Τρία ποδήλατα

Ήμουν πέντε χρόνων, όταν έμαθα να κάνω ποδήλατο. Η γιαγιά μού αγόρασε ένα μεγάλο μπλε-πορτοκαλί, ενώ καλά-καλά δεν είχα μάθει ισορροπία. Έτσι, η μητέρα μου αγγάρεψε έναν από τους αδερφούς μου να μου μάθει.

Ήμουν κάκιστη. Έπεφτα σχεδόν αμέσως, φοβόμουν απίστευτα την ώρα και τη στιγμή που θα με αφήσει και θα πρέπει να κάνω μόνη μου πετάλι, και αρνιόμουν πεισματικά να βάλω μια βοηθητική.

Είχα φάει πολλές τούμπες. Ένιωθα τα βλέμματα των παιδιών να με λυπούνται.

Η αυτοπεποίθησή μου είχε πέσει στο ναδίρ, αλλά τις περισσότερες φορές ντρεπόμουν να ζητήσω από τον αδερφό μου να κάνουμε εξάσκηση, γιατί ένιωθα ότι σπαταλούσα το χρόνο του.

Δεν τον πείραζε τόσο, γιατί με αγαπούσε -κι ακόμα με αγαπαει- πολύ. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να εκνευρίζεται μαζί μου όμως.

Ένιωθα πολύ μειονεκτικά απέναντι στα αλλά παιδιά του πάρκου. Όλοι ήξεραν ποδήλατο.

Επίσης, ήταν όλα τους πολύ όμορφα παιδιά, ενώ εγώ ήμουν χοντρό παιδάκι και μονίμως σκυθρωπή.

Πέρασα και μια φάση άρνησης. Σκεφτόμουν ότι περνούσα καλά και χωρίς ποδήλατο και ότι δεν χάλασε κι ο κόσμος αν δεν μάθω.

Τα αδέρφια μου, όμως, είχαν αφήσει μια μεγάλη κληρονομιά “παιχνιδιού” με ποδήλατα και θα φαινόμουν εντελώς παράταιρη στην οικογένεια αν δεν ήμουν σαν τους άλλους.

Ήταν πολύ cool παιδάκια τα αδέρφια μου στα 90’s.

Η λύση βρέθηκε, όταν η μητέρα μου μού πηρε ένα μικρότερο μωβ για να μάθω.

Είναι ρεαλίστρια η μητέρα μου. Ξέρει ότι ένα πιτσιρίκι 1.30 ύψους δεν μπορεί να μάθει ισορροπία καβάλα σε ένα τέρας.

Βγάλαμε, λοιπόν, τις βοηθητικές και έμαθα πάνω σε αυτό.

Στο μονόδρομο μπροστά από το πάρκο που περνούσε -περνάει ακόμα- το λεωφορείο 859.

Στροφές έμαθα σε έναν παράλληλο δρόμο που έστριβε κάπως επικίνδυνα και κάνοντας γύρους γύρω από έναν τεράστιο φοίνικα που έμοιαζε με γιγάντιο ανανά στη μεση του πάρκου.

Όταν έμαθα, στείλαμε το μωβ στο χωριό και πήρα το μεγάλο.

Παίζει να ήταν το καλύτερο ποδήλατο στη γειτονιά.

Και το κλάταρα μέσα σε 7-8 χρόνια.

Μια φορά, πήγα να διασχίσω το χαντάκι που χωρίζει στη μέση το πάρκο.

Ο παππούς δύο κοριτσιών της γειτονιάς είχε βάλει μια ξύλινη σανίδα, για να περνάνε τα ποδήλατα από τη μια πλευρά του πάρκου στην αλλη.

Δεν ξέρω πώς, έπεσα και έσκισα το γόνατό μου.

Δεν έκανα ράμματα. Μου το καθάρισαν και το έδεσαν τα αδέρφια μου. Το κόψιμο ήταν βαθύ και πονούσε πολύ. Το έχω ακόμα.

