«Εσείς είστε Πρωταθλητές!»


Φοιτητούπολη της Γερμανίας, και η ζωή κυλάει ωραία για έναν νέο -μετανάστη και τουρίστα μαζί-, αφού οι Γερμανοί δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη το ευρώ και ο Σρέντερ δεν ψήφισε ακόμη τον νόμο για «ευέλικτες εργασιακές σχέσεις».

Τουρίστας, γιατί στα εικοσιδύο σου δεν βλέπεις τη ζωή ως αγώνα καθημερινής επιβίωσης όπως ενός σημερινού μετανάστη.

Ξεκινούσα τη μέρα μου με τη σκέψη «η ζωή είναι μια περιπέτεια», και «άσε τους άλλους να τρέχουν για του αφέντη το φαΐ».

Δεν υπάρχει καμία μαγική συνταγή για να ζήσεις «κάτι διαφορετικό», όταν εσύ ο ίδιος δεν σκέφτεσαι διαφορετικά. Όχι αλαζονικά, αλλά διαφορετικά.

Σκέφτομαι ίσον είμαι.

Είμαι οι σκέψεις μου.

Το σύνολο των σκέψεων μου, είναι η νοοτροπία μου.

Πες μου τι σκέφτεσαι, και θα σου πω τον τρόπο με τον οποίο ζεις.

Είχα αποκτήσει την συνήθεια να χαιρετάω τους ντόπιους που τουλάχιστον αναγνώριζα φατσικά στο δρόμο. Ήταν ένδειξη οικειότητας και αποδοχής.

Αυτό που λένε ότι οι Γερμανοί σε περνάνε από σαράντα κύματα, ξεκινάει ακριβώς από αυτή την αβρότητα που περιμένουν να δείξεις χαιρετώντας τους.

Ξέρω ότι στις μεγαλουπόλεις, αυτή η συμπεριφορά σπανίζει, αλλά στα μικρά χωριά ήταν και είναι ακόμη συνήθεια. Τουλάχιστον για τις μεγαλύτερες γενιές.

Τους χαιρετάς, δείχνεις τις προθέσεις σου.
Δεν τους χαιρετάς, θα αναρωτιούνται για το ποιόν σου.

Πάντα ανίχνευα από μακριά το βλέμμα αυτού που πλησίαζα στο διάβα μου. Είναι σαν να διαβάζω τον ψυχικό του κόσμο.

Στο μικρό «γαλατικό χωριό» μας, όπως το αποκαλούσα λόγω της νεανικής τρέλας του, συναντούσα συχνά στη διαδρομή μου, μία νέα κοπέλα να περπατάει τις περισσότερες φορές κρατώντας παράλληλα το ποδήλατό της.

Ήταν ένα όμορφο «old classic» εποχής ποδήλατο. Είχε ένα καφέ πλεχτό ψάθινο καλάθι μπροστά στο τιμόνι του, και καφέ δερμάτινη σέλα, με γκρι σκελετό.

Μερικές φορές, κρατούσε απλώς το καλάθι στα χέρια της. Πότε γεμάτο με βιβλία, πότε άδειο.

Ψηλή, με κορμί σαν λαμπάδα, ξανθιά με μακριά κοτσίδα, και πανέμορφες φακίδες στο ολόλευκο πρόσωπό της.

Το χειμώνα, όταν κοκκίνιζαν τα μάγουλά της, οι μικρές αλλά αχνές αυτές φακίδες, συνέθεταν την πιο γλυκιά αντίθεση που είχα δει σε γυναικείο πρόσωπο.

Όσες φορές κι αν την χαιρέτισα χαμογελαστά, δεν ανταποκρινόταν και με κοιτούσε τόσο έντονα, που πίστευα ότι με φοβάται για κάποιον άγνωστο λόγο. Ένα βλέμμα που δεν μπορούσα να ξεχάσω.

Καλοκαιράκι απόγευμα, και βγήκα να συναντήσω κάτι φίλους σε ελληνικό στέκι.

Καθώς απολαμβάναμε τον ελληνικό διπλό καφέ στην αυλή του καταστήματος, ακούω από μία παρέα Ελλήνων, να έχει ξεκινήσει κουβέντα με αυτή την παράξενη κοπέλα, που μόλις περνούσε με το ποδήλατό της.

Ήταν η Χάιντι. Έτσι την γνώριζαν όλοι.

Κάποιοι την αποκαλούσαν «η τρελή του χωριού», και οι πιο «ειδήμονες» έλεγαν ότι το έπαθε από το πολύ διάβασμα.

Μιλούσε, όμως, άπταιστα Ελληνικά.

Η κουβέντα της μαζί τους, έδειχνε έναν τόσο έξυπνο άνθρωπο, που, χωρίς να το καταλάβω, πλησίασα προς το μέρος της, ώστε να μπω στο πάνθεον αυτής της συζήτησης.

Τους έλεγε πόσο πολύ χαίρεται, όταν μας βλέπει να απολαμβάνουμε την ζωή, και λυπάται που δεν μπορεί να μας κάνει παρέα.

Τα έλεγε και έλαμπε το πρόσωπό της χαμογελώντας, αλλά ο τόνος της φωνής της, μαζί με τις γεμάτες υπονοούμενα μικρές σπασμωδικές γκριμάτσες της, άφηναν ένα μυστήριο.

Ένα μυστήριο γεμάτο ευγένεια και αρχοντιά, όπως αποδείχτηκε.

Οι δικοί μας συνέχιζαν να την πειράζουν, και τη ρωτούσαν αν θέλει να της γνωρίσουν κάποιον Έλληνα.

