Freeda από Freedom

Η Freeda που λες, Πιτσιρίκο, είναι μία μαύρη σκύλα που γεννήθηκε το 2008 κάπου στα Τουρκοβούνια. Γεννήθηκε ελεύθερη και μάλλον κάποιοι καλοί άνθρωποι της δίνανε κάνα κόκαλο να φάει.

Ενός έτους κούκλα το 2009, νεαρή και τσαχπίνα, αδύνατη και βρώμικη, κατέβηκε στην πόλη προς του Γκύζη, να βρει τίποτα να φάει και να γνωρίσει νέες γειτονιές.

Οι Γκυζιώτες, καλοί άνθρωποι και σπλαχνικοί, είχαν ο καθένας από δύο σκυλιά που είχαν λίγο χορτάρι να κάνουν τα κακά τους και τα τσίσα τους στο πάρκο πίσω από τα δικαστήρια.

Δίνανε και στα αδέσποτα φαΐ και, όταν βρίσκανε και τίποτα μωρά, έκαναν το παν να τους βρούνε σπίτια.

Η Freeda δεν ήταν χαζή. Τριγυρνούσε στο πάρκο για κάμποσες μέρες και παρατηρούσε.

Οι άνθρωποι της έδιναν φαΐ και εκείνη δεν έτρωγε, μόνο τους έγλειφε τα χέρια.

Τέτοια καρδιά μάλαμα είχε εκείνο το μαύρο αδέσποτο αδύνατο σκυλί.

Μια μέρα, η Freeda είδε ένα κορίτσι πάνω σε ένα ποδήλατο.

Το κορίτσι της είπε ένα δυο γλυκόλογα, κατέβηκε από το ποδήλατο και την χάιδεψε.

Και η Freeda -που δεν ήτανε χαζή- κατάλαβε ότι η κοπελίτσα δεν είχε άλλο ζώο και ίσως, αν της έκανε τα γλυκά μάτια, να την έπαιρνε μαζί της στο διαμέρισμα.

Πάρκο δίπλα, σκυλάκια για να παίζει…

Την ακολούθησε λοιπόν και ήθελε να μπει μέσα στην πολυκατοικία. Και μέσα στο διαμέρισμα. Και μέσα στην καρδιά της.

Και το όνομα αυτής, Freeda από Freedom.

Η Freeda δεν ήταν χαζή, αλλά ποσώς την ενδιέφεραν όλα όσα γίνονταν στην Αθήνα εκείνη την εποχή.

Διαδηλώσεις, Αγανακτισμένοι, τα μαγαζιά κλείνανε και απολύανε την αφέντρα της, κι εκείνη συμφωνούσε στην επόμενη δουλειά να μην πληρώνεται τα ένσημά της.

Η Freeda δεν είχε ιδέα ότι τη μέρα που πέθαναν εκείνοι οι άνθρωποι στη Μαρφίν η ανθρωπομαμά της προσπαθούσε να γυρίσει από τη δουλειά της με το ποδήλατο μέσα στα δακρυγόνα και κανένας δρόμος δεν ήταν ανοιχτός.

Και είχε μία ησυχία που ήταν τόσο τρομακτική. Και η Αθήνα είχε γίνει ανυπόφορη.

Το μόνο που κατάλαβε η Freeda ήταν ότι μια ωραία πρωία βρέθηκε στην εξοχή, και όλη μέρα έτρεχε πίσω από κάτι άλογα γαυγίζοντας.

Χωρίς να το πάρει χαμπάρι, σκότωσε και την πρώτη της φραγκόκοτα.

Οποία ευχαρίστηισις!!!

Την κυνήγαγε η αφέντρα της να την μαλώσει αλλά η χαρά της ήτανε τεράστια!

Ένα καλοκαίρι ζωή και κότα η Freeda, γεμάτη ψύλλους αλλά ελεύθερη κι ωραία στις εξοχές.

Βλέπεις, Πιτσιρίκο, η μάνα της είχε μπουχτίσει απ’ όλα και το ‘ριξε στον εθελοντισμό.

Να μη μυρίζει τα δακρυγόνα, να φύγει από τη θανατίλα της Αθήνας.

Το φθινόπωρο του 2010, η Freeda μετακόμισε κάπου στα δυτικά προάστια και, για κάνα τρίμηνο, βολτάριζε στα βουνά πάνω από το Περιστέρι και την Πετρούπολη, όσο η αφέντρα της κυνηγούσε την τύχη της, άφραγκη αλλά ευτυχισμένη στη Βόρεια Ευρώπη.

