Γιατί ρε Πιτσιρίκο;

Ρε Πιτσιρίκο, από τότε που σού έγραψα πρώτη φορά, μ’ έχει φάει η ενοχή κι η αμφιβολία.

Και πριν το πάρεις προσωπικά, να διευκρινίσω ότι το να αισθάνομαι ένοχη για τα πάντα είναι το default mode, μια ζωή εκπαίδευση στην ενοχή· αν ήταν ολυμπιακό άθλημα θα σάρωνα τα χρυσά.

Εν προκειμένω, η ενοχή αφορά στο ότι παράτησα τα πάτρια 20 χρόνια πριν.

Κι αφού έφαγα τα 18 να κωλοτρώγομαι να γυρίσω πίσω και να προσπαθώ να βρω τρόπο, από πρόπερσι που ήρθα ξανά για ένα τρίμηνο, αποφάσισα ότι αυτό ήταν, δεν έχει πλοίο για με δεν έχει οδό, θα αφήσω τα πολύτιμα κοκκαλάκια μου στους αντίποδες, και καλά θα κάνω να συνηθίσω στην ιδέα και να μ’ αρέσει κιόλας.

Κι άρχισα να συνηθίζω όντως και να μ’ αρέσει τόσο που άρχισα να απορώ γιατι κωλοτρωγόμουνα 18 χρόνια.

Στο φινάλε μια χαρά είναι η ζωή μου εδώ.

Μπορεί να μην έχω τους φίλους που έχω στην Ελλάδα τους καρδιακούς (είναι ακόμα καρδιακοί αναρωτιέμαι συχνά, ή απλά δεν υπήρξε αρκετή τριβή για να σιχαθούμε ο ένας τον άλλο;), μπορει να μην έχω οικογένεια εδώ (κι αυτό μπορεί να μην είναι υποχρεωτικά κακό, η ενοχή που λέγαμε), μπορεί η κοινωνία να είναι πολύ αποστειρωμένη και απολίτικη για τα γούστα μου (αλλά δε σου ζαλίζει και τα ούμπαλα ο κάθε μπαγλαμάς με τις παπαριές του, και δε με χαλάει να είναι ευγενικός ο άλλος), μπορεί ο ωκεανός να είναι αφιλόξενος και το οικοσύστημα διαφορετικό (αλλά είναι απίστευτη αυτή η ήπειρος), αλλά κάνω αυτό που μ’ αρέσει (φτιάχνω κοσμήματα, που στην Ελλάδα ήταν το χόμπυ που έκρυβα από μικρή κι εδώ έχει γίνει επάγγελμα, κι έχω στείλει τα «μωρά» μου σ’ όλον τον πλανήτη), ζω σε σπίτι με αυλή και πολύχρωμους παπαγάλους στα δέντρα, είμαι καλοπαντρεμένη με Αυστραλό (όχι γιατί είναι πλούσιος ή κάτι τέτοιο, ταξικά είμαστε η προτελευταία τρύπα του ζουρνά εδώ, τα δολαρόδεντρα τα κόψαν οι νεοφιλελέδες το ’80, αλλά ταιριάζουμε απόλυτα, 16 χρόνια μαζί), έχουν διευρυνθεί οι ορίζοντές μου, μ’ αρέσει που ζω σε πολυεθνική κοινωνία με διαφορετικά φαγιά και χούγια, και, κυρίως, δεν στρεσάρομαι αν θα έχω να φάω αύριο, έχω πλήρη ιατρική κάλυψη δωρεάν, υπάρχουν δουλειές αν χρειαστεί, και μπορώ να συνδράμω και τη μάνα μου που ζει με σύνταξη του ΟΓΑ και 220 ευρώ ενοίκιο.

Όπως καταλαβαίνεις, δεν είναι εύκολη η απόφαση της επιστροφής, αλλά, παρ’ όλα αυτά, ήμουν διατεθειμένη να την πάρω.

Και προσπάθησα όντως όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι πρόπερσι που αποδέχτηκα το αμετάκλητο της μετανάστευσής μου, και παραιτήθηκα.

Την τελευταία διετία, που σταμάτησα τη μίρλα, άρχισα να καλοπερνάω κιόλας πραγματικά, απενοχοποιήθηκα.

