Η ελληνίδα κόρη, η ελληνίδα αδερφή, η ελληνίδα φίλη

Πιτσιρίκο, ξέρω πώς πέρασε ο καιρός που οι φίλοι απο το εξωτερικό έγραψαν τις εμπειρίες τους, μετά το κάλεσμά σου. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να σου γράψω νωρίτερα, μιας και έπιασα δουλεία (σωστός είναι ο τόνος…) και γυρνάω σπίτι πια μόνο για να φάω και να κοιμίσω τα παιδιά μου, πριν ξεραθώ απ’ την κούραση. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία αυτό.

Διάβασα τις περισσότερες “ανταποκρίσεις”– αν όχι όλες – και φυσικά και την ελληνίδα μάνα. Από τότε το σκέφτηκα.

Εγώ είμαι η ελληνίδα κόρη, και ήθελα κι εγώ να σου πω την ιστορία μου.

Είμαι και η ελληνίδα αδερφή, και η ελληνίδα φίλη.

Αποχαιρέτησα τη φίλη μου, μία απ’ αυτές που σπάνια κάνεις μετά τα παιδικά σου χρόνια, που έφυγε ακολουθώντας τον άντρα της, έγκυος στο τρίτο τους παιδί, για να τη βλέπω πια μόνο τα καλοκαίρια.

Φυσικά, υπάρχει η τεχνολογία, φωτογραφίες και μηνύματα στο Viber συνεχώς, αλλά δεν είναι το ίδιο με το να σηκωθείς και να πας για καφέ στη βεράντα της, επειδή βαρέθηκες σπίτι ή νευρίασες με τον άντρα σου ή την πίκραναν οι αδερφές της, και να μιλήσεις, να μιλήσεις, να μιλήσεις ατελείωτα μέχρι να ξεχάσεις τι ήταν αυτό που σ’ έκανε να πας δίπλα της και να απολαμβάνεις μόνο τη συντροφιά της, αυτή τη μοναδική οικειότητα που αποκτάς με τους ανθρώπους που αγαπάς και σ’ αγαπούν άνευ προϋποθέσεων.

Αποχαιρέτησα την αδερφή μου, που έφυγε για να σπουδάσει, με περηφάνια, με δάκρυα και με χαρά ταυτόχρονα, γιατί ήξερα ότι πάει κάπου όπου θα είναι καλύτερα για εκείνη.

Μεγαλώνει και γίνεται μια σπουδαία γυναίκα, ένας καλός άνθρωπος, ένα ξεχωριστό παιδί, κι εγώ δεν τη ζω τη ζωή της.

Στα χρόνια που θα έρθουν θα γίνουμε ξένες, παρά τα μηνύματα, παρά τις φωτογραφίες, παρά το ετήσιο αντάμωμα, και δε σκέφτεται να γυρίσει, κι ούτε εγώ θέλω να γυρίσει, γιατί εκεί είναι καλύτερα για εκείνη.

Κι επειδή την αγαπώ τόσο πολύ, θέλω μόνο να είναι εκεί που είναι καλύτερα, κι ας είναι μακριά μου.

Αποχαιρέτησα τον αδερφό μου, 20 μέρες πριν γεννήσω, κι αυτό μου κόστισε τόσο τόσο πολύ που δεν μπόρεσα να κάνω το μάθημα προετοιμασίας τοκετού, γιατί δε μπορούσα να συγκρατήσω τους άγριους λυγμούς μου.

Ήμασταν πολύ δεμένοι με τον αδερφό μου; Όχι, έχουμε μεγάλη διαφορά ηλικίας και ζούμε διαφορετικές ζωές.

Τον έβλεπα συχνά και με βοηθούσε με την εγκυμοσύνη; Όχι, καμία σχέση, τι να μου κάνει άλλωστε…

Αλλά, όταν έφυγε, ήταν ο τελευταίος που έφυγε.

Εγώ ήμουν τίγκα στις ορμόνες της εγκυμοσύνης, πλησίαζε ο καιρός μου να γεννήσω και ήθελα κοντά μου τους δικούς μου ανθρώπους.

