Χαιρετίσματα από Γρανάδα

Αγαπητέ Πιτσιρίκο,
σε διαβάζω εδώ και πολύ καιρό, αν και πρώτη φορά αποφασίζω να σού γράψω. Ίσως γιατί το θέμα με τα κείμενα των μεταναστών με ιντρίγκαρε αρκετά.

Εγώ είμαι από αυτούς που πάντα ήθελαν να φύγουν. Μια απροσδιόριστη ανάγκη φυγής -που ίσως κρύβει κι άλλα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Από μικρό παιδί.

Μετά σπούδασα, η ζωή μου κάπως σταθεροποιήθηκε, είχα την σχέση μου, τη δουλειά μου, όλα …έβαιναν καλώς.

Οπότε η ιδέα της φυγής στο εξωτερικό άρχισε να απομακρύνεται, αυτό που λένε “ωριμάζω”.

Ήμουν κι εγώ πλέον ένας ώριμος ενήλικας με τη ζωή του.

Και ήδη, κάπου στο βάθος του μυαλού μου, άρχιζα να φαντάζομαι τον εαυτό μου, μερικά χρόνια μετά, σαν τον τυπικό Αθηναίο που τον άκουγα να λέει πάντα ότι “θα τα βροντήξω όλα και θα φύγω, να πάω στο χωριό μου”, αλλά φυσικά ποτέ δεν θα τό έκανε.

Και ενδόμυχα, το ήξερε κι ο ίδιος πολύ καλά.

Κι έτσι οι …αγανακτισμένοι Αθηναίοι, αντί να μειώνονται, συνέχιζαν πάντα να αυξάνουν και να πληθαίνουν.

Και φυσικά, να γκρινιάζουν όλοι μαζί, για το πόσο χάλια είναι η Αθήνα και πότε κι αυτοί θα τα βρόνταγαν όλα για άλλα μέρη.

Κάπως έτσι έφτασα σχεδόν στα 30.

Και αν και με είχα πείσει ότι “I was too old for that shit”, αποφάσισα, καίτοι καθυστερημένα, να τα βροντήξω εγώ, και να αφήσω τους υπόλοιπους με το όνειρο να τα βροντήξουν κάποτε κι αυτοί.

Φαίνεται το παιδικό σαράκι της φυγής είχε βρει να τρυπώσει καλά ακόμα και στην σάρκα του “ώριμου ενήλικα”, στον οποίο είχα μετατραπεί.

Αλλά αυτό δεν θα ήταν μια απόφαση ανωτέρα βία: Ούτε λόγω ανάγκης, ούτε γιατί αναζητούσα δουλειά -είμαι από τους τυχερούς που η δουλειά μου είναι όπου θέλω εγώ-, ούτε τίποτα. Απλά, επειδή το ήθελα.

Κι επειδή ακριβώς θα γινόμουν… εθελοντικά μετανάστης, αυτόματα σήμαινε ότι είχα τη δυνατότητα να αποφύγω τους …κλασικούς προορισμούς, που μού έφερναν πάντα στο μυαλό ταινίες του ’50 και του ’60 και ιστορίες …πονεμένες απο την «ξενιτιά”: θα μπορούσα να πάω όπου εγώ θέλω.

Δύο προϋποθέσεις:

α) τα λεφτά μου, που ήταν ανεξάρτητα τόπου, να διατηρήσουν την αξία τους (δεν λέω και η Ελβετία πάντα μού άρεσε, αλλά ποτέ δεν ήταν το όνειρό μου να βρεθώ με ένα καπελάκι να παίζω κιθάρα σε μια πλατεία) και

β) μια χώρα που να μου αρέσει και να αισθάνομαι άνετα, να δένω καλά, να έχω τη δυνατότητα αφομοίωσης με τον πληθυσμό.

Κάπως έτσι πριν τριάμισι χρόνια, η μοίρα με έφερε στον …βαθύ ισπανικό νότο.