Και μετά σκας εσύ.

Που δεν καταλαβαίνεις γιατί φύγαμε εμείς που φύγαμε, και θέλεις να γυρίσουμε γιατί η χώρα αιμορραγεί, κι αν γυρίζαμε εμείς, μπορεί και η Ελλάδα να σωνόταν, πολιτιστικά τουλάχιστον.

Όταν έφυγα, εγώ δεν αιμορραγούσε βέβαια, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είμαι άμοιρη ευθυνών (η ενοχή που λέγαμε πάλι, είδες;).

Και διαβάζω και τα σχόλια αναγνωστών που συμφωνούν ομόφωνα ότι «κι ο Ρεχάγκελ με τους απ΄ έξω έκανε ομάδα», κι εκεί που είχα ησυχάσει κι αποδεχτεί τη μοίρα μου, άρχισαν πάλι να με τρώνε οι αμφιβολίες.

Εδώ θέλω να σου διηγηθώ τη στιγμή στην οποία όλα άλλαξαν, το άχυρο που έσπασε την πλάτη της καμήλας που λέμε κι εδώ.

Έχουμε έρθει λοιπόν πρόπερσι, όχι για διακοπές, αλλά για να ψάξουμε σοβαρά τρόπο να μείνουμε στην Ελλάδα, αποφασισμένοι να γυρίσουμε τα πάνω κάτω μέχρι να βγάλουμε άκρη.

Ο άντρας μου λατρεύει την Ελλάδα, αυτός ήθελε πάντα να μείνουμε, μάλλον γιατί δεν έχει ζήσει εκεί ποτέ και δεν μιλάει ελληνικά, οπότε οι μαγκιές κι οι παπαριές τον αφήνουν ανέγγιχτο.

Εγώ, πιο συντηρητική, ξέρω οτι η Ελλάδα δεν ειναι Αυστραλία, δεν υπάρχει κρατική υποστήριξη, ασφάλεια υγείας δεν έχουμε, τα λεφτά που μαζέψαμε είναι λίγα και για εδώ και για εκεί, και όπου και να είμαστε πρέπει να το πληρώνουμε, τίποτα δεν είναι τζάμπα, για να γυρίσουμε στην Ελλάδα χρειαζόμαστε εισόδημα απ’ την πρώτη μέρα.

Αποφασίζουμε λοιπόν, μιας κι είναι τέλος σεζόν, να πάρουμε σβάρνα τα νησιά και να δούμε αν μπορούμε να ανοίξουμε κανά μαγαζάκι μ’ αυτά που φτιάχνουμε και κανα ψιλοφαΐ, όχι να πλουτίσουμε, απλά να πορευόμαστε, στη χειρίστη να περνάμε το μισό χρόνο στην Ελλάδα και τον μισό στην Αυστραλία.

Από νησί σε νησί, η εικόνα παραμένει ίδια.

Δεν είμαστε ντόπιοι, κι όλοι μόλις ακούν Αυστραλία νομίζουν ότι βρήκαν την κότα με τα χρυσά αυγά.

Θεωρούν ότι είμαστε ή ηλίθιοι, ή αφελείς, ή απλά τρελοί κι όπως και να ‘χει τους βολεύει, στά μάτια τους λαμπυρίζουν ευρουλάκια παχουλά.

Οι προσπάθειες να εξηγήσουμε ότι δεν είμαστε φορτωμένοι, μόνο από αγάπη θέλουμε να γυρίσουμε, καλλιτέχνες είμαστε, ψιλοάφραγκοι κι ας είμαστε Αυστραλοί, πέφτουν στον γνωστό κουτοπόνηρο τοίχο.

Οι τιμές πολλαπλασιάζονται όταν ρωτάμε εμείς, μας την πέφτουν κάθε λογής απατεώνες, η φάση μοιάζει με ταινία των Μόντυ Πάιθον, αλλά εμείς απτόητοι συνεχίζουμε την έρευνα.

Τα φράγκα αρχίζουν να τελειώνουν, το τρίμηνο της βίζας επίσης, η υπομονή είναι κι αυτή στα τελευταία της, κι εναποθέτουμε τις τελευταίες μας ελπίδες στη Σκύρο.

