Δωμάτιο δυο επί δυο

Αγαπητέ Πιτσιρίκο, έχω καιρό να σου γράψω, ωστόσο ο χρόνος κύλησε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Βασικά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, τίποτε δεν άλλαξε στο πολιτικό προσκήνιο, ΕΜΕΙΣ αλλάξαμε μιλώντας σχετικά με το έθνος μας.

Πριν τρεις μήνες, βρέθηκα στο ίδιο τραπέζι με δύο συμμαθητές του πατέρα μου.

Μου μίλησαν για την παλιά Αθήνα, μιας και οι ίδιοι μεγάλωσαν στις γειτονιές των Πετραλώνων, αλλά και του Ταύρου, ο οποίος Ταύρος τότε ήταν μια «βιομηχανική περιοχή”, καθώς εκεί είχαν έδρα μεγάλα εργοστάσια της χώρας μας.

Τους είπα ότι έψαχνα δουλειά για το καλοκαίρι για να μπορώ να στηρίξω οικονομικά τη μητέρα μου, αλλά και τις μετέπειτα σπουδές μου.

Μόλις τους είπα ότι ήθελα να βρω δουλειά σε κάποιο μαγαζί, το οποίο θα βρισκόταν είτε στη Σαντορίνη, είτε στη Μύκονο, αντέδρασαν λέγοντας μου πως όλοι αυτοί είναι νταβαδες, οι οποίοι βγάζουν το κόμπλεξ τους σαν νυν «μπροστινοί” και τέως καρπαζοεισπράκτορες.

«Έδειξα” κατανόηση, ξέροντας πως θα κάνω το δικό μου και αυτοί ύστερα νοσταλγούσαν τις εποχές που ζητούσαν ένα απλό μεροκάματο έξω από τα εργοστάσια, τα οποία μάλιστα τους δέχονταν με ΈΝΣΗΜΑ παρακαλώ!

Έπαθα πλάκα, καθώς σε απασχολούσαν για λίγες ώρες και όλα ήταν νόμιμα και τίποτα «μαύρο”!

Χαιρετηθήκαμε και αποχώρησα γνωρίζοντας πως θα γίνει αυτό που θέλω, καθώς με διακατείχε μια σιγουριά πως θα γίνει κάτι παρόμοιο και με εμένα.

Τελικά, η σιγουριά με έφαγε.

Πριν δύο μήνες έφυγα για Μύκονο, αφού είχα μιλήσει τηλεφωνικώς με τον υπεύθυνο προσωπικού γνωστού μαγαζιού που ξεκινάει από n και τελειώνει σε -os.

Πιτσιρίκο, δε θα σου πω ψέματα τα λεφτά ήταν πολύ καλά, αλλά πoυτάνα δεν ήθελα να γίνω, πρώτον για τα λεφτά και δεύτερον για τον οποιοδήποτε χλεχλέ, ο οποίος βγάζοντας μερικά μύρια το παίζει «Τόλης Μοντάνας” σφαζοντας κοκό-ρια.

Μαζεψα βαλίτσα πάλι και γύρισα στο καμίνι της Αθήνας.

Διαπίστωσα πως το κόλπο γκρόσο των Ευρωπαίων να μας κάνουν μια χώρα παρόμοια με τα μούτρα τους σιγά σιγά πετυχαίνει, αφού το καπιταλίζειν δεν εστί απλά φιλοσοφείν, αλλά πλέον έχει μπει καλά στο πετσί μας, δημιουργώντας μια χώρα ξυπόλυτων κατοίκων, μεροκάματων του τρόμου, εξώσεων και πλειστηριασμών.

Με αυτά λοιπόν διαπίστωσα, επίσης, πως έχουμε αλλάξει και σαν άνθρωποι κυνηγώντας το χρήμα, θέλοντας να πλουτίσουμε εις βάρος του συνανθρώπου μας.

Είναι ευρέως γνωστό πως ο Έλληνας, πέρα από την ηλιθιότητα που τον χαρακτηρίζει, ΉΤΑΝ φιλόξενος και γλεντζές και από ό,τι φαίνεται η κλιματική αλλαγή δεν έφερε μόνο ζέστη στα τσιμέντα της αγαπημένης μου πόλης, αλλά έφερε ψύχος μέσα μας, κοιτάζοντας το «εγώ” μας και το «θέλω” μας.

Εν κατακλείδι, θα ήθελα να προσθέσω, πως δεν περιμένω το «μπαμ” του καπιταλισμού για να λυτρωθούμε, αλλά πιστεύω πως με ό,τι μας έμεινε, δηλαδή την ελάχιστη αγάπη που έχει ο καθένας στα αριστερά του στήθους, μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο αύριο, το οποίο θα μας σπάσει τα δεσμά και επιτέλους θα αποδράσουμε από το κελί του εαυτού μας, καθότι δεν θα μας σώσει κανένα σύγχρονο Αλκατράζ (Ευρώπη), αλλά πιστεύω πως δίνοντας στον δίπλα σου δε σου γεμίζει την τσέπη, σε γεμίζει σαν άνθρωπο και αυτά δε τα είδα στη Μύκονο, τα είδα στην οικογενειακή μας επιχείρηση ή όποια βρίσκεται σε μια λαϊκή συνοικία.

Καλό καλοκαίρι και θα πω και καλή συνέχεια, μιας και είναι η αγαπημένη φράση όλων μας τα τελευταία 10 χρόνια.

Με αστείρευτη εκτίμηση

Σταύρος

(Αγαπητέ Σταύρο, τόσα νησιά υπάρχουν στην Ελλάδα, στη Μύκονο βρήκες να πας για δουλειά; Δεν υπάρχει πιο μεταλλαγμένο νησί. Κάποτε, η Μελίνα Μερκούρη είχε πει πως η Μύκονος δεν είναι νησί αλλά προάστιο της Αθήνας. Σήμερα είναι κάτι πολύ χειρότερο. Βέβαια, δεν θα την γλιτώσουν και τα υπόλοιπα νησιά μας. Το βλέπω. Και μάλιστα, θα περάσουν σε ξένα χέρια, πριν οι Έλληνες καταλάβουν από πού τους ήρθε. Σταύρο, αν η αγάπη νικούσε τον καπιταλισμό, θα τον είχε νικήσει και ο χριστιανισμός. Ηττήθηκε κατά κράτος. Να είσαι καλά. Καλό καλοκαίρι.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.