Το Βέλγιο δείχνει ότι Ευρωπαίοι και μετανάστες μπορούν να συνεργαστούν και να μεγαλουργήσουν

Πιτσιρίκο, το Μουντιάλ όντως σε γενικές γραμμές δεν βλέπεται, όπως έγραψες, αλλά το Βέλγιο είναι πολύ καλή ομάδα. Ίσως η καλύτερη, μαζί με τη Γαλλία στο τρανζίσιον, δηλαδή, τη μεταφορά της μπάλας από την άμυνα στην επίθεση.

Και σε αυτό περιλαμβάνονται και οι αντεπιθέσεις· υπάρχει και το αμυντικό τρανζίσιον, η γρήγορη επιστροφή στην άμυνα, όταν ανακοπεί μία επίθεση.

Το τρανζίσιον, που ελλείψει Καβάνι, κι επειδή δεν διαθέτει αξιόλογο κέντρο, δεν είχε η Ουρουγουάη στο ματς με τη Γαλλία, κι έμεινε ο Σουάρεζ μόνος σαν την καλαμιά στον κάμπο, απέναντι σε Γκριζμάν, Μ’ Μπαπέ, Τολισό, Πογκμπά, Ζιρού, Καντέ κ.λ.π.

Παρεμπιπτόντως, το Βέλγιο έχει την υποστήριξη αρκετών πιτσιρικάδων 17-20 ετών στην Ελλάδα, επειδή είναι νεανική ομάδα και φαντεζί για τα δεδομένα μίας εποχής που η φαντασία τείνει να εκλείψει.

Είναι επίσης η ομάδα που έχει παντρέψει ιδανικά τους μετανάστες 2ης και 3ης γενιάς με τους γηγενείς Βέλγους ας πούμε.

Δείχνοντας ότι μπορεί να συνυπάρξουν αρμονικά οι Ευρωπαίοι με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και να δημιουργήσουν μαζί.

Αλλάς μιας και είπα για δημιουργία, το δεύτερο γκολ του Βελγίου κόντρα στη Βραζιλία ήταν μία τέτοια, άψογη συνεργασία.

Ο μαύρος γίγαντας Ρομέλου Λουκάκου παίρνει τη μπάλα κάτω από το κέντρο και ξεχύνεται μπροστά (το τρανζίσιον που έγραψα παραπάνω).

Περνώντας όποιον μπαίνει μπροστά του, στέκεται όρθιος όσο χρειάζεται, όταν οι Βραζιλιάνοι πάνε να τον ρίξουν και την κατάλληλη στιγμή πασάρει στον Ντε Μπρόινε.

Ο ξανθομπάμπουρας και …αντιτουριστικός Βέλγος κάνει 1-2 προσποιήσεις και σουτάρει στη δεξιά γωνία, πετυχαίνοντας ένα από τα καλύτερα γκολ του Μουντιάλ.

Αν το είχε βάλει ο Νεϊμάρ ή η Βραζιλία, θα έγραφαν ύμνους οι φυλλάδες και τα σάιτ.

Όπως κι αν έκανε ο Μέσι ή, ο Ρονάλντο ό,τι ο Αζάρ, ο Σαντλί και ο Λουκάκου του Βελγίου.

Υπάρχει και μία συγκινητική ιστορία για τον Ρομέλου Λουκάκου.

Όταν ήταν μικρός, στο σπίτι έτρωγαν κάθε μέρα γάλα με ψωμί.

Μέχρι που μία μέρα η μητέρα του άρχισε να νερώνει το λιγοστό γάλα που είχε απομείνει.

Ο Λουκάκου έφαγε κανονικά, χωρίς να πει τίποτα.

Μόνο όταν είδε αργότερα τη μητέρα του να κλαίει, την πλησίασε, την αγκάλιασε και της είπε:

«Μην φοβάσαι, θα παίξω μπάλα στην Άντερλεχτ και όλο αυτό θα τελειώσει».

Ήταν τότε 6 χρονών.

Βαγγέλης Σπανός

(Αγαπητέ φίλε, εμένα με πείσατε. Υποστηρίζω το Βέλγιο. Στο Βέλγιο, άλλωστε, χτυπά η καρδιά της πατρίδας μας της Ευρώπης. Σας ευχαριστώ. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.