Η αφέντρα της γύρισε μετά από τρεις μήνες και με τα μούτρα κάτω.

Δουλειά στην Αθήνα, ούτε για δείγμα. Κάτι φυλλάδια με το ζόρι. Πατέντες για να βγει κανα δεκάρικο.

Ψωμί χειροποίητο γιατί δεν είχε για φούρνο. Και κροκέτες του ενός ευρώ για τη Freeda.

Ευτυχώς, δεν ήταν σκυλί με απαιτήσεις. Και του λιμανιού και του σαλονιού.

Δεν καταλάβαινε από κρίση και φτώχεια η Freeda. Είχε τις βόλτες στο βουνό!

Και μια ωραία πρωία, η κούκλα Freeda βρέθηκε στην επαρχία.

Γιατί στην επαρχία τα λεφτά και η ελπίδα υπήρχαν ακόμα.

Κάπου στη Στερεά Ελλάδα.

Εκεί που ο ορίζοντας έχει βουνάκλες, ποτάμια και στο βάθος θάλασσα.

Μια ωραία αλλά παρεξηγημένη πόλη.

Η Freeda ανακάλυψε καταρράκτες και ρυάκια και λόφους γεμάτους φραγκοσυκιές.

Ανακάλυψε αδέσποτα σε αγέλες και μαμάδες με καρότσια που κάνανε σαν υστερικές, όταν τους κούναγε την ουρά για να πάει να τις χαιρετήσει.

Η αφέντρα της τη μάζευε πάντα, όταν έβλεπε καροτσάκια και ηλικιωμένους.

Ήξερε ότι οι άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη –όπως και παντού στην επαρχία- τα σκυλιά τα έχουν μόνο για φύλακες.

Η αφέντρα της έλεγε διάφορα καλαμπούρια στους ντόπιους. Ότι δεν την θέλει για φύλακα αλλά για συντροφιά!

Την έπαιρνε μαζί της στα μπαράκια τις καλοκαιρινές νύχτες και της έδινε πατατάκια και φιστίκια από αυτά που συνόδευαν τη μπύρα.

Η Freeda δεν καταλάβαινε γιατί ήταν από τα λίγα σκυλιά που φόραγαν λουρί στην πόλη και κυκλοφορούσαν απροκάλυπτα μαζί με το αφεντικό τους.

Η αφέντρα της κατέληξε, όταν έβλεπε μαμάδες και παιδάκια, να φωνάζει από μακριά «Πρόσεχε Freeda παιδάκια! Βοήθεια!».

Ωραία τα πέρναγε η Freeda στην επαρχία. Ήσυχα κι ωραία.

Έμεινε μόνη της χωρίς την αφέντρα της έξι μήνες. Σε σπίτια φίλων ή επί πληρωμή.

Δεν ήξερε γιατί.

Αλλά η Freeda δεν ήταν χαζή και είχε εμπιστοσύνη.

Και στα μέρη που φιλοξενούνταν έτρωγε και καμιά μπριζόλα. Οπότε, έκανε την κότα και περίμενε.

Μια ωραία πρωία ήρθε η αφεντικίνα της. Ήρθε με ένα πλαστικό κουτί. Με σιδερένια πόρτα.

Το αγάπησε αυτό το κουτί γιατί κάθε φορά που έμπαινε έτρωγε σουβλάκια.

Στην αρχή, ανοιχτό στο πάνω μέρος. Μετά, κλειστό χωρίς πόρτα.

Μπαινόβγαινε στο καινούργιο της κουτί και έτρωγε κομματάκια κρέας.

Μετά, η πόρτα έκλεινε και οι φίλοι της αφεντικίνας της το μετακινούσαν.

Όσο έτρωγε τα σουβλάκια της η Freeda, τόσο αγαπούσε το κλουβί της γιατί δεν ήταν και καμία χαζή.

Εξάλλου, ήταν μαζί με την αφεντικίνα της. Και αυτό ήταν το πιο σημαντικό.

Και μία ωραία πρωία, μπήκε στο κλουβί της μπήκε στο αυτοκίνητο και βρέθηκε στο Ελ. Βενιζέλος.

