπερωρίες που ξεκινούν στις 3 τα ξημερώματα το Σάββατο, γιατί οι λούμπεν συνάδελφοί σου, ανακάλυψαν τάχα τον τρόπο για να κάνουν αρπαχτή με την προσαύξηση του επιδόματος νυχτερινής εργασίας μέχρι της 6 το πρωί, καταστρέφοντας κάθε βιολογικό τους ρολόι.

Παρά την καθημερινή σωματική κούραση, με καθημερινή επίμονη εξάσκηση, σε μισό χρόνο μιλάς αρκετά την γλώσσα, έχοντας μόνο μία αυτοδίδακτη μέθοδο μαζί σου, σε μία εποχή που το διαδίκτυο ήταν πολυτέλεια ακόμη και για την Γερμανία.

Επιτέλους, μπορείς να διαπραγματεύεσαι στη νέα γλώσσα, τις υπερωρίες σου ξεχωριστά από τους υπόλοιπους, και αποκτάς ένα ποιοτικότερο Παρασκευοσαββατοκύριακο, μακρυά από εργασιομανείς Γερμανούς και λούμπεν μετανάστες.

Γνωρίζεις ανθρώπους της ηλικίας σου, κυρίως φοιτητές από κάθε γωνιά του πλανήτη, και επιτέλους αποκτάς πνευματική ζωή, ανταλλάσσοντας πληροφορίες και απόψεις για τις κουλτούρες σας, αντί να παριστάνεις το Greek καμάκι που δεν έχει πάρει χαμπάρι ότι οι Γερμανίδες δεν σου χαμογελούν επειδή περνιέσαι για ωραίος, αλλά από τυπική ευγένεια.

Όχι, ότι δεν αφήσανε και αυτοί το στίγμα τους, αλλά μου προκαλούσανε γέλια, όταν έβλεπα να φλερτάρουν, χωρίς να γνωρίζουν καν την γλώσσα ή κάνοντας γκριμάτσες τύπου Βέγγου.

Ερωτεύτηκα παράφορα μία μιγού, και είδα ό,τι αστεράκι κυκλοφορούσε σε φαντεζί απόχρωση!

Μπορεί να ήμασταν συνεχώς μαζί επί μέρες, αλλά και πάλι δεν χόρταινα να μυρίζω το άρωμα της επιδερμίδας της.

Δεν μου είχε ξανασυμβεί, και δεν μου ξανασυνέβη. Σκέτο ναρκωτικό!

Ωριμάζεις ως νέος, και οι ερωτικές σχέσεις σε διαμορφώνουν και κοινωνικά.

Αναζητάς το νόημα της ευτυχίας χωρίς πολυτέλειες, ενώ παρατηρείς τους πάντες τριγύρω σου να τρέχουν σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια για του αφέντη το φαΐ.

Μπορεί να μην κέρδιζα πολλά χρήματα, όπως άλλοι Έλληνες που κυνηγούσαν νυχτερινές βάρδιες και θέσεις εργασίας σε μεγάλες βιομηχανίες για περισσότερα χρήματα, αλλά ένιωθα πλήρης ψυχολογικά ως νέος με τις νέες εμπειρίες της πολυπολιτισμικής κοινωνίας που ανοιγόταν μπροστά μου.

Η ειρωνεία είναι ότι, επί μία πενταετία, δεν είχα νιώσει καμία ανάγκη για να φλερτάρω Ελληνίδα.

Ήδη, είχα ξεφύγει από τα εργοστάσια και βρισκόμουν στον παραϊατρικό κλάδο ως βοηθός εργαστηρίου, και οι συνθήκες ήταν τόσο διαφορετικές, που πίστευα ότι ήμουν αρκετά τυχερός.

Έρχεται όμως η στιγμή, που θέλεις πλέον να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι είσαι καλύτερος από ένας απλός βοηθός, και, ενώ έχεις πάρει την έγκριση επιδότησης του γερμανικού κράτους για θέση μαθητείας, σου παίζει πoυστιά ο εργοδότης γερμανός, γιατί βασίστηκες σε «προφορική συμφωνία» μαζί του.

Η θέση μαθητείας που περίμενες με λαχτάρα στα εικοσιπέντε σου, έχει χαθεί.

Και μαζί της η ευκαιρία να μαθητεύσεις δίπλα στον καλύτερο γνώστη του επαγγέλματος -Έλληνα- που βραβεύτηκε μετέπειτα από την γερμανική επαγγελματική ομοσπονδία του κλάδου.

Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα· άλλη μία «προφορική συμφωνία» χαμένη.

Από τότε, δεν επέτρεψα ποτέ ξανά στον εαυτό μου να αποδέχεται παθητικά τις «προφορικές υποσχέσεις» που αθετούσαν. Τις άκουγα και ετοιμαζόμουν για αντεπίθεση.

Ήταν η πρώτη μου νομική διεκδίκηση για εργασιακή αποζημίωση, και παράλληλα πόλεμο νεύρων, με ό,τι τρόπο μπορούσα να «πληγώσω» οικονομικά έναν αλαζονικό Γερμανό εργοδότη.

Το μόνο που θα πω είναι ότι, ενώ ο δικηγόρος μου κατέβαζε το ποσό της αποζημίωσης τάχα για να βρεθεί συμβιβαστικό ποσό, μετά από έξι μήνες ανακάλυπτα και την φιλική, και την επαγγελματική σχέση που είχε ο δικηγόρος μου με τον εργοδότη μου.

Μικρό χωριό, μικρή κωμόπολη, μικρός που είναι ο κόσμος.

Αφαίρεσα κάθε εξουσιοδότηση από το δικηγόρο μου και διεκδίκησα μόνος μου το αρχικό ποσό -και ακόμη περισσότερα-, ενώ μετρούσε ήδη «ζημίες» επαγγελματικά, λόγω προσωπικής μου απουσίας από τη θέση εργασίας.

Τα πλήρωσε και είπε και ένα τραγούδι, μαζί με το φίλο του και δικηγόρο «μου».

Παρά την πικρή αυτή εμπειρία απώλειας θέσης μαθητείας που δύσκολα θα ξανάβρισκα, φάνηκα τουλάχιστον τυχερός, έχοντας γνωρίσει έναν Έλληνα «δάσκαλο ζωής» και δάσκαλο τέχνης σε αυτό το εργαστήριο.

Ένας άνθρωπος που, ενώ είχε μεγαλώσει και σπουδάσει στην Ελλάδα, έμαθε να ανοίγει δρόμους ως μετανάστης, ακόμη και μέσα από δύσκαμπτους κοινωνικά και επαγγελματικά Γερμανούς.

Σχολείο ζωής που δεν θ΄ άλλαζα με καμία καλοπληρωμένη θέση.

Είχα ήδη κερδίσει το λαχείο.

Η επαγγελματική μου πορεία δεν εξελίχτηκε όπως ήθελα, αλλά οι εμπειρίες της ζωής μου συνέχιζαν να είναι μοναδικές μέσα από διαφορετικά επαγγέλματα, αν αναλογιστώ ότι πολλοί μετανάστες δεν γνώρισαν τίποτα άλλο, πέρα από μία θέση ρουτίνας και σκλαβιάς σε ένα εργοστάσιο.

Ακόμη και ως οδηγός, έζησα συγκλονιστικές στιγμές.

Ξέρεις τι σημαίνει να μεταφέρεις με τα ίδια σου τα χέρια, την ειδική παγοκύστη με τη καρδιά ενός παιδιού μέσα που μόλις έχεις παραλάβει από το χειρουργείο, όπου κάποιοι γονείς χάσανε κάθε ελπίδα για το παιδί τους κι όμως είχαν υπογράψει για δωρεά οργάνων, και να φτάνεις ξημερώματα μετά από μία οδήγηση υπό καταρρακτώδη βροχή σ΄ ένα άλλο νοσοκομείο, όπου περπατώντας τα τελευταία μέτρα αντικρίζεις το βλέμμα αγωνίας των γονιών ενός άλλου παιδιού να καρφώνεται σε αυτό που κρατάς, όση ώρα περιμένουν την ελπίδα για μία δεύτερη ευκαιρία ζωής;

Υπάρχει πάντα ελπίδα, γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία!

Επέστρεψα στην Ελλάδα σχεδόν 30 ετών, ώριμος όσο ποτέ, και έτοιμος να διεκδικήσω την αυτονομία μου επαγγελματικά.

Δυστυχώς δεν εξελίχθηκε όπως ήθελα, παρά τον νέο αέρα συμπεριφοράς που έφερα μαζί μου.

Βλέπεις, ο πελάτης Έλληνας δεν είχε αλλάξει.

