Δεν έχουν το δικαίωμα να με διώξουν – Να φύγουν αυτοί

Πιτσιρίκο γεια σου!
Η δική μου εμπειρία με το εξωτερικό είναι λίγο διαφορετική από των υπολοίπων φίλων.
Έφυγα από την Ελλάδα, γιατί δε μου άρεσε καθόλου η ελληνική νοοτροπία, ο ωχαδερφισμός, η αδιαφορία, η στενότητα μυαλών και συμπεριφορών που είχα να αντιμετωπίσω από το γονεϊκό περιβάλλον και τον περίγυρο, με εξαίρεση ίσως 1-2 φίλους.

Την απόφαση να φύγω την πήρα σε πολύ πρώιμο αλλά αρκετά συνειδητοποιημένο στάδιο στη ζωή μου.

Στα 17 μου χρόνια αντιλαμβάνομαι ότι δε με σηκώνει το κλίμα και ο κόσμος εδώ, οπότε καλά θα κάνω να τα μαζέψω και να οδεύσω σε αλλά μέρη πιο πολιτισμένα και αναπτυγμένα.

Κάποια στιγμή, πρέπει να παραδεχτούμε ότι σαν λαός είμαστε λίγο ούγκανοι.

Στη συνέχεια, ακoλουθώ το πλάνο, όπως το έχω σκεφτεί, με μικρά αλλά επίμονα βήματα για την επίτευξη του στόχου.

Πανελλαδικές, Πανεπιστήμιο, βαθμοί, δίπλωμα Αγγλικών.

Τα πάντα, για να μπορέσω να την κοπανήσω αρχικά για δώδεκα μήνες και μετά βλέπουμε.

Έτσι, 2 Οκτωβρίου του 1996 παίρνω την πτήση της ΟΑ για Χίθροου μαζί με το ξαδερφάκι μου.

Εγώ Λονδίνο και το ξαδερφάκι μου Καμβρίδιο.

Επιτέλους, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! Φεύγω.

Χαρακτηριστικά, θυμάμαι να της λέω ότι εγώ φεύγω για ένα νέο και καθαρό ξεκίνημα και δεν υπάρχει τίποτα πίσω που να μπορεί να με κρατήσει.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να έχω τίποτα στην Ελλάδα να με πισωγυρίσει.

Για την ακρίβεια, φρόντισα να μην υπάρξει τίποτα.

Η ζωή στην Αγγλία; Όνειρο!

Το πτυχίο εξαιρετικά απαιτητικό και ο χρόνος για ζωή και διασκέδαση μηδαμινός.

Αλλά σκέτη απόλαυση!

Πρώτη φορά στη ζωή μου θυμάμαι να απολαμβάνω τόσο πολύ το διάβασμα και την προσπάθεια.

Τα παιδιά που γνώρισα από όλες τις φυλές. Ευρώπη, Ασία και Αμερική.

Τους Έλληνες και Κύπριους του Πανεπιστημίου τους απέφυγα. Μακριά από μένα!

Το σκεπτικό ήταν ότι ήμουν στην Αγγλία για ένα χρόνο, οπότε έπρεπε να γνωρίσω καινούργια πράγματα, νοοτροπίες, ανθρώπους, καταστάσεις που δε θα είχα ευκαιρία να γνωρίσω αν έμενα Ελλάδα.

Σε μια συζήτηση με μια Πορτογαλίδα, της είπα ότι ήρθα Αγγλία να δοκιμάσω Τσένταρ. Φέτα είχα όση ήθελα πίσω σπίτι μου.

Οι καθηγητές εξαιρετικοί. Τόσο σαν καθηγητές αλλά και σαν άνθρωποι.

Αυτό το αναφέρω επειδή οι πανεπιστημιακοί στην Ελλάδα είναι ομοίως εξαιρετικοί σαν καθηγητές.

Χωλαίνουν, όμως, σαν άνθρωποι.