Της ελέγξανε το διαβατήριο, όλα τα εμβόλια ήταν εντάξει, χαπακώθηκε για να κοιμηθεί αλλά εκείνη δεν ήθελε να κοιμηθεί.

Ήταν μισοξύπνια σ’ αυτό το καταραμένο κουτί που κάποτε την τάιζε σουβλάκια. Και την πήγαιναν πέρα δώθε πάνω σε ένα καροτσάκι με ρόδες…

Δεν καλοθυμάται πια εκείνο το ταξίδι το 2015.

Αυτό που ξέρει είναι ότι βρέθηκε μέσα σε πράσινα βουνά και χιόνια.

Ότι τρέχει δίπλα σε λίμνες και ποτάμια.

Ότι η αφέντρα της δεν την μαζεύει πια, όταν βλέπει μαμάδες και καρότσια.

Ότι μπορεί να λέει καλημέρα σε όλους και ότι οι περισσότεροι κυκλοφορούν με τα σκυλιά τους ελεύθερα.

Ότι δίπλα στο σπίτι έχει ένα τεράστιο πάρκο και ότι περνάει ένα ποτάμι στη μέση και μπορεί κάθε μέρα να κυνηγάει τις πάπιες και τους σκίουρους.

Κι ας έκλεισε τα δέκα, τρέχει και παίζει και κυλιέται στα γρασίδια.

Και η αφέντρα της είναι ευτυχισμένη. Με έναν τρελό τύπο αρμένικης καταγωγής με μουστάκι. Τρίτη γενιά Γάλλος.

Η μαμά της μιλάει και σε μια άλλη γλώσσα πια, αλλά στη Freeda μιλάει πάντα στα ελληνικά.

Βέβαια, η Freeda δεν είναι χαζή και καταλαβαίνει και τις δύο γλώσσες πια.

Και οι αγκαλιές και τα χάδια δεν έχουν γλώσσα.

Και κοιμάται ανέμελη, ενώ η ραπτομηχανή της αφέντρας της γουργουρίζει όλη μέρα.

Γιατί εδώ στη Γαλλία, Πιτσιρίκο, η κοπελίτσα με το ποδήλατο μπόρεσε κι άνοιξε τη δική της μικρή επιχείρηση.

Νόμιμα. Εύκολα.

Και η Freeda τριγυρνάει στα παζάρια και στις αγορές και κανείς δεν φοβάται να πλησιάσει το περίπτερο της Freedaς επειδή βλέπει ένα μεγάλο μαύρο σκυλί.

Ίσα ίσα, έρχονται να την χαϊδέψουν και να της γλυκομιλήσουν.

Και ψωνίζουν κιόλας γιατί έχουν λεφτά.

Και δεν κάνουν παζάρια γιατί ξέρουν να εκτιμούν το χειροποίητο και την κούραση που έχει πίσω του.

Τη Freeda δε τη νοιάζει, στην τελική, σε ποια χώρα θα μένει, αρκεί να είναι με την αφέντρα της.

Γιατί η Freeda δεν είναι χαζή.

Ίσως και όλα αυτά να τα ήξερε όταν συνάντησε εκείνη την κοπέλα με το ποδήλατο στου Γκύζη.

Και σύντομα, θα μπορεί να ζει 6 μήνες στην Ελλάδα και 6 μήνες στη Γαλλία.

Βουνά στη Στερεά Ελλάδα, βουνά και στις Άλπεις.

Γιατί της Freedaς, Πιτσιρίκο, δεν της πολυαρέσει η θάλασσα. Το βουνό είναι που της κόβει την ανάσα.

Γαβ.

(Αγαπητή φίλη, να και τα ξενιτεμένα ελληνικά σκυλιά. Πρέπει, όμως, να σε θέλει και η τύχη. Η Freeda, από αδέσποτη στου Γκύζη, βρέθηκε στη Γαλλία. Αν ήξερα μουσική, θα το έκανα τραγούδι αυτό. Αν δεν ήταν κάπως γκάου οι Έλληνες τραγουδοποιοί, θα είχαν ήδη κάνει τραγούδι τον σκύλο που ξενιτεύτηκε. Γιατί η Freeda δεν θα είναι το μόνο σκυλί που πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς. Και πολλές γάτες θα ξενιτεύτηκαν. Πάντως, για την Freeda, πατρίδα της είστε εσείς. Σας ευχαριστώ πολύ για το κείμενό σας. Με έφτιαξε. Καλή ζωή. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.