Κάτω από το ηφαίστειο

Επιστροφή ξανά στο σπίτι μετά από 2,5 βδομάδες διακοπών στην πατρίδα. Με συναισθήματα ανάμεικτα. Θλίψης για τις διακοπές που τέλειωσαν, ανακούφισης γιατί υπάρχει πια ένα σπίτι και μια ζωή αλλού, μακριά από μια πατρίδα που αργοπεθαίνει μέσα στον μύθο της.

Σαν επισκέπτης πια, και μάλιστα με μεσοδιαστήματα 18-24 μηνών, έχω διαρκώς την ευκαιρία να διαπιστώνω πως οι νοοτροπίες παραμένουν ίδιες κι αναλλοίωτες, το ίδιο φυσικά και οι παθογένειες μιας χώρας που έχει χάσει από καιρό την ψυχή της αλλά συνεχίζει να τρέφεται με τις αυταπάτες μιας κληρονομικής «μοναδικότητας».

Είμαστε ακόμα ζωντανοί στην σκηνή σαν ροκ συγκρότημα, τραγουδούν οι Έλληνες και περιμένουν καρτερικά να ακούσουν το χειροκρότημα που ποτέ δεν έρχεται.

Όμως, δεν υπάρχει πια καμία σκηνή ή αν υπάρχει είναι εκκωφαντικά άδεια και η ουσία που παραβλέπεται ξανά και ξανά με περισσή ευκολία βρίσκεται σε αυτό το «σαν» που σε κάνει να μοιάζεις, χωρίς όμως να είσαι εκείνο που τόσο πολύ θα ήθελες να ήσουνα.

Για όποιον επισκέπτεται σταθερά την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, δεν χρειάζονται περισσότερες από δύο ημέρες, για να αντιληφθεί ότι η ελληνική οικονομία αρχίζει και τελειώνει στον τουρισμό.

Όλα περιστρέφονται γύρω από την αέναη προσπάθεια όλων να τα κονομήσουν από τους τουρίστες.

Μέσα σε 3-4 χρόνια, ο αριθμός των τουριστών που έρχονται στην Ελλάδα τριπλασιάστηκε, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να γίνεται πολύ φανερή η απουσία των κατάλληλων υποδομών –κάτι απολύτως φυσιολογικό άλλωστε, αφού κάθε μικρός τόπος έχει πεπερασμένα όρια τουριστικής προσαρμογής αν είναι να παραμείνει όμορφος– και της κουλτούρας προστασίας του περιβάλλοντος.

Τα πάντα θυσία στον βωμό της ικανοποίησης και της εκμετάλλευσης του ξένου τουρίστα, ενώ την ίδια στιγμή η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών έχει πέσει στα τάρταρα.

Αυτό το καλοκαίρι έφαγα πανάκριβο παραδοσιακό ελληνικό φαγάκι που χωνευόταν 3 μέρες μετά.

Υποθέτω ότι το ελαιόλαδο ήταν κομματάκι πιο ακριβό από το ορυκτέλαιο που τελικά προτίμησε να χρησιμοποιήσει ο σεφ.

Έφαγα επίσης πρωϊνό με γιαούρτι από τα Lidl και σιρόπι που πλασαρόταν για αγνό παρθένο μέλι, και έπαθα τροφική δηλητηρίαση από παντρεμένες –προφανώς με σαλμονέλα– ψητές σαρδέλες.

Είδα ακόμα Γερμανίδα μητέρα να μαλώνει το βλαστάρι της που δεν έτρωγε το μπιφτέκι γαλοπούλας που του είχε παραγγείλει και λίγο αργότερα –αφού δοκίμασε κι η ίδια την νοστιμιά – να προσπαθεί να του βγάλει το μπιφτέκι από το στόμα με το δάχτυλο.

Αυτά παθαίνει όποιος δεν πηγαίνει στα στέκια όπου συχνάζουν οι ντόπιοι.

Και οι ντόπιοι διασκεδάζουν στα αναρίθμητα σουβλατζίδικα, στους «τα δίνω όλα» μεταμνημονιακούς φούρνους και στις «παραδοσιακές» φραποφρέντο-καφετέριες.