Δεν έχω άντρα; Έχω, ευτυχώς.

Δεν είναι δικός μου άνθρωπος; Δεν είναι ο άνθρωπός μου, που ζω τη ζωή μου μαζί του και γεννάω τα παιδιά μας;

Ναι, είναι. Αλλά δεν είναι δικός μου άνθρωπος όπως είναι οι δικοί μου άνθρωποι, οι γονείς και τ’ αδέρφια μου και οι φίλοι μου.

Και είχαν φύγει όλοι. Κάποιοι ήταν ήδη φευγάτοι, κάποιοι έφυγαν, και τελευταίος έφυγε ο αδερφός μου.

Κι έμεινα να γεννήσω μόνη μου. Έτσι αισθανόμουν. Την πιο συγκλονιστική στιγμή μου θα τη ζούσα μόνη.

Χωρίς τη μαμά μου.

Γιατί αυτός είναι ο μεγαλύτερος αποχωρισμός που ήθελα να σου ιστορήσω.

Να φύγουν τα αδέρφια σου και οι φίλοι σου, συμβαίνει. Λυπάσαι, αλλά το αποδέχεσαι.

Να είσαι η ελληνίδα μάνα και να φύγουν τα παιδιά σου, σε κόβει στα δύο, αλλά -ξέρεις κάτι;- αυτή είναι η πορεία της ζωής: τα παιδιά φεύγουν, οι μανάδες μένουν πίσω.

Μένουν πίσω και πονάνε και ανησυχούν και μένουν εκεί, σταθερό σημείο για τα παιδιά τους.

Όπου κι αν πας, πιτσιρίκο, δυο ηπείρους ή δυο στενά παρακάτω, η μαμά είναι εκεί, σε περιμένει, να σε ακούσει, να σε χαϊδέψει, να σε νταντέψει, όσο μεγάλος κι αν είσαι, να σε αποδεχτεί, ό,τι κι αν είσαι, να σου κρατήσει τα παιδιά για να βγεις για ποτό και να σου φτιάξει τα γιουβαρλάκια οπως μόνο εκείνη ξέρει.

Η μάνα σου είναι ο τόπος σου.

Εμένα η μαμά μου έφυγε λίγο μετά από την αδερφή μου, πριν τη φίλη μου και πριν τον αδερφό μου.

Την αποχαιρέτησα στο αεροδρόμιο και γύρισα σπίτι και η κόρη μου ούρλιαζε σε όλο το δρόμο, “για να την ακούσει το αεροπλάνο και να γυρίσει πίσω”.

Τη λάτρευε τη γιαγιά της, ήταν τριών χρονών και ούρλιαζε κι εγώ ήμουν 40 και ούρλιαζα κι εγώ, μέσα μου μόνο.

Τους έστειλα στο εξοχικό, την κόρη μου και τον άντρα μου, κι έμεινα να θρηνήσω μόνη μου και να ουρλιάξω δυνατά.

Κοίταζα τους τοίχους κι αναρωτιόμουν πώς θα τα βγάλω πέρα χωρίς εκείνη.

Και τα κατάφερα. Φυσικά.

Η ζωή μου συνεχίστηκε, όπως πάντα συνεχίζονται οι ζωές μας, όποιος κι αν φύγει, όπως κι αν φύγει, και τα πράγματα έχουν τον τρόπο τους και ρυθμίζονται ξανά κι εμείς συνηθίζουμε κάθε απουσία.

Είμαι η ελληνίδα κόρη.

Η μαμά μου δεν μπορεί να μου δώσει ταπεράκια με γεμιστά, για να μη μαγειρέψω και το Σαββατοκύριακο.

Δεν μπορεί να κρατήσει τα παιδιά για να πάω για έναν καφέ με τον άντρα μου, να θυμηθούμε ότι είμαστε ζευγάρι, ένας άντρας και μια γυναίκα που αγαπιούνται.

Ή για να πάμε σε έναν ειδικό, να σώσουμε το γάμο μας που καταρρέει.