Στην Αγγλία τους βλέπεις, είναι πιο απλοί, πιο χαλαροί, πιο προσιτοί.

Είναι, τελικά, αυτό που λέμε νορμάλ άνθρωποι.

Εκτός πανεπιστημίου, δεν θα τους έκανες για καθηγητές. Τους κάνεις απλούς ανθρώπους και τίποτα άλλο.

Στη συνέχεια, βρήκα δουλειά σε μεγάλες εταιρείες έρευνας.

Ήμουν και σ’ αυτό πολύ τυχερή.

Και ενώ στην αρχή οι Άγγλοι σε βλέπουν και σε αντιμετωπίζουν λίγο περίεργα, σαν την ξένη με την περίεργη προφορά και τις περίεργες συνήθειες, σιγά-σιγά σε συνηθίζουν, σε αποδέχονται, σε εκτιμούν και γιατί όχι σε συμπαθούν κιόλας.

Είναι απλά θέμα χρόνου.

Οι Άγγλοι χρειάζονται το χρόνο τους. Στο βαθμό που τους κερδίσεις, όμως, είναι ΦΙΛΟΙ σου.

Τελικά, έζησα συνολικά εννέα χρόνια στο Ινγλάνδιο.

Έμεινα Λονδίνο, ανέβηκα Λιντς και τέλος κατέβηκα Μάρλοου.

Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Τα πιο παραγωγικά , τα πιο δημιουργικά. (Καλά μιλάμε και για μια δεκαπενταετία πίσω τώρα.)

Απλά αξέχαστα!

Από τους Άγγλους έμαθα πολλά πράγματα.

Κατ’ αρχάς. την ευγένεια που σε υποχρεώνει, μη σου πω σε καθηλώνει κιόλας.

Τους Mr. Please και Mr. Thank you, ξεκινώντας από την καθαρίστρια των γραφείων που απλά κάνει τη δουλειά της και καθαρίζει τα σκουπίδια μου.

Πόσο πιο όμορφα θα ήταν και εδώ, αν ήμασταν λίγο πιο ευγενικοί ο ένας με τον άλλον.

Ακόμα και όταν δεν το εννοούμε.

Να εκτιμώ τον ήλιο μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

Βλέπεις στην Ελλάδα τον είχα μπουχτίσει και δεν τον πρόσεχα ποτέ.

Στην Ελλάδα ο ήλιος είναι δεδομένος και δεν του δίνουμε καμιά απολύτως σημασία.

Παρεμπιπτόντως, την 21η Ιουνίου, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, μερικοί Άγγλοι την τιμούν ακόμα στο Στόνχετζ.

Να κοιτάζω, να παρατηρώ τα πάντα, ώστε να μην γίνομαι η παραφωνία και ενοχλώ τους γύρω μου.

Να είμαι λίγο παραπάνω διακριτική στην προσέγγιση ανθρώπων.

Να κάνω πλακίτσα με τους Άγγλους που έχουν φοβερό χιούμορ.

Να χαμογελώ περισσότερο. Αυτό μετά από παράκληση Άγγλου.

Κάτι που ενδεχομένως δεν εφάρμοσα τόσο πολύ τότε αλλά εφαρμόζω τώρα. Ακόμα και όταν δεν είμαι στα καλύτερα μου.

Με ένα χαμόγελο γίνεσαι πιο προσιτός, χωρίς αυτή τη μουντρουχόφατσα που αναδίδει ξινίλα και υπάρχει σε αφθονία γύρω μου.

Επιπροσθέτως, το χαμόγελο φωτίζει τα μάτια και σχηματίζει ωραίες ρυτίδες έκφρασης.

Άσε που με χαμόγελο μπορείς να τα χώνεις καλύτερα. Με το γάντι που λένε.

Να καλημερίζω τον κόσμο, τους συνάδελφους στη δουλειά όσο αντιπαθής και αν μου φαίνεται ο άλλος.