Ωραίο το νησί, διαφορετικό απ΄ τα άλλα, υπανάπτυκτο τουριστικά, ίσως και να μας χωράει, να μας παίρνει οικονομικά να στήσουμε ένα μαγαζάκι εκεί.

Η ίδια ιστορία κι εκεί με τους ντόπιους, «απο πού είστε» είναι η ερώτηση που καθορίζει τις τιμές και την αντιμετώπιση, κι ενώ όσο νομίζουν ότι είμαστε λεφτάδες είναι οι καλύτεροι φίλοι μας, με το πού διαπιστώνουν ότι δεν παίζει αξιόλογο χρήμα μας κόβουν και την καλημέρα.

Για να μην πολυλογώ, μας έχει μείνει μιά βδομάδα, άκρη δεν φαίνεται να βγαίνει, κι αρχίζουμε να απελπιζόμαστε σοβαρά, και να συζητάμε το ενδεχόμενο να χρυσοπληρώσουμε την επέκταση της βίζας για να συνεχίσουμε την έρευνα, ρισκάροντας να φάμε όλα τα έτοιμα και να μείνουμε στον άσο.

Τελευταία κίνηση, να βρούμε μιά παραλία στην οποία φτάνεις μέσω χωματόδρομου.

Ο εν λόγω χωματόδρομος ανεβαίνει ένα βουνό, κατεβαίνει φιδωτός στην παραλία, και είναι γεμάτος λακούβες και κοτρώνια.

Στην κορυφή του βουνού είναι ένα μαντρί με θέα 360 μοιρών κι εκατομμυρίων ευρώ, κι ένας παππού τσοπάνος με το κοπάδι του.

Τον προσπερνάμε κι αρχίζουμε να κατηφορίζουμε, αλλά σύντομα διαπιστώνουμε ότι ο δρόμος θα διαλύσει το αμάξι κι είναι και δανεικό, κι αποφασίζουμε να μην το ρισκάρουμε και να γυρίσουμε πίσω.

Ξανά στην κορυφή του βουνού, πάμε με 10 χλμ την ώρα, και καθώς προσπερνάμε τον τσοπάνο, μας κοιτάζει έντονα, και για να μην είμαι αγενής τον χαιρετάω, μας χαιρετάει κι αυτός, κι αρχίζει να έρχεται προς το μέρος μας, οπότε σταματάμε για να του μιλήσουμε.

Είναι τόσο έντονο το βλεμμα του που αισθάνομαι αμηχανία, δεν ξέρω τι να πω, και λέω «Ωραία είναι εδώ πάνω».

«Τι ομορφιά έχει;» μου απαντάει ειρωνικά.

«Να,…. ωραία θέα,… το βουνό, η θάλασσα….»

Κι εκεί μου ρίχνει την ατάκα που με αποτελείωσε.

«Η ομορφιά δεν τρώγεται. Ωραία είναι εκεί που έχεις να φας, που το κράτος σε προσέχει, σου δίνει αξία, εκεί είναι ωραία.»

Δεν βρήκα επιχείρημα να τον αντικρούσω και συνέχισε.

«Με βλέπεις εμένα; Ξέρεις πόσο χρονών είμαι;»

«Εεεε,….ξέρω γω,…. 65,… 70;»

«82, παρακαλώ!»

«Μια χαρά κρατιέστε, μπράβο!»

«Τι να κάνω, άμα δεν κρατηθώ ποιός θα με ταϊσει; Αντί να έχω σύνταξη και να κάθομαι, να δουλεύω μέχρι τα τελευταία μου! Ζωή ειν’ αυτή, κράτος; Να τη χέσω και την ομορφιά, και τη θέα και όλα!»

Και συνεχίζει με μιά απ’ τις πιο εύστοχες πολιτικές αναλύσεις που έχω ακούσει ποτέ, στο τέλος της οποίας το σαγόνι μού έχει πέσει στα γόνατα, κι ορκίζομαι να μην ξανακρίνω το βιβλίο απ’ το εξώφυλλο ποτέ ξανά στη ζωή μου.

