Γυρνάς ή δεν γυρνάς;

Ιδού η απορία, αγαπητέ μου blogger.
Το δίλημμα δεν το αντιμετώπισα μέχρι σήμερα. Ήταν ένα ερώτημα καθαρά ρητορικό που με απασχόλησε 1-2 φορές στο παρελθόν, και μπορεί να με απασχολήσει ξανά στο μέλλον. Τι απόφαση θα έπαιρνα, ας πούμε, αν έφτανα να το σκέφτομαι σοβαρά.

Όταν πρωτοεγκαταστάθηκα εδώ πάνω, πριν από 8 σχεδόν χρόνια, δεν είχα προσδοκίες για την αντιμετώπισή μου από τους εντόπιους.

Αρκέστηκα στην συνήθειά τους να έχουν αρκετά και σημαντικά γι΄αυτούς πράγματα για να ασχοληθούν, ώστε να μην ενδιαφέρονται για το ποιος είμαι, τι κάνω, πώς ντύνομαι, γιατί έφυγα από τη χώρα μου και τι γυρεύω στη δική τους.

Ήταν τέλεια εδώ; Προφανώς όχι, αφού το τέλειο είναι σαν όριο μαθηματικής συνάρτησης, που δεν το φτάνεις ποτέ.

Είχε δυσκολίες προσαρμογής; Βεβαίως και είχε, όχι μόνο αντικειμενικές αλλά και υποκειμενικές, έστω κι αν οι δεύτερες ήταν λιγότερες.

Έγιναν όλοι φίλοι μου; Καθόλου, θα έλεγα. Το χτίσιμο πραγματικά φιλικών σχέσεων είναι μία δύσκολη υπόθεση πού θέλει και νιάτα (τα οποία με είχαν προ πολλού εγκαταλείψει).

Αυτό που έγινε ήταν να οικοδομηθούν μερικές αρκετά καλές κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές, που στηρίχτηκαν -και στηρίζονται- στην καλή διάθεση και ανεκτικότητα των σκωτσέζων, στην απλότητα των ανθρώπων της επαρχίας -σε σύγκριση με τους κατοίκους των αστικών κέντρων- και στο γερό στομάχι που οι συνέλληνες είχαν φροντίσει να μου δημιουργήσουν χρόνια πριν.

Το χρειάστηκα το στομάχι, γιατί κι εδώ υπάρχουν οι ηλίθιοι που θα σου δυσκολέψουν χωρίς λόγο τη ζωή.

Έχουμε κι εδώ κάτι βλαμμένους που, όταν χτενίζονται, βλέπουν στον καθρέφτη τον κατ’ ευθείαν απόγονο του Braveheart και θεωρούν πως εμείς οι υπόλοιποι περισσεύουμε.

Δεν ήταν όλα ρόδινα, ούτε ήταν Γη της Επαγγελίας η Σκωτία.

Είχα, όμως, πάντα μια ζυγαριά που στη μια της άκρη μάζευα τις συνολικές μου εντυπώσεις και προσλαμβάνουσες από την made-in-Scotland ζωή μου, κι από την άλλη τις συσσωρευμένες εμπειρίες και το after-taste που μου άφησαν τα περασμένα made-in-Greece χρόνια.

Και το ερώτημα «Γυρνάς ή δεν γυρνάς» ήτανε πάντα ρητορικό, γιατί η ζυγαριά έγερνε πάντα στο εδώ, κι όχι στο εκεί.

Δεν ξέρω, βέβαια, τι θα γίνει στο μέλλον αλλά, για την ώρα, είναι ακίνητη, καθηλωμένη στο εδώ.

Σ’ ένα από τα λίγα ταξίδια μας στην Ελλάδα πριν κάτι χρόνια, η Φιόνα έτυχε να δει σε κάποιο περιθωριακό ελληνικό κανάλι έναν γελοίο τύπο που διαφήμιζε βιβλία χρησιμοποιώντας τη φράση «Τα λιγουρεύεσαι;».