Το πρώτο σοκ του -εν προκειμένω κατ’ επιλογήν- μετανάστη, ήταν το πόσα πράγματα θεωρείς δεδομένα στη χώρα που ζεις, και που, μετοικίζοντας, αυτομάτως, τα χάνεις όλα: ταυτότητα, γλώσσα, ασφάλεια – κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Και ένας ατέλειωτος κυκεώνας από κυκλικά σχήματα:

Θες τραπεζικό λογαριασμό; Χρειάζεσαι ταυτότητα κατοίκου.

Θες ταυτότητα κατοίκου; Χρειάζεσαι τραπεζικό λογαριασμό ή δουλειά, και μόνιμη κατοικία.

Θες να νοικιάσεις την περιβόητη “μόνιμη κατοικία” σου; Χρειάζεσαι ταυτότητα και αποδεικτικά εργασίας.

Θες να ανοίξεις επάγγελμα; Χρειάζεσαι μόνιμη κατοικία και τραπεζικό λογαριασμό.

Θες δημόσια ασφάλεια; Πρέπει να εργάζεσαι.

Και όλα αυτά, φυσικά, σε μια γλώσσα που -όσο καλά και να την ξέρεις- δεν είναι η δικιά σου.

Είναι μια γλώσσα ξένη.

Κάτι που κάνει ακόμα και τα πιο απλά και χαζά καθημερινά θέματα ένα κατόρθωμα από μόνο του· ενίοτε, το ομολογώ, και πολύ διασκεδαστικό: από το να παραγγείλεις delivery, μέχρι να φωνάξεις τον υδραυλικό και να τού εξηγήσεις τι στο καλό τρέχει με το καζανάκι, μέχρι να τακτοποιήσεις μία από τίς άπειρες γραφειοκρατικές σου εκκρεμότητες, μέχρι να αρνηθείς ευγενικά την 2046η διαφημιστική πρόταση για αλλαγή εταιρείας κινητής τηλεφωνίας.

Τριάμισι χρόνια fast-forward στο τώρα, που είμαι πλέον σχεδόν …ένας ακόμα Ισπανός -που απλά του λείπει το ισπανικό διαβατήριο και έχει ένα περίεργο όνομα που κανένας άλλος Ισπανός δεν μπορεί να προφέρει-, ενίοτε γυρίζω νοητά στο πριν, κι αναρωτιέμαι:

Θα το έκανα άραγε άλλο αυτό αν ήξερα ακριβώς τι ταλαιπωρία -πρακτική και ψυχολογική- σημαίνει; Θα τολμούσα άραγε να φύγω με μίαμιση βαλίτσα παραφουσκωμένη και ένα λάπτοπ, με προορισμό το άγνωστο και να ξεκινήσω να τα χτίσω όλα από το μηδέν σαν ένα βρέφος που μόλις ανοίγει τα μάτια του σε έναν νέο κόσμο;

Ίσως όχι. Ίσως με βοήθησε η πρότερη άγνοιά μου.

Αλλά μετά, επανέρχομαι στην πραγματικότητα:

 Σκέφτομαι πόσο ωραίο είναι τα λεφτά σου να έχουν πιο “πραγματική” αξία, και ένας καφές να μην κοστίζει πάνω από 1.50.

Σκέφτομαι πόσο πολιτισμένη εικόνα είναι το να περνάει ένα ασθενοφόρο και ο δρόμος να αδείαζει ως δια μαγείας για να περάσει, χωρίς κανένας να χώνεται από πίσω για να πάει πιο γρήγορα.

Σκέφτομαι πόσο πρακτικό είναι να μπορώ να κάνω τα πάντα, χωρίς να τρέχω σε καμία δημόσια υπηρεσία, χωρίς να χρειαστεί να βγω από το σπίτι μου ή να αφήσω τη δουλειά μου, απλά με ένα ψηφιακό πιστοποιητικό.

Σκέφτομαι πόσο πολιτισμένο είναι να μπορώ να περνάω τον δρόμο από τη διάβαση και να μην φοβάμαι ότι κάποιος θα με σκοτώσει μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο.

