Πρέπει να πατήσουμε πόδι

Αγαπητέ Πιτσιρίκο,
Διάβασα μόλις το κείμενο της Έλσας, της κοπέλας που έφυγε στη Γερμανία πριν 6 χρόνια, και αποφάσισα να σου γράψω. Μάλλον για τη δική μου ψυχοθεραπεία πιο πολύ.

Εγώ έφυγα πριν 2 χρόνια, μήνα Ιανουάριο, για την Δανία.

Απόφοιτη Πολιτικός Μηχανικός, που, όταν αποφοίτησε, έψαξε λίγο να δει τις ευκαιρίες της και δεν ήταν πολλές.

Έβλεπα φίλους να δουλεύουν 6 μέρες τη βδομάδα είτε 4 είτε 10 ώρες τη μέρα -ενδιάμεσο δεν είχε-, να πληρώνονται ψίχουλα και να έχουν απαράδεκτη μεταχείριση από τα αφεντικά.

Δεν ήθελα να το ζήσω αυτό γιατί το ζούσα μέσα από τους άλλους και δεν το άντεχα.

Πίστευα πως θα έπεφτα σε κατάθλιψη, μιας και λογικά θα έπρεπε να γυρίσω στο πατρικό μου μετά από χρόνια και θα έφτανα 30 χρονών να εξαρτώμαι από το χαρτζιλίκι μου.

Έφυγα λοιπόν.

Πολύ εύκολα, χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς δεύτερες σκέψεις.

Ξεκίνησα το μεταπτυχιακό μου σε μια πραγματικά κρύα και σκοτεινή χώρα που όλα δουλεύουν ρολόι, ακόμα και οι άνθρωποι.

Η αρχή ήταν δύσκολη, ήρθα αντιμέτωπη με ανθρώπους που, με το πού μάθαιναν ότι είμαι Ελληνίδα, υπέθεταν ότι είμαι τεμπέλα και χαραμοφάισσα και πως δεν είμαι διατεθειμένη να δουλέψω.

Μπήκα στο τριπάκι να δεχτώ προσβολές, παίρνοντας τις με χιούμορ και προσπαθώντας να αλλάξω τη γνώμη αυτών των ανθρώπων.

Πέρασα μεγάλο μέρος των πρώτων μηνών μου εδώ κλαίγοντας το βράδυ πριν πέσω για ύπνο.

Έβαζα στο κινητό ρεμπέτικα και Μπιθικώτση και δώσ’ του κλάμα.

Εγώ που, κατά τα άλλα, έφυγα χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά.

Μου έλειπαν όλα: οι δικοί μου, οι φίλοι μου, τα στενάκια του κέντρου της Αθήνας, τα τσιπουράδικα, η θάλασσα, η φασαρία, τα αράγματα σε πλατείες, το να πάρω έναν φίλο μου καθημερινή βραδάκι και να του πω να βγούμε και να πει ναι.

Πέρασε, όμως, ο καιρός, βρήκα δουλειά, βρήκα φίλους -κυρίως Έλληνες και Νοτιοευρωπαίους όπως η φίλη Έλσα-, βρήκα αγόρι και, γενικότερα, τα πατήματά μου σε μία ξένη χώρα, που τελικά δεν είναι τόσο αφιλόξενη όσο νόμιζα στην αρχή.

Μαθαίνεις στους κανόνες και αρχίζεις και εσύ να δουλεύεις σαν ρολόι και είναι ωραία γιατί το ρολόι σταματάει στις 8 ώρες -πολλές φορές και 6,5- τις οποίες πληρώνεσαι στην ώρα σου και με το παραπάνω θα έλεγα.

Η Ελλάδα, όμως, είναι το σπίτι μου, είναι οι μυρωδιές είναι τα φρέσκα φρούτα, είναι τα φαγητά, είναι η ζωή, είναι ο τόπος μου.

Ένας τόπος που τον πονάω πραγματικά και τον σκέφτομαι καθημερινά.

Θα γύριζα στην Ελλάδα;

Δύσκολη ερώτηση.

Ίσως ναι, με δικούς μου όρους, όμως, και με τη διαβεβαίωση ότι, αν γυρίσω σε μία θέση που έχει επιρροή, δεν θα αναγκάσω κανένα νέο παιδί να υποστεί τίποτα από αυτά που έκαναν εμένα να φύγω.

Θα σιχαινόμουν τον εαυτό μου, αν γινόμουν έστω και λίγο όπως αυτοί.

Με άλλαξε η Δανία και βλέπω τα κακώς κείμενα της Ελλάδας πολύ πιο καθαρά τώρα.

Ξέρουμε τι πρέπει να αλλάξει, το θέμα είναι να βρούμε το θάρρος και το θράσος να πάμε απέναντι στο τέρας του κατεστημένου.

Αυτό είναι το μόνο λάθος της Ελλάδας, ο ωχαδερφισμός.

Φοβάται να παλέψει για την αλλαγή, περιμένει άλλους να το κάνουν.

Δεν γίνεται έτσι, Πιτσιρίκο, πρέπει να πατήσουμε πόδι και να απαιτήσουμε πράγματα, τίποτα δε χαρίστηκε σε κανέναν.

Είμαστε Ραγιάδες, ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε.

Δεν ξέρω πότε θα έρθει η στιγμή που θα το καταλάβουμε.

Καληνύχτα, Πιτσιρίκο. Ας ελπίσουμε πως αυτός ο κόσμος θα αλλάξει κάποτε.

Γεωργία

(Αγαπητή Γεωργία, πρέπει να πατήσουμε πόδι αλλά δεν το πατάμε. Δεν απαιτήσαμε να αποδοθεί Δικαιοσύνη για την χρεοκοπία της χώρας. Δεν απαιτήσαμε να τηρηθεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Και αφήσαμε να φύγουν -ουσιαστικά, τους διώξαμε- εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, που μπορούν να αλλάξουν τη χώρα. Και είσαι εσύ τώρα στην Δανία, κι εγώ ανεβάζω το κείμενό σου και σου γράφω από ένα νησί του Αιγαίου, από το μπαρ ενός ξενοδοχείου πίσω από την παραλία, όπου είμαι περικυκλωμένος από Γερμανούς. Έλληνες μόνο οι σερβιτόροι. Και όχι όλοι. Σε ευχαριστώ, Γεωργία. Καλή ζωή. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.