Ένα μαγικό χαλί με δύο ρόδες

Θυμάμαι πως είχε μεγάλη σημασία. Ξοδέψαμε χρόνο πολύ, χρόνο παιδικό που μοιάζει ατέλειωτος στη μεσημεριανή κάψα του καλοκαιριού, για να υπολογίσουμε μέγεθος, σχήμα και γωνία εφαρμογής.

Το κύριο θέμα ήταν η ποιότητα του χαρτονιού.

Εκείνου του μαγικού χαρτονιού, που είχαν μοναχά κάτι τσιγάρα –μάρκα δεν θυμάμαι– μόνο πως ήταν κάτι αμερικάνικα, που ήταν ακριβά και δεν έβρισκες εύκολα πεταμένο κουτί, πιο δύσκολα χρόνια και πόσοι ν’ αγοράσουν.

Ο ξερόλας της παρέας, που δεν σήκωνε πολλά, επέμενε ότι το σωστό κομμάτι ήταν εκείνο της ράχης, λίγο πριν την γωνία που σε πλήγωνε αν δεν πρόσεχες.

Γυρισμένο το μέσα έξω, αγόρευε με κωμικό στόμφο, από την εσωτερική πλευρά για να καταλάβεις κι ότι το δίπλωνες με το γυαλιστερό να φαίνεται.

Σωστό ή λάθος, δεν υπήρχε λόγος να αμφισβητήσουμε την αυθεντία του, όταν είσαι δεκατριών χρονών, κρατάς δυνάμεις για άλλες μάχες.

Με το σούρουπο να κοκκινίζει στα πρόσωπά μας, έχοντας συγχαρεί ο ένας τον άλλον, μόνοι γνώστες εμείς της πάνω γειτονιάς, προχωρήσαμε στο ιερό τελετουργικό.

Ανοίγει η λευκή μαξιλαροθήκη με τον θησαυρό.

Αρκετή περίσκεψη, διάολε! Η πρόοδος στεκόταν εμπόδιο στα σχέδιά μας.

Βλέπεις, η μαμά ψώνιζε πλαστικά μανταλάκια πλέον, τα ξύλινα δεν τα πουλούσε ο μπακάλης του χωριού, έτσι μετρούσε τον εκσυγχρονισμό ο προμηθευτής του.

Αλλά εμείς θα κάναμε το σωστό!

Γιατί μόνο ξύλινο, άσπρο ξύλο, ξασπρισμένο από τα νερά και με άγρια υφή, να γρατζουνά στο χέρι, αυτό το μανταλάκι ταίριαζε.

Κάποια λίγα από δαύτα, βρέθηκαν στον πάτο της πάνινης φυλακής τους, που πάνω της ακουμπούσαν όνειρα και τώρα φυλούσε νέα, στα σπλάχνα της, χωρίς να το ξέρει.

Κι εμείς, τ’ απελευθερώσαμε σε μια ζωή άλλη από εκείνη που γεννήθηκαν.

Τελευταίες κινήσεις.

Τεστάρουμε το πολυκαιρισμένο ελατήριο, μαγικός μηχανισμός, να βαστά στην ταχύτητα, να αντέχει και στο φρένο με την κόντρα. Μη μας προδώσει…

Έπειτα, μ’αδημονία που τσίτωνε το στομάχι, να προχωράμε στο τελετουργικό.

Μέτρηση ακριβείας τοπογράφου, κινήσεις ευλαβικές κι απιθώναμε το μαγικό χαρτoνάκι με το ξύλινο μανταλάκι, στη σωλήνα, πίσω και δεξιά, κάτω από τη σέλα, δίπλα στις ακτίνες.

Ακούστηκε η φωνή της μαμάς;

Σαν από πιστολιά αφέτη του Λεμάν, πέντ-έξι πιτσιρικάδες τρέχουν στα μαγικό τους χαλί με τις δύο ρόδες, να’τη η ώρα της μεγάλης δοκιμής. Και ξεκινούν μαζί, ξαναμμένοι από την προσμονή για το κονσέρτο της γειτονιάς.

Ορθοπεταλιά για την φόρα και φύγαμε.

Και ο ήχος! Τι ήχος γλυκός ήταν αυτός για τ’ αυτιά μας! Τι μαγικό αυτοσχέδιο έγχορδο, μανταλάκι-χαρτόνι-ακτίνα! Τα-τα-τα-τα-τατατατατάάάάάάά!

Πόσο έντονα τον θυμάμαι αυτόν τον ήχο τόσο χρόνια μετά.

Αυτόν, τον αέρα στα μαλλιά και το κόκκινο ποδήλατο που έφερνε το καλοκαίρι μου…

Θ.Τ.

(Αγαπητέ φίλε, σας ευχαριστώ που ανταποκριθηκατε στο κάλεσμά μου στους φίλους αναγνώστες να γράψουν ιστορίες για το ποδήλατό τους -ήταν μια ιδέα του Ανδρέα– και ήταν πολύ ωραία η ιστορία σας. Σας ευχαριστώ. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.