Σκέφτομαι πόσο ωραίο είναι να πηγαίνεις στον οικογενειακό γιατρό σου, διπλά στο σπίτι σου, χωρίς να χρειάζεται να τρέχεις πουθενά, με ραντεβού, χωρίς να περιμένεις σχεδόν καθόλου, και χωρίς να έχεις την αίσθηση ότι σε βλέπουν σαν μια ακόμα αγγαρεία της ημέρας.

Σκέφτομαι πόσο άδειοι φαίνονται οι δρόμοι όταν όλοι παρκάρουν μόνο εκεί που πρέπει κι όχι καβαλώντας ό,τι υπάρχει ή ο ένας δίπλα στον άλλο, με αλάρμ, “για 2-3 λεπτάκια μωρέ”.

Σκέφτομαι πόσο όμορφο είναι να βλέπεις gay ζευγάρια στο δρόμο, πιασμένα χέρι-χέρι, χωρίς να γυρίζει καν κανένας να κοιτάξει, γιατί στην τελική είναι κάτι φυσιολογικό.

Κι όλα αυτά, σε μια χώρα που μοιάζει με Ελλάδα, μυρίζει Ελλάδα, έχει γεύση Ελλάδα και όλοι μοιάζουν με τα αδέλφια σου· απλά, από άλλη μάνα.

Κι έπειτα, θυμάμαι πάλι την Ελλάδα.

Μια Ελλάδα όπως χαράχτηκε στη μνήμη μου τα σχεδόν 30 χρόνια που έζησα εκεί.

Και την Ελλάδα, όπως την βλέπω να εξελίσσεται εξ αποστάσεως.

Μια χώρα αδιαμφισβήτητα όμορφη -ποτέ δεν είχα κάτι με τις θάλασσες και με τα βουνά της-, που όμως οι ίδιοι οι άνθρωποι της την προδίδουν.

Φαίνεται πως επικεντρωθήκαμε πολύ στις παλιές δόξες αυτών που κάποτε πάτησαν σ’ εκείνα τα εδάφη -και καλώς ή κακώς καμία σχέση μ’ εμάς δεν έχουν- και εφησυχάσαμε…

Αλλά μάλλον έτσι πάει η ιστορία.



Εγώ την επιλογή μου την έκανα. Πίσω δεν γυρίζω.

Όπως είχε πει -ειρωνικά- κι ο Ιούλιος Καίσαρας: “Numquam fugiens respexeris” (Φεύγοντας, ποτέ μην γυρίζεις να κοιτάξεις πίσω).

Δεν λέω ότι βρήκα τον παράδεισο, ούτε ποτέ πίστεψα σε παραδείσους.

Ξέρω, όμως, ότι σίγουρα βρήκα μια νέα πατρίδα, μια πατρίδα που επέλεξα εγώ, και που με σέβεται και αγαπώ.

Και με κάνει να μεταμορφώνομαι σε μια εκδοχή του εαυτού μου, που προτιμώ με διαφορά.

Κι όσο κι αν ενίοτε αναρωτιέμαι, αν έπρεπε όλα να τα κάνω εκ του μηδενός, πάλι από την αρχή, σάς διαβεβαιώ: θα το έκανα – όπως λένε και οι αγγλοσάξονες – “at the blink of an eye”.



Τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς!



Γ.Ζ.



Υ.Γ. Ποτέ δεν είναι αργά

.

(Αγαπητέ φίλε, από τους Έλληνες που έφυγαν, καταλαβαίνω καλύτερα αυτούς που πήγαν στην Ισπανία. Ίσως, γιατί κι εγώ στην Ισπανία θα πήγαινα. Είμαι του νότου και της Μεσογείου. Κρίμα που δεν είναι η Ισπανία η χώρα που δίνει τις καλές δουλειές -αυτές με τα περισσότερα χρήματα δηλαδή-, ώστε να κάνουμε αποικία εκεί. Εσείς να μείνετε εκεί. Να έχουμε και κάποιον να μας καθοδηγήσει στην Ισπανία, αν την κάνουμε από την Ελλάδα. Να είστε καλά. Καλή ζωή. Την αγάπη μου. Abrazo fuerte.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.