Εντυπωσιασμένη από τις αγριοφωνάρες του, ζήτησε να μάθει τι σημαίνει η ερώτηση του ψυχοπαθή που κραύγαζε, και της εξήγησα.

Πριν από καιρό, συζητώντας διάφορα θέματα σχετικά με το brain-drain και τις προοπτικές επιστροφής όλων αυτών των νέων, θυμήθηκε την χαζο-ατάκα και, γελώντας, με ρώτησε «To ligourevese?»

«No, I do not ligourevome to return!» τής απάντησα.

Η ζωή είναι μία και προχωράει αμείλικτα, επομένως πρέπει να περνάμε καλά (στο μέτρο του δυνατού).

Ωραία είναι η πατρίδα των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων αλλά αφορά το τότε, που πέρασε και δεν γυρίζει.

Δικαίωμα για μια ανθρώπινη ζωή έχω και στη σημερινή μου ωριμότητα αλλά και σε όσα γηρατειά προλάβω να ζήσω.

Κι αυτό το δικαίωμα, που μου το παραχώρησαν εδώ, οι εκ γενετής συντοπίτες μου το υπονόμευσαν, το πριόνισαν, το κόντυναν και συνεχίζουν να το περιορίζουν, να το απαξιώνουν και να το αποσυνθέτουν.

Κοντεύει να σαπίσει.

«Κι αν κάποτε θελήσεις να γυρίσεις, για να πεθάνεις στον τόπο που γεννήθηκες;» επέμενε.

Πρώτον, δεν με νοιάζει αν θα γίνω σκωτσέζικο ή ελληνικό χώμα, άσε που τα ντόπια χορταρικά είναι και ωραιότερα από τα ραδίκια.

Και, στο κάτω-κάτω της γραφής, γιατί να χαλάσω τη ζωή που έχω -για όσο χρόνο θα την έχω- στο όνομα ενός διαβατηρίου (που έχει λήξει, κιόλας);

«Ναι, αλλά εγώ βλέπω πως εδώ και 2-3 μήνες έχεις αρχίσει να επικοινωνείς, at least unilaterally, με έλληνες, πράγμα που δεν έκανες πριν» συνέχισε απτόητη.

Δεν επικοινωνώ (τουλάχιστον όπως ορίζει η έννοια της επικοινωνίας).

Διαβάζω τις απόψεις 5-6 ανθρώπων που έχουν κάτι να πουν, φχαριστιέμαι τον ενθουσιασμό κάμποσων νέων, που δεν περίμεναν να φτάσουν στα –ήντα και να τους πνίξουν τα ελληνικά σκατά για να φύγουν, και –καμμιά φορά– γράφω και 5-10 χαζομάρες.

Κι επειδή είχε αρχίσει να με κουράζει η επιμονή της, αποφάσισα να της κόψω τη φόρα:

«Αυτό που ίσως λιγουρεύομαι είναι να τους μαζέψω όλους στην απέναντι βεράντα και να το ρίξουμε στην αμπελοφιλοσοφία, με θέα τη θάλασσα και με 10 τελάρα μπύρες».

Μου φαίνεται ότι της άρεσε η ιδέα!!

Κώστας

Cove Bay

(Αγαπητέ Κώστα, η πόλις θα σ’ ακολουθεί. Ποτέ δεν φεύγεις από εκεί που αγάπησες και μίσησες. Σου γράφω αυτές τις γραμμές, ενώ πέφτει ο ήλιος στο ανεμοδαρμένο Αιγαίο και όλα είναι μαγικά. Έβαλα κι ένα τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου και κοντεύουν να με πάρουν τα κλάματα από την ομορφιά. Κώστα, εγώ, όταν πεθάνω, θέλω να με κάψουν και να ρίξουν τις στάχτες μου στον υπόνομο. Αλλά σε ελληνικό υπόνομο, όχι στους υπονόμους του Παρισιού, όπως τον Πετρόπουλο. Γιατί ακόμα και στους υπονόμους είμαι καρατοπικιστής. Κώστα, είναι αρρώστια η Ελλάδα. Και τρελή καψούρα. Η δική μου Ελλάδα τουλάχιστον. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.