Κάποια στιγμή θα μαλακώσει τι θα κάνει ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω.

Αν και για την καλημέρα τα ‘χει πει και ο Λοΐζος αλλά τότε πού;

Να δείχνω περισσότερη υπομονή και κατανόηση.

Αυτό που τόσο πετυχημένα έχουν περιγράψει οι Αγγλοσάξονες ως empathy (δηλαδή. κατανόηση) και όχι εμπάθεια. (Αυτό τώρα με το νόημα που έχουμε προσδώσει στην εμπάθεια σε αντίθεση με τη σημασία που έχει θα έπρεπε κάποια στιγμή να το δούμε λίγο σαν λαός.)

Να αντιδρώ σε ό,τι με ενοχλεί και σε όποιον δε μου φέρεται δίκαια ή με σεβασμό.

Ανεξαρτήτως ποιός είναι και τι είναι. Δεν πα να είναι και ο CEO της εταιρείας. «To stand my ground» που λένε στην αλλοδαπή.

Βλέπεις, οι Άγγλοι είναι πολύ ξεκάθαροι με το θέμα της αξιοπρέπειας.

Εδώ τα έχουμε μπερδέψει λίγο σαν λαός.

Έχουμε μπερδέψει την αξιοπρέπεια με τον εγωισμό.

Μπορείς να είσαι εγωιστής αλλά αυτό δε συνεπάγεται ότι είσαι και αξιοπρεπής.

Ενώ ο αξιοπρεπής μπορεί άνετα να καταρρακώσει το εγώ του, αλλά, ταυτόχρονα, να κρατά την αξιοπρέπεια του.

Από αυτό απορρέει και η διαφορά ανάμεσα στην ευγένεια και τη δουλοπρέπεια.

Ο Άγγλος μπορεί να είναι ευγενικός, χωρίς να χάνει ποτέ την αξιοπρέπειά του.

Σε αντίθεση, εδώ υπάρχει ένα μπέρδεμα ανάμεσα στην ευγένεια και στη δουλικότητα.

Και πάντα, αναλόγως με το πού απευθύνεται κανείς. Στους πάνω γλείψιμο, στους κάτω γράψιμο.

Χρωστώ πολλά στην Αγγλετέρρα.

Αν η Ελλάδα είναι αυτή που με γέννησε, η Αγγλία είναι αυτή που με μεγάλωσε και με έφτιαξε άνθρωπο.

Της χρωστώ πολλά της Αγγλίας και πάντα θα την έχω μέσα στην καρδιά μου.

Όταν επέστρεψα λοιπόν στην Ελλάδα το 2005 (αρχές Ιουνίου), ήξερα ότι τα πράγματα δε θα ήταν ρόδινα.

Οι δουλειές κακοπληρωμένες, οι ώρες πολλές, οι άνθρωποι κάπως, και γενικά ό,τι είχα συνηθίσει θα έπρεπε να αρχίσω σιγά-σιγά να το αφήνω πίσω.

Αλλά η κατάσταση που βρήκα εδώ ήταν πέρα για πέρα ΛΑΘΟΣ! Σκέτη αρρώστια!

Και μάλιστα, βρήκα μια κατάσταση πολύ χειρότερη από αυτή που άφησα όταν έφευγα.

Δε λέω, σκατάδες υπάρχουν και στην Αγγλία.

Στους πενήντα ανθρώπους, θα βρεις και έναν ή δυο ή πέντε να είναι περίεργοι.

Αλλά εδώ, στους πενήντα οι 47 θα είναι σκατάδες.

Και στην τελική, έξω ο σκατάς δε σε ενδιαφέρει, λες εντάξει.

Αλλά εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εδώ σε πονάει. Εμένα με πονάει πάντως.

Στενοχωριέμαι, πώς το λένε;

Γύρισα με τη λογική ότι τουλάχιστον στην Ελλάδα, όπως και να έχει, θα παίζω εντός έδρας.