Βλέπεις ο λούμπεν Έλληνας δεν είχε αλλάξει.

Βλέπεις ο εκβιαστής Έλληνας δεν είχε αλλάξει.

Αντί να ξαναφύγω εγκαίρως, η λησμονιά που ένιωσα για την μητρική μου γλώσσα και τα όσα δεν είχα την ευκαιρία να χαρώ από την ελληνική φύση και καλοκαίρια της, ήταν πλέον αρκετά δυνατά για να με κρατήσουν, ακόμη και αν αναγκάστηκα να εργασθώ κάτω από απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, αλλά και εργοδοτικής συμπεριφοράς.

Αλλά κάποιοι θα με θυμούνται για πάντα.

Μάλλον αποτελώ εξαίρεση για τα ελληνικά δεδομένα, αν αναλογισθεί κανείς ότι έχω αναγκάσει, οκτώ εργοδότες Έλληνες -από ΑΕ μέχρι και πολυεθνική τουριστική- να πληρώσουν αποζημιώσεις που άλλοι απλώς απορούσαν με το τρόπο που τα διεκδικούσα.

Μπορεί να μην ήμουν συνδικαλιστής, αλλά το εργασιακό και αστικό δίκαιο, το διάβαζα από την εποχή που η κοπελιά μου έδινε εξετάσεις Νομικής στην Ελλάδα, και, ενώ δεν μπορούσε να καταλάβει την ανάλυση από βοήθημα βιβλίου καθηγητή Νομικής, εγώ της εξηγούσα τι εννοούσε με παραδείγματα.

Είναι αυτό που λένε, άλλος έχει το όνομα και άλλος τη χάρη.

Θυμάμαι και γελάω, που εκείνο τον καιρό με πείραζε για μία διεκδίκηση εξτρά αποζημίωσης 1,5 εκατομμυρίου δραχμών για έξι μήνες τουριστικής εργασίας, λέγοντάς μου «ονειρεύεσαι ξύπνιος».

Μόλις πήρα τη δίγραμμη επιταγή με το ίδιο ποσό στο όνομά μου, απλά την κρέμασα στο καθρέπτη του μπάνιου, για να τη δει όταν θα σηκωνόταν το πρωί, με τη φράση γραμμένη στο καθρέπτη «Ονειρεύομαι κυρίως ξύπνιος».

Με τα πολλά, πάτησα τα 40, και παρότι είχα μόλις αποκτήσει πτυχίο τεχνικού, παρότι η βράβευση από το υπουργείο Παιδείας ήταν στα χέρια μου, βρέθηκα μπροστά στο ελληνικό θαύμα της κρίσης.

Ο τεχνικός κλάδος, κατέρευσε αλυσιδωτά, και σίγουρα δεν θα μπορούσα εγώ να επιβιώσω με ελάχιστη εμπειρία, όταν την ίδια ώρα στη γειτονιά μου, επαγγελματίας 25ετίας με 3 άτομα δηλωμένο προσωπικό, αναγκάστηκε να κλείσει τα βιβλία του.

Ακόμη και η εξτρά εργασία που έκανα επί 5 έτη, παράλληλα, ως βοηθός τεχνικός σε άλλο κλάδο, και συνεργαζόμενος με πολλά κεντρικά καταστήματα της αγοράς, δεν ήταν ικανή πλέον να με συντηρήσει βιοποριστικά.

Ήταν Οκτώβριος του 2010 που άνεργος σχεδόν επί 9 μήνες, δεν είχε χτυπήσει το τηλέφωνο.

Η Ελλάδα άλλαζε και ήδη φεύγανε αρκετοί από τηΝ πόλη μου.

Έμεινα μέχρι το 2011 τον Μάιο και έζησα όλα τα κινηματικά αντιμνημονιακά μέτωπα, συμμετέχοντας στο πρώτο που δημιουργήθηκε πανελλαδικά, όπου -και ως οργανωτής- αφιερώθηκα ψυχή και σώμα, έχοντας για πρώτη φορά καταλάβει πόσο πολύ βαθιά είναι η σαπίλα στην Ελληνική κοινωνία.

Άλλη μία εμπειρία ζωής, που με ωρίμασε πολιτικοκοινωνικά, αλλά από τις πιο δυσάρεστες, όταν έβλεπα ακόμη και στο οικογενειακό μου περιβάλλον να πέφτουν χαμηλά άνθρωποι για οικονομικά θέματα.

