Συγγνώμη γιαγιά

25/4/2018
«Οι άνθρωποι είναι αναντικατάστατοι, γι’ αυτό τους πάμε στο νοσοκομείο και προσπαθούμε να τους φτιάξουμε», μονολογούσα μπαίνοντας στον Ευαγγελισμό…

«Η γιαγιά σας είναι μορφωμένη;» με ρώτησε μία κυρία που είχε φέρει τη μαμά της στο νοσοκομείο.

Ένα δωμάτιο με έξι γιαγιάδες.

Πάντα ένιωθα άνετα με τις γιαγιάδες.

Ναι. Η γιαγιά μου είναι μορφωμένη. Έχει απολυτήριο γυμνασίου, lower στα αγγλικά, γαλλικά και πιάνο. Έχει διαβάσει βιβλία. Έλυνε σταυρόλεξα και σουντόκου.

Και είχε μία έμφυτη ευγένεια και αξιοπρέπεια από αυτές που σπάνια συναντάς.

Πράος άνθρωπος, δεν την θυμάμαι να νευριάζει ποτέ, ούτε να βρίζει. Δεν ήταν σαν τις άλλες γιαγιάδες.

Είναι λίγο αλλιώς οι επτανήσιες γιαγιάδες, αποπνέουν έναν άλλον αέρα, πιο αρχοντικό.

Την θυμάμαι να μας φέρνει σοκοφρέτες κάθε φορά που ερχόταν και να κρύβει τις σκανταλιές από τους γονείς μας. Θυμάμαι που με υπερασπίστηκε όταν –5 χρονών– διοργάνωσα πάρτι στο σπίτι, ενώ δε με άφηναν.

Απλά, το ανακοίνωσα: «Μαμά την Κυριακή κάνω πάρτυ, κάλεσα τους φίλους μου!».

Τούρμπο η μαμά.

Μπήκε η γιαγιά στη μέση και έβαλε τα πράγματα στη θέση τους: «Σώπα Άντα κι εσύ το ίδιο είχες κάνει…»

Μία φορά –τα Χριστούγεννα– μου λέει: «τι θες απ’ τον Άη Βασίλη»;

«Ένα σπιτάκι», της λέω.

«Για πήγαινε και κοίτα πίσω στο χολ».

Βλέπω ένα σπιτάκι.

«Γιαγιά πως μπήκε ο Άη Βασίλης;»

«Δεν ξέρω!»

«Πες μου πως μπήκε ο ‘Αη Βασίλης!», λες και μου ‘κρυβε κάτι. Αφού δεν είχαμε καμινάδα, προσπαθούσα να εξηγήσω με τη λογική.

Αυτό που κρατάω από τη γιαγιά μου είναι οι στιγμές που τραγουδούσαμε. Η τελευταία ήταν στο νοσοκομείο.

(της το τραγούδαγε η μαμά της για να την ξυπνήσει: «και είχε μια φωνή, σαν αηδόνι!»)

5/7/2018

Συγγνώμη γιαγιά, δεν ξέρω αν θα ξανάρθω. Ξέρω πως σου δίνω χαρά, απλά δεν μπορώ.

Είναι εγωιστικό που εκμεταλλεύομαι την πολυτέλεια ότι η μαμά και η θεία θα είναι εκεί.

Νιώθω τύψεις που σε παρατάω τούτη την αδύνατη στιγμή, αλλά δεν μπορώ.

Η φθορά πάντα με τρόμαζε, η οποιαδήποτε φθορά.

Δεν με στενοχωρεί που δε θυμάσαι καμιά φορά, που είσαι στον κόσμο σου.

Ίσως γιατί ήμουν κι εγώ πάντα στον δικό μου.

Δεν αντέχω, όμως, να σε βλέπω κατάκοιτη, να μην περπατάς, να σου έχουμε φέρει μία ξένη γυναίκα να σε φυλά και να σου αλλάζει πάνες. Κι ας τη βλέπεις σαν κόρη σου, όπως λες.

«Χαίρομαι που στέκομαι όρθια, που μπορώ και αυτοεξυπηρετούμαι», έλεγες πάντα.

Δεν αντέχω και για την ξένη γυναίκα τέτοια φθορά, με πιάνουν τα κομμουνιστικά μου: γιατί να γίνει η περεστρόικα; Γιατί να μην υπάρχει ένα ρημαδοκράτος να της δώσει μία σύνταξη και άφησε τη δουλειά της στη Γεωργία ως λογίστρια, για να προσέχει έγκλειστη, εγκλωβισμένη, γιαγιάδες σαν εσένα ή και άλλες γιαγιάδες που ίσως να μην έχουν την καλοσύνη τη δική σου; Είναι άραγε κοντά και μία περεστρόικα για την Ελλάδα;

Θέλω να φύγεις γιαγιά, δεν μπορώ. Είμαι εγωίστρια, παρτάλι και θέλω να φύγεις για να μη στενοχωριέμαι. Είμαι και αλτρουίστρια, όμως, γιατί σε κανέναν δεν αξίζει αυτό, ειδικά σ’ εσένα.