Αλλά εκτός ένιωθα στην Αγγλία, εκτός ένιωσα και όταν επέστρεψα.

Και ένιωσα πολύ περισσότερο εκτός όταν γύρισα, γιατί οι Έλληνες είχαν και ένα στιλάκι «τώρα μας ήρθες και εσύ από Αγγλία και νομίζεις ότι κάποια είσαι».

Γύρισα, όμως, γιατί μου έλειπε ο ήλιος.

Μεγάλη υπόθεση ο ήλιος. Παθαίνεις κατάθλιψη χωρίς τον ήλιο.

Χωρίς θάλασσα και ουρανό δεν παθαίνεις κάτι, αλλά χωρίς τον ήλιο δεν παλεύεται.

Έχω περάσει πέντε χρόνια ανεργίας αλλά είχα τον ήλιο παρεούλα και ήμουν πάντα μια χαρά.

Βοήθησε και η παχυλή αποζημίωση της εθελουσίας που είχα και μπορούσα να πληρώνω λογαριασμούς, ενοίκια και έξοδα.

Δεν ξέρω, αν υπάρχει τέτοιος ήλιος αλλού. Ίσως σε Ιταλία ή Ισπανία; Ο βορράς όμως δεν παίζεται.

Πολλές φορές σκέφτηκα να ξαναφύγω για πάνω. Γνωριμίες υπάρχουν, παλιοί συνάδελφοι να ξεκινήσω υπάρχουν.

Άγγλοι που επικοινώνησα για βεβαιώσεις και μου είπαν να επιστρέψω -όταν τους είπα λίγα από την κατάσταση στην Ελλάδα- υπάρχουν.

Αλλά, όπως τους εξήγησα, χωρίς ήλιο δεν μπορώ να ζήσω πια. Και αυτό δεν αναπληρώνεται με τίποτα.

Επί της παρούσης, όπως σου είχα γράψει στο παρελθόν, είμαι σε έναν οργανισμό του δημοσίου αλλά όχι ως δημόσια υπάλληλος.

Τα χρήματα λίγα, ο περισσότερος κόσμος περίεργος, η δουλειά βαρετή και ανιαρή μέχρι θανάτου (από το γραφείο σου γράφω).

Δεν μ’ ενδιαφέρει, όμως.

Δουλεύω για να ζω. Δεν ζω για να δουλεύω.

Θα προτιμούσα, βέβαια, να μη δούλευα καθόλου. Όσο ήμουν χωρίς δουλειά, ήμουν πιο δημιουργική.

Βλέπω και έχω καταλάβει ότι πολλά και ενδιαφέροντα θα μπορούσαν να γίνουν στο δημόσιο και υπάρχει κόσμος να το στηρίξει αυτό.

Είναι, όμως, σαν να μη δίνει κανείς καμιά απολύτως σημασία. Και αυτό με πειράζει.

Το δημόσιο είναι δικό ΜΟΥ μαγαζί. Ο ιδιωτικός δεν είναι.

Οπότε, στην ερώτησή σου πώς βλέπω την Ελλάδα σε δέκα χρόνια από τώρα, καταλαβαίνεις ότι δεν της δίνω και μεγάλες πιθανότητες.

Μάλλον όχι. Στην Ελλάδα δίνω. Η Ελλάδα μια χαρά θα είναι. Τους Έλληνες δεν βλέπω καλά.

Τους βλέπω χειρότερα. Πολύ χειρότερα απ’ ό,τι είναι τώρα.

Και μάλιστα, δεν τους βλέπω να έχουν καμιά διάθεση να βγάλουν το κεφάλι από τα σκατά να πάρουν μια ανάσα. Για το γαμώτο ρε φίλε.

Και όσοι έχουν μια τάση να δουν μια πιο συνολική εικόνα, καταλήγουν πάντα να τους φταίνε οι Εβραίοι, οι Μασόνοι, οι Πακιστανοί, οι Σύριοι, οι Αλβανοί και δεν ξέρω κι εγώ ποιος άλλος.