Το ποτήρι μου ξεχείλιζε πλέον και συναισθηματικά.

Ο κύβος ερίφθη, το αεροπορικό εισιτήριο κόπηκε με προορισμό μία χώρα που είχα φύγει πριν 15 χρόνια, με 900 ευρώ στην τσέπη, και έχοντας δώσει για απόσυρση το μοναδικό αυτόκινητο που είχα ως ιδιοκτησία στη ζωή μου.

Να ‘σου λοιπόν μία ηλιόλουστη μέρα, αρχές Μαίου του 2011, στο μπαλκόνι του σπιτιού μου, και να σκέφτομαι ότι στα 43 μου, έπρεπε για 2η φορά να φύγω από την Ελλάδα μετανάστης, χωρίς αυτό να είναι δική μου επιλογή αυτή τη φορά, αλλά καθαρός εξαναγκασμός.

Απογοητευμένος, αλλά και θυμωμένος.

Απογοητευμένος, γιατί ποτέ δεν πίστευα ότι μπορεί να είμαστε τόσο αλαζονικός λαός.

Θυμωμένος με τον εαυτό μου, γιατί δεν απομακρύνθηκα εγκαίρως από ανθρώπους που τίμησα και σεβάστηκα περισσότερο από όσο άξιζαν.

Προσγειώθηκα κοντά στα σύνορα Γαλλίας-Γερμανίας, και με το τρένο έφτασα σε μία άγνωστη κωμόπολη, για να εργαστώ σε εστιατόριο χωρίς να γνωρίζω κανέναν, έχοντας απλά μία τηλεφωνική «προφορική υπόσχεση» για πρόσληψη και κατάλυμα, από έναν άγνωστο ιδιοκτήτη δύο εστιατορίων.

Εδώ αστερίσκος* «προφορική υπόσχεση» και ο νοών νοείτω.

Τον καιρό αυτό, έρχονταν Έλληνες ηλικίας 30, 40, και 50 ετών παντρεμένοι για πρώτη φορά στη ζωής τους στη Γερμανία, και κατέληγαν να κλαίνε σε παγκάκια καλοκαιριάτικα απένταροι και άστεγοι από «προφορικές υποσχέσεις», σε μία άγνωστη χώρα, χωρίς γνώση της γλώσσας.

Δεν υπερτερούσα μόνο λόγω εμπειρίας και γνώση γλώσσας, αλλά και λόγω ψυχολογίας.

Ακόμη και να ξέμενα από κατάλυμα ή χρήματα, ήμουν έτοιμος να μπουκάρω στο πρώτο αστυνομικό γερμανικό τμήμα και να απαιτήσω να επικοινωνήσουν με την ελληνική πρεσβεία, ώστε να αναλάβουν τα έξοδα επιστροφής μου.

Δεύτερη μέρα στο εστιατόριο, και, ενώ είχα ακούσει κάθε υβριστική και προσβλητική συμπεριφορά του ιδιοκτήτη εστιάτορα προς το προσωπικό του, έβλεπα την μία υπόσχεση μετά την άλλη να καταρρέουν.

Από το πρώτο βράδυ κατάλυμα δεν υπήρχε, αλλά μου παραχώρησε προσωρινά το δικό του δωμάτιο κάποιος από το προσωπικό με ρεπό, και αυτό σήμαινε πρακτικά ότι δεν μπορούσα να δηλωθώ εξ αρχής εργασιακά, εφόσον στη Γερμανία πρώτα καταθέτεις αντίγραφο ενοικιαστηρίου στο δημαρχείο και μετά έχεις δικαίωμα να δηλωθείς για εργασία και ιατρική ασφάλιση.

Και για να δείτε πόσο λαμόγια Έλληνες υπάρχουν στο κλάδο αυτό, εμπλεκόμενοι ακόμη και γιατροί, να πω ότι έσπασε ο διάολος το ποδάρι, και άκουσα σε συνομιλία του Έλληνα γιατρού που ήρθε ως πελάτης στο εστιατόριο που ξεκίνησα εργασία, και συμβούλευε τον εστιάτορα να μην βιαστεί να μου βγάλει κάρτα υγειονομικού ελέγχου για εκείνο το μήνα, δηλαδή να με έχει αδήλωτο στη μαύρη.

Γερμανική οικονομία made by Greek λαμόγια.