Η μαμά μου δεν είναι εδώ, όταν αισθάνομαι κουρασμένη και εξοργισμένη απ’ όλους και όλα, να με παρηγορήσει με την αγάπη της.

Δεν μπορώ να περάσω απ’ το σπίτι της το απόγευμα μετά τη δουλειά, όταν νιώθω σαν εξαθλιωμένο υποζύγιο, να με ξεκουράσει με καγιανά και ψιλή κουβέντα.

Δεν είναι εδώ όταν αντιμετωπίζω στενοχώριες ή επιθέσεις, να μου θυμίσει ποια είμαι και τι αξίζω και να με ξεσηκώσει για να αγωνιστώ.

Είμαι η ελληνίδα κόρη.

Η μάνα μου δεν ήταν ποτέ η κλασσική ελληνίδα μάνα, κι εγώ δεν ήμουν ποτέ η κλασσική ελληνίδα κόρη.

Δεν με χειραγωγούσε με την αγάπη της, δε με καταπίεζε με τα θέλω της, τα περισσότερα χρόνια μας δε ζούσαμε μαζί.

Ήμουν ανεξάρτητη και δυνατή, είχα δική μου βούληση και δική μου ζωή, αλλά εκείνη ήταν εκεί.

Ήταν εκεί, το σταθερό μου σημείο, να πάω να φάω, να κουβεντιάσω ή να κλάψω.

Η μάνα σου είναι ο τόπος σου, πιτσιρίκο, κι εμένα η μάνα μου ήταν ο τόπος μου. Κι έφυγε.

Δεν ξέρω αν ο πόνος του να φεύγεις απ’ τον τόπο σου είναι ίδιος με το να φεύγει ο τόπος σου από σένα.

Εγώ δεν έφυγα, δεν έχω μέτρο σύγκρισης.

Εμένα έφυγε ο τόπος μου.

Είμαι η ελληνίδα κόρη.

Η μαμά μου δεν με είδε ποτέ έγκυο στο δεύτερο παιδί μου, δεν μου σιδέρωσε τα μωρουδιακά και δεν ήταν έξω απ’ την αίθουσα τοκετών, να περιμένει να δει τις πρώτες ματιές του εγγονού της στη ζωή.

Τον γνώρισε όταν εκείνος ήταν 6 – 7 ημερών, κι όταν τον ξαναείδε, εκείνος περπατούσε.

Τον αγαπάει μέσα από βίντεο, φωτογραφίες και συνομιλίες στο Skype, αλλά δε θα μπορέσουν ποτέ ν’ αγαπηθούν όπως αγαπήθηκαν με την εγγονή της, το πρώτο μου παιδί.

Η κόρη μου δεν ουρλιάζει πια για τη γιαγιά, έχει μεγαλώσει, έχει συνηθίσει, δεν κλαίει πια στο Skype και στα τηλέφωνα, δε ρωτάει πότε θα έρθει, έχει αποδεχτεί την απουσία της.

Κι εγώ την έχω αποδεχτεί.

Είμαι η ελληνίδα κόρη, η ελληνίδα αδερφή, η ελληνίδα φίλη.

Εσείς που φύγατε, και λέτε ότι συνεχίσαμε τις ζωές μας απαράλλαχτα κι εσείς γίνατε ξένοι σ’ αυτές, έχετε δικιο.

Εσείς φύγατε, κι εμείς μείναμε, και συνεχίσαμε τις ζωές μας απαράλλαχτα.

Τη Δευτέρα πήγαμε στη δουλειά, το Σάββατο σούπερ μάρκετ, και γιορτάσαμε τα γενέθλιά μας χωρίς εσάς.

Γελάμε και διασκεδάζουμε και χωρίς εσάς, και στο χώρο που αφήσατε μπήκαν άλλοι άνθρωποι.

Μη ρωτάτε για τις ζωές μας, όταν συναντιόμαστε ψηφιακά. Είναι απαράλλαχτες.

Ρωτήστε για εμάς.