Κουβάρι στο μυαλό μου κι οι σκέψεις.

«Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά…».

Μπλέκονται στίχοι επαναστατικοί που θυμίζουν παππού, στριφογυρίζουν καντάδες που φέρουν το άρωμα και των δυο σας στο κεφάλι μου, σωστό γαϊτανάκι.

Νιώθω περήφανη που μου δώσατε τόσα ερεθίσματα εσύ, ο παππούς, η μαμά κι ο μπαμπάς.

Καμία φορά αναρωτιέμαι, ωστόσο, μήπως θα ήταν καλύτερα να με είχαν μεγαλώσει άλλοι γονείς, άλλοι παππούδες;

Πιο απλοί, που βολεύονται με τα λίγα, που συμβιβάζονται, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τι ρούχα θα βάλουν το Σάββατο.

Δεν θυμάμαι καμία γυναίκα στην οικογένεια, γιαγιά, να κουτσομπολεύει, να μπλέκει εκεί που δεν τη σπέρνουν.. κανέναν ανταγωνισμό… κι όταν αυτό συμβεί, νιώθω εξαιρετικά τοξικά.

Θέλω να αποτινάξω με λύσσα τη βρωμιά από πάνω μου. Ακόμα κι αν εγώ είμαι η ιθύνουσα.

Και το κάνω… Fight or Flight? Flight. Definitely flight.

Θυμάμαι μία άγνωστη ηλικιωμένη κυρία στην κηδεία του παππού, γιαγιά, που φώναζε κι οδυρόταν θέλοντας να τραβήξει την προσοχή:

«Χάσαμε το ομορφόπαιδο του χωριού!».

Κοιτάχτηκα με την αδερφή μου απορημένη.

Πλησίασες την άλλη γυναίκα και της είπες με σταθερή φωνή, ήρεμη κι αξιοπρεπής, όπως ήσουν πάντα: «Σας παρακαλώ κυρία μου! Λίγη αξιοπρέπεια…».

Από τη στιγμή εκείνη, η παρουσία της έπαψε να υφίσταται.

Έχω την ευχαρίστηση να έχω κληρονομήσει την παροιμιώδη ψυχραιμία σου.

Και τις χοντρές σου γάμπες, όπως κάποτε σου είχα πει με παράπονο: «Έχουμε γερές βάσεις», απάντησες με αυτοπεποίθηση.

Τις λάτρεψα τις γάμπες μου, γιαγιά. Τις είδα με άλλο μάτι…σα να είμαι ένα δέντρο με γερές ρίζες. Εσύ είσαι οι ρίζες μου…

Θυμάμαι πριν τρία χρόνια τις διακοπές που περάσαμε μαζί. Είχα καιρό να με κανακέψουν.

Σχεδόν (άνθρωπος είμαι κι εγώ…) πάντα είχα την τύχη να εκτιμώ κάτι, τη στιγμή που το είχα.

Το ένιωθα ότι εκείνο το καλοκαίρι ήταν διαφορετικό απ’ όλα τ’ άλλα, ότι ήμουν τυχερή.

Μου λείπεις ήδη γιαγιά…

Με αγάπη, πολλή αγάπη,

Κωνσταντίνα

(Αγαπητή Κωνσταντίνα, να πηγαίνεις στο νοσοκομείο να βλέπεις την γιαγιά σου. Είναι ζωντανή ακόμα. Θα μάθεις πολλά πράγματα για τους ανθρώπους, αν πηγαίνεις να βλέπεις την γιαγιά σου. Θα μάθεις και πολλά πράγματα για τον εαυτό σου. Όταν ο πατέρας μου έκανε την πολύμηνη κρουαζιέρα του σχεδόν σε όλα τα νοσοκομεία της Αθήνας -που ξέραμε εμείς, και όχι ο ίδιος, πως θα καταλήξει στον θάνατό του- δεν υπήρξε μέρα που να μην πήγα να τον δω. Πήγαινα και δυο φορές τη μέρα. Επειδή ήξερε πως δούλευα, μου είχε πει να μην πηγαίνω κάθε μέρα. Το ίδιο μου είχε πει και η μητέρα μου. Στον πατέρα μου δεν μπορούσα να το πω αλλά στη μητέρα μου το είπα: «Δεν το κάνω για τον μπαμπά ή για εσένα. Το κάνω για εμένα. Εγώ δεν μπορώ να μην έρθω στο νοσοκομείο. Τώρα είναι ζωντανός ο μπαμπάς, μετά δεν θα είναι.». Κωνσταντίνα, πρέπει να στεκόμαστε στο ύψος των περιστάσεων. Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος. Ακόμα και στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, που δεν θα ήθελε ποτέ να βρίσκεται. Εύχομαι τα καλύτερα. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.