Και όποιος νομίζει ότι η γερμανική επιθεώρηση εργασίας δεν κάνει την Κινέζα, μπορώ να αποδείξω ότι οι έλεγχοί τους είναι της πλάκας στον κλάδο αυτό.

Άλλωστε, οι καταγγελίες Ελλήνων ανασφάλιστων στα ελληνικά εστιατόρια, αλλά και πολλών άλλων μεταναστών, είναι κανόνας παρά εξαίρεση.

Εξού και οι δηλώσεις προσωπικού ως βοηθητικό μέχρι 400 ευρώ, δηλαδή χωρίς υποχρέωση ιατρικής ασφάλειας, ενώ εργάζονται παράνομα πλήρες ωράριο.

Στον αέρα όλα λοιπόν, και η ειρωνεία ήταν ότι, ενώ μέσα σε δύο μέρες με είχε κρίνει ως ικανό για να με κρατήσει, χτυπούσε το τηλέφωνο από ένα μακρινό συγγενή μου που εργαζόταν σε εργοστάσιο πολυεθνικής σε άλλη κωμόπολη, για να μου προτείνει συνέντευξη για θέση εργασίας.

Το πρωί έπιασα τον εστιάτορα και του έσκασα το παραμύθι, αφού πρώτα του ζήτησα να με πληρώσει το προηγούμενο βράδυ, γιατί τάχα είχα ξεμείνει.

Ακόμη και στην πληρωμή με υπερωρίες, μου έκλεψε μία μέρα.

Τα πάτσισα όμως λίγο πριν φύγω, όταν πήρα από τη κουζίνα του το ακριβότερο γερμανικό κρασί αξίας άνω των 100 ευρώ, και το έχυσα στο νεροχύτη, αφού ήπια δύο ποτήρια στην υγειά του.

Ο μακρινός συγγενής μου, είχε επίσης χρησιμοποιήσει «τα ψεύτικα, τα λόγια, τα μεγάλα» περί κατοικίας που θα με φιλοξενούσε, και κατέληξα από τη πρώτη μέρα να πληρώνω ξενοδοχείο κατηγορίας μπoυρδέλου.

Ήταν ζήτημα αν θα άντεχα ακόμη δύο εβδομάδες οικονομικά.

Η συνέντευξη για θέση εργασίας ήταν θετική, αλλά από σπίτι -για να δηλωθώ στο δημαρχείο- τζίφος από το συγγενή.

Αναγκαστικά, δεν μπορούσα να ξεκινήσω εργασία και έψαχνα σπίτι, χωρίς χρήματα για εγγύηση και χωρίς ουσιαστική προϋπόθεση να με δεχτούν ως νοικάρη, εφόσον εδώ υπάρχει ο γόρδιος δεσμός του σου δίνω σπίτι -πολλά με κτηματομεσίτη- εφόσον αποδείξεις ότι εργάζεσαι και δείξεις ικανοποιητικό μισθό.

Ο συγγενής ούτε κουβέντα για να με υποστηρίξει τουλάχιστον σε θέμα εγγύησης σπιτιού εάν κατάφερνα να βρω κάποιο, ενώ γνώριζε ότι δεν έχω άλλα χρήματα.

Φάνηκα τυχερός και βρήκα ξένο άνθρωπο να με δηλώσει τυπικά στο σπίτι του, αλλά χωρίς να μπορώ πρακτικά να μένω εκεί.

Έτσι, ξεκίνησα τουλάχιστον εργασία, πλήρωνα ένα κωλοξενοδοχείο, και έψαχνα για σπίτι, αλλά χωρίς αρκετά χρήματα για εγγύηση.

Αλλά και το πρώτο σπίτι που βρήκα, ήταν ενός αλκοολικού εστιάτορα Έλληνα, που δεν μου έδινε αντίγραφο ενοικιαστηρίου, αφού εκβιαστικά πάλι είχα «προφορική συμφωνία», αλλά και από πάνω κάθε δεύτερο βράδυ γκάριζε μεθυσμένος και ακουγόταν στο απέναντι δωμάτιο που κοιμόμουν.

Τουλάχιστον ήμουν δηλωμένος επίσημα στο δημαρχείο.

Η συνέχεια, εργασιακά, ήταν να συμβιβαστώ με 2 έτη εργασίας σε ένα εργοστάσιο πολυεθνικής που θύμιζε κάτεργο.