Κοιτάχτε μας στα μάτια, όταν ρωτάτε “πώς πάει;”, κι εμείς απαντάμε “τα ίδια μωρέ, όπως τ’ άφησες”, και κοιτάμε αλλού.

Οι ζωές μας είναι απαράλλαχτες, αλλά εμείς ποτέ πια δε θα είμαστε ίδιοι.

Εσείς που φύγατε, πήρατε μαζί σας ένα κομμάτι απ’ τον καθένα μας.

Κι όταν γυρνάτε, κι αισθάνεστε ότι έχουμε απομακρυνθεί, έχετε δίκιο. Είστε πια μακριά και σας κρατάμε μακριά, ακόμα κι όταν επιστρέφετε και είστε δίπλα μας.

Έτσι μόνο μπορούμε να επιβιώσουμε.

Γιατί, πόσα κομμάτια να σας δώσουμε, κάθε φορά που φεύγετε; Πόσες φορές αντέχουμε να συντριβούμε με τον αποχωρισμό σας; Για πόσο ακόμα να ουρλιάζουμε στους τοίχους;

Πρέπει να επιβιώσουμε.

Και να είμαστε εδώ.

Για να γυρίζετε.

Κι ας μην επιστρέψετε ποτέ.

Έφη

(Αγαπητή Έφη, ο καθρέφτης του κάθε ανθρώπου είναι το πρόσωπο της μητέρας του. Όταν η μητέρα λείπει, ο άνθρωπος έχει πρόβλημα. Θυμάμαι πάντα μια φίλη μου που γέννησε το πρώτο της παιδί και, μετά από πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η μητέρα της είχε ένα ατύχημα και δεν είχε πια ποτέ ξανά καμία επαφή με το περιβάλλον. Θυμάμαι τα δάκρυα της φίλης μου, όταν μου είπε πως μια φίλη της μητέρας της της είπε πως η μητέρα της, πριν το ατύχημα της, είχε πει «Τελικά, η Θ. έγινε πολύ καλή μάνα». Χάρηκε αλλά ήθελε να το ακούσει από τα δικά της χείλη. Και δεν το άκουσε ποτέ. Η σημασία των γονιών για τα παιδιά είναι τεράστια. Ό,τι κάνουμε στη ζωή μας, καθρεφτίζεται στα μάτια των γονιών μας. Είμαι πολύ χαρούμενος για όσα έχουν συμβεί στη ζωή μου από την ημέρα που ξεκίνησα το γράψιμο και το μπλογκ αλλά στενοχωριέμαι που δεν θα το μάθει ποτέ ο πατέρας μου. Γιατί θα ήθελα να ξέρει πως μπορούσα και άξιζα κι εγώ λίγο. Δεν με αμφισβήτησε ποτέ, ούτε με υποτίμησε αλλά θα ήθελα πολύ να μάθει τι μου συνέβη. Όταν διάβασα το «Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου» του Μάσιμο Ρεκαλκάτι, κατάλαβα γιατί αυτό είχε τόσο μεγάλη σημασία για μένα και για κάθε «Τηλέμαχο». Έφη, μια πολύ δυνατή ανάμνηση που έχω από τα παιδικά μου χρόνια είναι η μητέρα μου να μιλάει κάθε πρωί στο τηλέφωνο με τη μητέρα της που έμενε μακριά. Θυμάμαι πάντα τον τόνο και τη χροιά της φωνής της μητέρας μου. Μόνο στη μητέρα της μιλούσε με αυτόν τον τρόπο. Έφη, εμένα μου την δίνει που θεωρείται υπερβολή να στενοχωριέται κάποιος για τους ανθρώπους του που έφυγαν στο εξωτερικό. Σε λένε και «ευαίσθητο», αν πεις πόσο σε στενοχωρεί που έφυγαν οι άνθρωποί σου. Αλλά αυτό δείχνει και το ότι, για τους περισσότερους ανθρώπους, οι άνθρωποι δεν έχουν καμία σημασία. Να είσαι καλά, Έφη. Και να επιστρέψουν όλοι. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.