Αξιοθαύμαστος ο γεροτσοπάνος, 1400 τα έχει και 1400 ενήμερα, κι ενώ με κάθε φράση το ηθικό μου καταρρακώνεται, ο άντρας μου που δεν καταλαβαίνει λέξη συνεχίζει να χαμογελάει σαν χαζός, νομίζοντας ότι ανταλλάσσουμε ευχάριστες κοινοτυπίες, αφού, σύμφωνα με την εμπειρία του, οι Έλληνες, ακόμα κι όταν αστειεύονται, θυμωμένοι φαίνονται.

Ευχαρίστησα τον γεροτσοπάνο για τη διαφώτιση και την ανάλυση, ευχαρίστησα και το σύμπαν για τον θεόσταλτο γεροτσοπάνο (με πιάνουν κάτι τέτοιες προλήψεις), και με το κεφάλι κατεβασμένο γύρισα στο ξενοδοχείο.

Στη διαδρομή εξήγησα στον άντρα μου τι διημείφθη, κοιταχτήκαμε χωρίς λόγια, και στραφήκαμε στη θέα.

Και το υπόλοιπο των ημερών κάναμε διακοπές στο νησί και μπάνια, κι ας είχαν πιάσει τα οκτωβριανά κρύα.

Το τρίμηνο πέρασε λοιπόν, άκρη δε βγάλαμε αλλά γνωρίσαμε πολύ κόσμο και μαζέψαμε πολλές πληροφορίες, φάγαμε μια περιουσία γιατί η Ελλάδα είναι ακριβή, φάγαμε κι απ’ τα έτοιμα, κι αποκαρδιωμένοι αλλα ελεύθεροι πια, τα μαζέψαμε και γυρίσαμε πίσω.

Φίλησα χώμα όταν φτάσαμε, σταμάτησα να κωλοτρώγομαι, πήρα και μιά αδέσποτη γάτα οικόσιτη -γιατί ως τώρα το λυπόμουνα το ζωντανό να το αφήσω πίσω όταν θα έφευγα-, έβαλα και ντομάτες και ρίγανη στην αυλή, κλάδεψα και τη λεμονιά, κι ησύχασα.

Είπα αφού εδώ ζω, εδώ θα ζω ολόκληρη, και με τα δυό πόδια.

Κι άρχισα να φροντίζω την κοινωνική μου ζωή που είχε πέσει σε δυσμένεια, να προσέχω τις μικρές λεπτομέρειες που φτιάχνουν την «ομορφιά» εδώ, να αισθάνομαι πραγματικά ευγνώμων και να μη νιώθω πιά ενοχή.

Και μετά αρχίζεις να μου την πέφτεις εσύ.

Γιατί ρε Πιτσιρίκο;

Β.

Υ.Γ. Το κείμενο δεν είναι υποχρεωτικά για δημοσίευση, να σου μιλήσω ήθελα, να σου εξηγήσω γιατί μπορεί και να μην είναι τόσο εύκολη η επιστροφή (αν και θα ξέρεις, με τόσο κόσμο μιλάς), και να σου πω πώς ένας γεροτσοπάνος μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή.
Λες να ήταν όντως απο μηχανής θεός και να εξαφανίστηκε, πουφ!, μόλις φύγαμε;

(Αγαπητή φίλη, δεν έγραψα ποτέ πως δεν καταλαβαίνω γιατί έφυγαν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες από την Ελλάδα. Κατλαβαίνω πολύ καλά γιατί έφυγαν. Η σκέψη μου είναι πώς θα μπορούσαν κάποιοι να επιστρέψουν και οι υπόλοιποι να μπορέσουν να κάνουν κάτι για τη χώρα μας από τη χώρα που ζουν. Έχετε δίκιο σε αυτά που γράφετε. Όπως έχει δίκιο και ο τσοπάνης. Γιατί μπορεί κάποιος να είναι τσοπάνης και να έχει φιλοσοφία ζωής. Και ένας άλλος να είναι γιατρός και να μην έχει ιδέα. Να μην έχετε ενοχές. Εσείς την προσπάθειά σας την κάνατε. Σας ευχαριστώ. Καλή ζωή. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.