Απαντούσε τόσο ήρεμα και γλυκά, που νόμιζες ότι τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει την διάθεσή της, όμως, αν έβλεπες πιο προσεκτικά τα σημάδια, υπήρχε κρυμένος ένας στωικός πόνος.

Καζούρα ολκής αυτοί, χαμόγελο και γκριμάτσες η Χάιντι.

Ξαφνικά το πρόσωπό της σκοτείνιασε, και κατεβάζοντας το κεφάλι της προς το ποδήλατό της, έδειχνε έτοιμη για να φύγει.

Χαλάστηκα.

Μία ευγενική ψυχή πάλευε να σταθεί στα πόδια της, και κάποια γομάρια πιστεύαν ότι όλοι είναι τόσο χοντρόπετσοι όσο αυτοί.

Θέλοντας να της δώσω την ευκαιρία να ξεφύγει από αυτό που την βύθιζε πληγωμένη, την ρώτησα δυνατά:

-Χάιντι σε παρακαλώ, πες μου τι γνώμη έχεις για τους Έλληνες;

Γύρισε και με κοίταξε, αλλά αυτή τη φορά όχι έντονα. Τα ανοιχτόχρωμα γαλανά μάτια της, ήταν σαν να έψαχναν να βρουν γιατί ρωτάω κάτι τέτοιο ως Έλληνας.

Μετά από μία μικρή σιωπή της, σούφρωσε αρχικά τα χείλη της, αλλά τελικά σχημάτισαν και πάλι το ήρεμο χαμόγελο που της έδινε αυτοέλεγχο, και απάντησε μεγαλόφωνα αλλά τόσο χαρούμενη:

-Εσείς είστε πρωταθλητές!

Η διάθεσή της είχε και πάλι αλλάξει.

Αυτή τη φορά μας χαιρέτησε στα γερμανικά, και καθώς είχε γυρίσει την πλάτη της και άκουγε ακόμη κάποια πειράγματα, σήκωσε το χέρι της και έδειξε το σήμα της νίκης με τα δύο δάχτυλά της, ενώ απομακρυνόταν.

Λίγο αργότερα, έμαθα από μια Γερμανίδα γνωστή μου, την ιστορία της.

Ο μεγάλος έρωτας της χτύπησε την πόρτα στα πρώτα ακαδημαϊκά της χρόνια. Ήταν αχώριστοι. Ψυχές αδερφές και γεμάτοι αγάπη για τους γύρω τους.

Ο έρωτας αυτός, ξεψύχησε ένα βράδυ με την ανθρώπινη μορφή του να σβήνει από ασθένεια μέσα στην αγκαλιά της. Λένε πως δυσκολεύτηκαν πολύ για να την τραβήξουν μακριά του επί ώρες.

Αποκόπηκε κοινωνικά από τον περίγυρό της, και, όσες φορές κι αν προσπάθησαν παλιοί της φίλοι, αρνούνταν τις προσκλήσεις τους για φαγητό ή έξοδο.

Μία Χάιντι, που ήταν εξωστρεφής, αριστούχα, με πολλαπλές βραβεύσεις, πολύγλωσση, αθλήτρια, μουσικός, τώρα πια ξεκινούσε την τέταρτη ακαδημαϊκή σχολή, αλλά διέκοπτε για πολλοστή φορά την φοίτηση ξαφνικά, στο δεύτερο ή τρίτο ή και τέταρτο έτος.

Πιστεύω ότι πολεμούσε καθημερινά τόσο πολύ να βρει κάτι να την κρατάει ζωντανή μέσα από τα αγαπημένα ενδιαφέροντά της, που ενώ προσπαθούσε γεμάτη αγάπη να επικοινωνήσει τις λιγοστές φορές που το τολμούσε με τους γύρω της, η μορφή του ανθρώπου που αγάπησε τόσο ολόψυχα, χαράχτηκε τόσο βαθιά στη μνήμη της που τίποτα και κανείς άλλος δεν μπορούσαν να τον αντικαταστήσουν.

Πόσο μάλλον πρωταθλητές της ηλιθιότητας!

Κάθε επόμενη φορά που με συναντούσε στο διάβα της, μπορεί να συνέχιζε να με κοιτά περίεργα, αλλά τώρα ήξερα ότι δεν φοβόταν συγκεκριμένα εμένα.

Τους «πρωταθλητές» φοβόταν!

Από τότε την χαιρετούσα μόνο με ένα χαμόγελο, γνέφοντας συγκαταβατικά το κεφάλι μου, και ανοιγοκλείνοντας παράλληλα τα μάτια, ως ένδειξη κατανόησης. Με τον καιρό παρατήρησα ότι με κοιτούσε πιο γαλήνια.

Φιλικά

Αντώνης

Υ.Γ. Καλέ μου άνθρωπε, Πιτσιρίκο, μεγάλη υπόθεση η αγάπη και παράξενη συνάμα.
Αλίμονο στις ψυχές που θα γνωρίσουν την απόλυτη αγάπη και θα την χάσουν.
Αλίμονο όμως και στις ψυχές που θα συναντούν «πρωταθλητές».

Αφιερωμένο σε καλοκαιρινούς εραστές!

(Αγαπητέ Αντώνη, love is a losing game, όπως τραγούδησε η Amy. Βέβαια το να σε αγαπούν τελειώνει. Το να αγαπάς δεν τελειώνει ποτέ. Όχι εγώ, ο Ρίλκε. Να είσαι καλά.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.