Ήρθε όμως η ώρα, που είχα μαζέψει τα απαραίτητα χρήματα για να βρω μία πιο ανθρώπινη κατοικία, και πάτσισα και αυτουνού τις αγριοφωνάρες και κάτι άλλα που αθετούσε, με μείωση 50% του ενοικίου για σχεδόν ένα έτος.

Είπαμε, είμαι καλός, καλός, αλλά είμαι πολύ καλύτερος, όταν θυμώνω.

Φάνηκα τυχερός στη συνέχεια, και βρήκα ανακαινισμένο σπίτι χωρίς να χρειασθεί να πληρώσω εγγύηση, αφού πρόλαβα να δω πρώτος το e-mail και να υπογράψω πρώτος την αποδοχή συμβολαίου.

Αγριοφωνάρες μεθυσμένων και μη, Ελλήνων εστιάτορων, από τότε τέλος.

Η συνέχεια με βρίσκει, όμως, με πιο αναπάντεχα γεγονότα, που δεν έχουν καμία σχέση με την αλληλοεπίδραση μου τόσο επαγγελματικά, όσο γραφειοκρατικά.

Ακόμη και σε αυτή τη χώρα, που πολλοί Λαζοί λούμπεν και οπαδοί του Σφακιανάκη την υπερασπίζονται μέχρι αηδίας, έχω αναγκαστεί να κοντράρω διαδικαστικά κρυφο-εθνικιστή γερμανό υπάλληλο σε κρατική υπηρεσία για κατάχρηση εξουσίας και παραπλάνηση εν γνώσει του, που απέδειξα σε ανώτερό του.

Το ειρωνικό είναι ότι η ιστορία συνεχίζεται και εγώ γελάω, γιατί πάλι θα πρέπει να αποδείξω ότι είμαι καλύτερος όσο περισσότερο θυμώνω.

Όποιος νομίζει ότι στη Γερμανία θα γλυτώσει από το συστημικό τέρας της γραφειοκρατίας ή του κρυφοφασισμού, είτε εργασιακά, είτε κοινωνικά, απλά δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει.

Φιλικά

Αντώνης

ΥΓ. Καλέ μου άνθρωπε, Πιτσιρίκο, έθεσες πολλά ερωτήματα για εμάς τους μετανάστες, και προσπάθησα να δώσω μία νότα από πολλές εμπειρίες μου, πότε θετικές και πότε αρνητικές.
Προσωπικά έχω πολλούς λόγους για να θέλω να επιστρέψω στην Ελλάδα, παρότι ξέρω πολύ καλά τι με περιμένει. Αν όμως ήμουν και πάλι 20 ετών στη σημερινή Ελλάδα, θα με συμβούλευα να φύγω τρέχοντας, γιατί, όσο είσαι νέος, έχεις μεγαλύτερες δυνάμεις και περιθώρια για ν΄ αλλάξεις το μέλλον σου.
Δεν πιστεύω ότι σε δέκα χρόνια θα έχει αλλάξει η Ελλάδα προς το καλύτερο. Προβλέπω χειρότερα χρόνια και για την Ελλάδα και για την Ευρώπη. Το πρόσωπο του καπιταλιστικού φασισμού έχει ήδη απλωθεί παντού, και δείχνει ξανά, μετά από πολλά χρόνια, τα σκυλόδοντά του.
Έχω αλλάξει χαρακτήρα και απόψεις ακόμη και μετά τα 40 μου έτη, γιατί δεν σταμάτησα να ζυμώνω το πνεύμα μου, μακριά από την πολλή συνάφεια του κόσμου.

(Αγαπητέ Αντώνη, αυτό είναι που λένε «γεμάτη ζωή”. Αν είχες πει την ιστορία σου στον Αντώνη Σουρούνη, θα την είχε κάνει βιβλίο. Το θέμα της εκμετάλλευσης Ελλήνων από Έλληνες στο εξωτερικό -που είναι υπαρκτό και μεγάλο-, με κάνει να σκέφτομαι πόσο βλακώδη είναι όλα αυτά τα περί ανωτερότητας του ελληνικού έθνους. Εκτός αν οι Έλληνες του εξωτερικού εκμεταλλεύονται Έλληνες, για να μην εκμεταλλευτούν ξένους και χαλάσουν το καλό όνομα της Ελλάδας. Αντώνη, να είσαι καλά. Σε ευχαριστώ. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.