Νεαρά κορίτσια κι αγόρια φορούν τα «καλά» τους και διασκεδάζουν τα σαββατόβραδα στα παραπάνω στέκια φέρνοντας στο μυαλό εικόνες από τα McDonalds στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια της δεκαετίας του 1990.

Πιο δίπλα, στα «κυριλέ» φαγάδικα με την «υψηλής ποιότητας» παραδοσιακή ελληνική κουζίνα, οι ξένοι τουρίστες και κάποιοι Έλληνες παραθεριστές από το εξωτερικό, να πίνουν την μία σόδα μετά την άλλη για να χωνέψουν και να μεταβολίσουν την φέτα-στόκο που πριν από λίγο έφαγαν.

Ας πρόσεχαν όμως.

Κι αν αυτά συμβαίνουν στις κάπως μεγαλύτερες τουριστικές πόλεις, στα μικρά νησιά ο καρκίνος της τουριστικής ανάπτυξης καλπάζει.

Σε πολλά από αυτά δεν υπάρχει πια ούτε μία επιχείρηση, ούτε ένα μαγαζί σχεδιασμένο να καλύπτει τις όποιες ανάγκες ενός μόνιμου πληθυσμού.

Όλα για τις ακρίδες του καλοκαιριού.

Συνδύασε το αυτό με την παντοδυναμία των international tour operators και του Airbnb και θα καταλήξεις εύκολα στο συμπέρασμα ότι σε λίγα χρόνια τα περισσότερα από τα μικρά νησιά του Αιγαίου θα έχουν γίνει ακατοίκητα τον χειμώνα.

Φυσιολογικοί κάτοικοι δεν θα υπάρχουν, και οι ιδιοκτητάκηδες των τουριστικών επιχειρήσεων θα φεύγουν τον Νοέμβρη και θα επιστρέφουν τον Απρίλη, γκρινιάζοντας πάντα για τον βαρύ ΦΠΑ που αποφεύγουν όσο μπορούν να πληρώνουν, για τα κρουαζιερόπλοια που δεν τα άφησε το κράτος των Αθηνών να προσεγγίσουν την εικοσάμετρη προβλήτα του μικροσκοπικού νησιώτικου λιμανιού, για τους εργαζόμενους που δεν τους φιλούν τα πόδια νύχτα και μέρα για το 500σάρικο που τους πληρώνουν.

«Ο τόπος είναι όμορφος αλλά δεν μας αφήνουν να γίνουμε σαν την Σαντορίνη»!

Και δεν χαίρεσαι ρε μεγάλε;

Όταν είχα πρωτοπάει στην Σαντορίνη, υπήρχαν διάφορα γραφικά χωριουδάκια, μακριά το ένα από το άλλο, και τώρα έχει γίνει ολόκληρο το νησί ένας οικισμός.

Μονάχα πάνω στο ηφαίστειο δεν έχουν ακόμα χτίσει!

Ό,τι κι αν πεις όμως δεν πείθονται.

Ζουν με την πεποίθηση ότι τα πράγματα θα παραμείνουν όπως είναι για πάντα, κι ότι η ομορφιά του περιβάλλοντος δεν πρόκειται να καταστραφεί από την ανθρώπινη παρέμβαση.

Λες και δεν έχει συμβεί αυτό πουθενά αλλού στον κόσμο και όχι μονάχα στην πατρίδα μας.

Στην Σαντορίνη, όμως, υπάρχει ένα ηφαίστειο ενεργό κι η φύση αργά ή γρήγορα θα έχει την ευκαιρία της για να ανακάμψει.

Στην υπόλοιπη χώρα δεν υπάρχουν μεγάλες ευκαιρίες ανάκαμψης.

Η αντίδραση του πληθυσμού σε άλλες περιοχές της Ευρώπης όπως τις είχα περιγράψει σε ένα παλαιότερο κείμενο μου – Παλεύοντας με τους τουρίστες – δεν πρόκειται να παρατηρηθεί ποτέ στην Ελλάδα.

Εδώ ισχύει το παλιό της Πρωτοψάλτη, «κουνήσου μάγκα και ρίξ’ τα φράγκα, τα κάνω όλα εγώ».

Κι όσο θα έρχονται τα λίγα φράγκα, ο «μάγκας» θα κουνιέται στον ρυθμό του πελάτη.