Το μικρό ποδήλατο στο χωριό είχε εξίσου ένδοξη ιστορία.

Ήμουν πολύ γρήγορη με αυτό. Το δάνειζα και στα παιδιά του χωριού.

Σε κάποια από αυτά έμαθα ποδήλατο κιόλας.

Αντιμετώπισα αυτό το ποδήλατο σαν άλογο.

Έλεγα στους “μαθητευόμενους” να μην φοβούνται και να μην αγχώνονται γιατί το ποδήλατο θα το νιώσει και θα πέσουν κάτω.

Με το μωβ έκανα πολλά πράγματα.

Διέσχιζα την παιδική χαρά, για να πάω στο γήπεδο του μπάσκετ για να κάνουμε κόντρες με τον κολλητό μου και τα άλλα παιδιά.

Είχα αγωνία μήπως μου σκάσει κανένα λάστιχο στην παιδική.

Ήταν ψαρωτική η παιδική χαρά.

Είχε παντού χώμα, αγκάθια και χορτάρια και ήταν μεγάλη και παραλληλόγραμμη με κυπαρίσσια στην περίμετρο, σαν νεκροταφείο.

Και ήταν λίγο σαν νεκροταφείο εδώ που τα λέμε, αφού τα κυπαρίσσια τα είχαν φυτέψει οι μαθητές του παλιού σχολείου της γενιάς του παππού μου (πλέον είναι όλοι τους νεκροί-και ο παππούς μου).

Όταν ξεκίνησα το Γυμνάσιο, το μεγάλο ποδήλατο τα είχε ήδη φτύσει.

Το μικρό ήταν πλέον πολύ μικρό.

Αποφάσισε, λοιπόν, ο νονός μου από τη Βέροια να μου στείλει στο χωριό το παλιό ασημί του γιου του.

Το έστειλε. Ήταν κι αυτο τέρας.

Στην αρχή αυτό με οδηγούσε, όχι εγώ αυτό.

Δεν έφταναν τα πόδια μου στο χώμα. Είχε βέβαια πολλές ταχύτητες. Δεν με έφτανε κάνεις.

Έχω πιο ωραίες μνήμες με αυτό το ποδήλατο, γιατί δεν πέρασα τα πάνδεινα για να το κουμαντάρω.

Το έζησα με ανθρώπους που αγαπούσα πιο πολύ και δεν ένιωθα κατώτερή τους.

Με τις φίλες μου και τον παιδικό μου έρωτα και με τα λιγότερο κακιασμένα- σε αντίθεση με τα παιδιά της πόλης- παιδιά του χωριού.

Κατεβαίναμε τη δημοσιά μέχρι το σπίτι μου, με τον αέρα να σκάει στις μάπες μας στο ηλιοβασίλεμα.

Ένα μεσημέρι, πηγαίναμε με τη μητέρα μου στο νεκροταφείο να πλύνουμε τα μνήματα και να δούμε τον παππού, τη γιαγιά και τον μπαμπά.

Δίπλα στο νεκροταφείο, είχε ένα μαντρί και εκείνη την ώρα ο βοσκός είχε βγάλει τα πρόβατα για βοσκή.

Μόλις με είδαν τα σκυλιά πάνω στο ποδήλατο, όρμησαν κατευθείαν.

Έκανα πετάλι όσο πιο γρήγορα μπορούσα μέχρι που βαρέθηκαν και με άφησαν.

Για ένα δευτερόλεπτο, το πόδι μου έφυγε από το πετάλι και ένιωσε την ανάσα του άγριου σκύλου που έχει να σπάσει λαιμό κάνα χρόνο και πάει να δαγκώσει σάρκα.

Φτηνά τη γλίτωσα.

Γύρισα πίσω γιατί η μαμά δεν μπορεί να μένει μόνη της στα νεκροταφεία.

Αυτό το ποδήλατο δεν μπόρεσα να το κλατάρω.