Το κακό τους το κεφάλι, όμως, ποτέ.

Κρίμα. Μεγάλο κρίμα. Κρίμα κι άδικο.

Η ζωή συνεχίζεται κι εγώ δεν μπορώ να αλλάξω όσους δε θέλουν να δουν λίγο πέρα από τη μύτη τους.

Τον μόνο που μπορώ να βελτιώσω είναι ο εαυτός μου και αυτόν μόνο στα σημεία.

Με σκοτώνει, όμως, που ενώ ζω εδώ, δεν μπορώ να φύγω για διακοπούλες.

Μια Αστυπαλιά, μια Μήλο ή Μαραθώνα, ρε παιδί μου.

Έχω, όμως, το βουνό μου. Τον Υμηττό μου. Και αυτό είναι το δικό μου βουνό.

Τον αγαπάω τον Υμηττό. Για μένα ο Υμηττός είναι «οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας».

Αν αγαπούσαμε λίγο αυτόν τον ταλαίπωρο τόπο -χωρίς τις μεγάλες πατριωτικές φανφάρες-, ίσως να ήμασταν λίγο καλύτεροι άνθρωποι ή πιο αισιόδοξοι και αγωνιστικοί.

Στην ερώτηση/δίλημμα αν θα ξανάφευγα για δεύτερη φορά, η απάντηση είναι μάλλον όχι.

Την πρώτη φορά, η επιλογή να φύγω ήταν δική μου. Την δεύτερη φορά δε θα είναι.

Θα είναι σαν να με διώχνουν κι εγώ δεν θέλω να τους αφήσω να με διώξουν.

Δεν έχουν το δικαίωμα να με διώξουν.

Να φύγουν αυτοί.

Ακούγεται ίσως εγωιστικό αλλά και τι να κάνουμε τώρα;

Τελειώνοντας, θέλω να σε ευχαριστήσω που κράτησες το blog και δεν το έκλεισες πριν από κάμποσο διάστημα.

Να ευχαριστήσω κι εσένα προσωπικά που γράφεις, και τον Ηλία με τα αρθράκια του που με κάνουν κομμάτια καμιά φορά, αλλά και τον Άρη (λείπεις), το Σ.Α.Μ. (ελπίζω να είσαι καλά), τον πειραιώτη Γ.Κ. με το αστείρευτο ταλέντο του, το ΠΑΟΚΙ και όλους όσους γράφουν κατά καιρούς.

Παρεμπιπτόντως, το άρθρο σου για το βασιλικό γάμο ήταν θεϊκό! Δεν ήμουν καλά εκείνη την ημέρα και μου έφτιαξες το κέφι τρελά. Να ‘σαι πάντα καλά!

Χ.

(Αγαπητή φίλη, είστε πολύ ισορροπημένη. Ξέρετε τι θέλετε. Κι αυτό, αφού κάνατε τις διαδρομές σας. Επίσης, διάβαζα το κείμενό σας και διάβαζα και πολλές δικές μου σκέψεις. Και για τη δουλειά, και για τον ήλιο. Δηλαδή, να έχω γεννηθεί στην Ελλάδα και να αναγκαστώ να πάω στα κρύα και στα χιόνια, για να …δουλέψω. Και καλά, άντε να πάω να δουλέψω πέντε χρόνια μέσα στην παγωνιά, αλλά όχι και να περάσω όλη μου τη ζωή στα χιόνια, δουλεύοντας. Θεωρώ πως έχει γίνει έγκλημα και προδοσία σε βάρος των Ελλήνων. Το μπλογκ το κράτησα και με κράτησε. Η εναλλακτική θα ήταν να δουλεύω στα ΜΜΕ των ολιγαρχών. Δηλαδή, η κόλαση. Σας ευχαριστώ για όλα. Καλή ζωή. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.