Η Ελλάδα πήρε μια δεκαετή παράταση στην αποπληρωμή των τόκων των δανείων της. Μια αναβολή στην προαναγγελθείσα νέα χρεοκοπία της.

Κι αυτό μοιάζει να μην το αντιλαμβάνεται κανένας.

Ο ένας πανηγυρίζει για το τέλος των μνημονίων, ο άλλος περιμένει την μείωση των φόρων από τον γιο του Δράκουλα, κι ο τρίτος προβλέπει ισχυρή ανάκαμψη στην αγορά των ακινήτων.

Τραγικά γελοίο το όλο σκηνικό, φίλε μου Πιτσιρίκο.

Διαβάζω επίσης ότι σχεδιάζουν τον Αύγουστο τον εορτασμό για το «τέλος των μνημονίων» να τον πραγματοποιήσουν στον λόφο της Πνύκας!

Φοβερό!

Γιατί όχι σε ένα μεταμνημονιακό σουβλατζίδικο βρε αδερφέ;

Να κερνούν τους καλεσμένους τους γύρο, πίτες αλάδωτες και προτηγανισμένες πατάτες.

Και σόδες, πολλές σόδες!

Γιατί υπάρχει κάτι στο φαΐ και στην ατμόσφαιρα που δεν χωνεύεται πια με τίποτα.

Φιλιά από την Εσπερία

Ηλίας

(Φίλε Ηλία, οι τουρίστες είναι σαν αρουραίοι. Αφήνουν πίσω τους σκουπίδια και χάος. Όχι μόνο στην Ελλάδα, παντού. Αρκεί να δει κάποιος τι συμβαίνει στην Ισπανία και, ιδιαίτερα, στην Βαρκελώνη. Πολύ κακό πράγμα ο μαζικός τουρισμός. Ανυπόφορο. Καταστρέφουμε τώρα και τα νησιά μας αλλά δεν το καταλαβαίνουμε. Ξεχνάμε πως το νησί είναι κάτι που έχει όρια, αφού έχει θάλασσα γύρω-γύρω. Κι αν το καταστρέψεις, τελείωσε. Για πάντα. Στην κάποτε αγαπημένη Σαντορίνη δεν θα πάω ποτέ ξανά στη ζωή μου. Η Σαντορίνη δεν είναι νησί πια, είναι σούπερ μάρκετ και εμπορικό κέντρο. Ηλία, με το πού μπήκε ο Ιούλιος -και πλάκωσαν οι ορδές των τουριστών- ξαφνικά το νησί μου φάνηκε άσχημο. Είναι αυτοί οι τουρίστες που, αν έχεις δει έναν, τους έχεις δει όλους. Ήθελα να φύγω αλλά έπρεπε να μείνω για να δω μια φίλη. Τώρα θα βρω καταφύγιο σε άλλα πιο ήσυχα νησιά -θα πάω τις επόμενες μέρες- μέχρι τον Σεπτέμβριο που θα φύγουν οι ορδές από τα Μπουρνάζια της Ευρώπης που κατακλύζουν τα νησιά μας, οπότε θα επιστρέψω σε αγαπημένα νησιά. Ηλία, διακοπές στην Ελλάδα, Μάιο, Ιούνιο και Σεπτέμβριο. Μαζί με τους συνταξιούχους της βόρειας Ευρώπης. Αυτούς τους μήνες συναντάς πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους που αγαπούν πολύ την Ελλάδα αλλά ξέρουν πως δεν πρέπει να έρθουν τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Του χρόνου, θα σου πω εγώ πού θα πας. Εμπιστέψου με. Να είσαι καλά, Ηλία. Την αγάπη μου. Τώρα περιμένω και τις εντυπώσεις του Βασίλη από τις διακοπές του στην Ελλάδα.)

Το pitsirikos.net χρειάζεται τη βοήθειά σου

Στήριξε οικονομικά το pitsirikos.net, αν θεωρείς πως καλό είναι να υπάρχουν στην Ελλάδα και κάποιες φωνές που δεν δουλεύουν για τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη και τα άλλα παιδιά, οπότε μπορεί να διαβάσεις ή να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφέρει τους ολιγάρχες. Οι τρόποι στήριξης εδώ.

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.