Ο ξάδερφος μου τράκαρε το αυτοκίνητο του πατέρα του και του έδωσαν προσωρινά το ποδήλατο. Έτσι μου είπαν.

Σε ένα ξεσκαρτάρισμα της αποθήκης φέτος το Πάσχα το είδα εκεί.

Δεν το είχαν πάρει. Μου είπαν ψέματα.

Οι φίλες μου, όμως, στο μεταξύ, είχαν πάρει τα ποδήλατα στη Λαμία, στο σπίτι τους, οπότε δεν είχε νόημα να κάνω ποδήλατο χωρίς εκείνες.

Ούτε χωρίς τον παιδικό μου έρωτα, ο οποίος, έτσι για την ιστορία, ήταν ο κολλητός μου.

Κι αυτός δεν έχει ποδήλατο πλέον.

Το μπλε-πορτοκαλί πήγε για παλιοσίδερα. Το μωβ επίσης.

Έχω 5 χρόνια να κάνω ποδήλατο και δεν ξέρω αν θέλω να φουσκώσω τα λάστιχα στο ασημί.

Ελπίζω η επόμενη φορά να είναι σε κάποια πόλη του εξωτερικού και η τελευταία να είναι στο χωριό μου.

Β. (η Δραπετσωνίτισσα)

Υ.Γ. Αγαπητέ πιτσιρίκο, όταν είδα ότι θέλεις ιστορίες αναγνωστών για τα ποδήλατα τους, ενθουσιάστηκα. Σκέφτηκα να στείλω απευθείας κείμενο, αν και οι πρώτες μου σκέψεις ήταν ότι προηγούνται οι ξενιτεμένοι και οι ξενιτεμένοι ποδηλάτες. Επίσης φοβόμουν μήπως το κείμενό μου μοιάζει με έκθεση πανελλαδικών. Πριν από ένα χρόνο έδωσα και νιώθω ότι μου έμεινε κουσούρι. Τελικά, είπα δεν γ@μιέταί. Θα το γράψω απευθείας και απόλυτα ειλικρινές κι αν θέλει ας το ανεβάσει. Τέλος πάντων. Τα δικά μου ποδήλατα δεν είχαν και πολλά κλισέ ηθικά διδάγματα να μου διδάξουν για πτώσεις από τις οποίες πρέπει να σηκωθείς και να ξεπεράσεις. Για μένα οι πτώσεις ήταν κυριολεκτικές και δεν με έκαναν καθόλου καλύτερη σαν άνθρωπο. Ούτε πιο γενναία, ούτε πιο εξωστρεφή, ούτε πιο σαν-τα-αδέρφια-μου. Και σίγουρα δεν με προετοίμασαν για τις πιθανές αποτυχίες και τις αναποδιές της ενήλικης ζωής (που δεν έχω ζήσει ακόμα σε όλο της το μεγαλείο). Πολλές από τις πτώσεις δεν τις θυμάμαι καν. Μόνο αυτές που -στην κυριολεξία- με σημάδεψαν. Ελπίζω να μην είχα ορθογραφικά (μια αγωνία την έχω, μιας και ανήκω στην πιο ανορθόγραφη γενιά της χώρας, μην πω και του πλανήτη), ελπίζω η συνοχή μου να μην πήγε σαν πέρα λιβαδειές κι ελπίζω να είσαι καλά, να κάνεις πολλά μακροβούτια και να αράζεις πέτσα κάτω από κάνα αρμυρίκι. Αν θες, μπορείς να παραλείψεις το υστερόγραφο. Είναι λίγο μεγάλο. À bientôt.

(Αγαπητή φίλη, πολύ όμορφη η ιστορία σας. Και πολύ ωραία η ιδέα του Ανδρέα να γράψουν οι αναγνώστες -εντός και εκτός Ελλάδας- ιστορίες για τα ποδήλατά τους. Σας ευχαριστώ. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.