Ο Μάρξ πέθανε, ο Πιτσιρίκος πέθανε, και τελευταία δεν αισθάνομαι κι εγώ καλά

Μπορεί η ηλικία του Πιτσιρίκου να είναι άγνωστη, η δική μου όμως δεν κρύβεται.
Έχω πατήσει γερά τα πενήντα, και αν λάβει κανείς υπόψη ότι είμαι καπνιστής, ενεργητικός και παθητικός, έχω σχετικά αυξημένη χοληστερίνη, μου αρέσουν τα σιροπιαστά γλυκά -ευτυχώς δεν έχω σάκχαρο- είμαι ελαφρά υπέρβαρος και ξενυχτάω, είτε υπάρχει λόγος είτε δεν υπάρχει, ο ξαφνικός θάνατος παραμονεύει.

Μπορεί να θέλω καμιά τριανταριά χρόνια για να πιάσω το προσδόκιμο, αλλά ο Χάρος έρχεται εκεί που δεν τον περιμένεις.

Πριν δύο χρόνια, ένας από τους καλύτερους μου φίλους, ο πατέρας του Ιάσονα, έπαθε συγκοπή μόλις πήρε στα χέρια του ένα εξώδικο για την πληρωμή των διδάκτρων των παιδιών του από μεγάλο Ιδιωτικό Κολλέγιο της Αττικής.

Ο μακαρίτης, αφού έφαγε μια ολόκληρη περιουσία σε επίγειες απολαύσεις, να, σε κάτι πούρα Havanas, διακοπές σε ακριβά ξενοδοχεία, με την σύζυγο του και τα τρία παιδιά, όταν τα καλοκαίρια άφηνε το γραφείο του, και με την γραμματέα-ερωμένη του, όταν ταξίδευε για δουλειές στο εξωτερικό, σε γλέντια με φίλους και άλλα πολλά, που λίγοι συνειδητά κάνουν, έφυγε.

Χωρίς οι άλλοι να τον περιμένουν, και ενώ καθόταν σε μια Le Corbusier κήπου και έπινε το αγαπημένο του Cambari με σόδα, με θεά την πισίνα του σπιτιού του.

Ο σκοπός της ζωής του, να ζήσει όσα μπορούσε να ζήσει κάποιος μέχρι τα εξήντα του, είχε πετύχει.

Έζησε την κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας που επιθυμούσε, και στο κρίσιμο αυτό ηλικιακό στάδιο είχε καταφέρει, θέλει τέχνη βέβαια, να φάει όχι μόνο όλη του την περιουσία, αλλά να χρωστάει και άλλα τόσα στις τράπεζες.

Στις τράπεζες που τον εμπιστεύονταν, αφού μέχρι τότε ήταν ένας σεβαστός επιχειρηματίας, και κολλητός μάλιστα Τραπεζίτη, που σήμερα είναι και αυτός μακαρίτης.

Συμμετείχε, ο φίλος μου, αλλά μη μου πείτε «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι», σε κάθε απίθανο χρηματιστηριακό κόλπο με το οποίο είχε καταφέρει να βγάζει χρήματα για να τα ξοδεύει.

Τίποτα δεν αποταμίευε.

«Ρε, μ@λάκα, Αλέξη» μου έλεγε, «τι να τα κάνω τα λεφτά, μετά τα εξήντα; Πού να τα φάω; Θα μου τα φάνε οι άλλοι».

«Και την γυναίκα σου, ρε; Τα παιδιά σου, δεν τα σκέφτεσαι καθόλου;». του απαντούσα με τον αστικό συντηρητισμό που με διακρίνει.

“Αλέξη” μου έλεγε, “η γυναίκα μου θα βρει αμέσως άλλον. Αν δεν τον έχει ήδη βρει.”.

Ήταν όμορφη και είκοσι χρόνια μικρότερη η γυναίκα του. Υπήρχαν, μάλιστα, σοβαρές υποψίες ότι τον απατούσε.

“Και όσο για τα παιδιά μου” συνέχισε να μου λέει, “τους έχω αφήσει στο Λονδίνο ένα καταπίστευμα για να σπουδάσουν και να ζήσουν μέχρι τα είκοσι τους. Μετά ας δουλέψουν, όπως δούλεψα και εγώ. Αν περάσω τα εξήντα, και μία να μην έχω, δεν με πειράζει. Θα φύγω από το μεγάλο σπίτι και θα πάω να ζήσω στο πατρικό μας, στον Πειραιά. Θα με βγάζετε εσείς έξω και θα με κερνάτε και κανένα πούρο την Πρωτοχρονιά.”.

«Σοβαρέψου» του έλεγα, «δεν είναι πράγματα αυτά. Κοίτα να βάλεις μια τάξη στη ζωή σου και να μαζέψεις κάτι για τα γεράματά σου».

Γελούσε, σαν γνήσιος θιασώτης του δόγματος «Ό,τι φάμε και ό,τι αρπάξουμε».

Ο νεκρός δεδικαίωται, και ο φίλος μου αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο, αφού η μεν σύζυγος του στο χρόνο πάνω, από τον αιφνίδιο θάνατο του, παντρεύτηκε ένα χωρισμένο εφοπλιστή, αυτός δε έζησε μέχρι το τέλος του μια ζωή χαρισάμενη.

Με το πού πάτησε τα εξήντα, λοιπόν, o συγχωρεμένος σταμάτησε να πληρώνει και τα δάνεια στις τράπεζες και ξόδευε όσα μπορούσε να ξοδέψει.

Είχε πάρει απόφαση, ότι το μεγάλο σπίτι που είχε κτίσει στα βόρεια προάστια θα το έπαιρναν οι τράπεζες και σε αυτόν δεν θα έμενε τίποτα.

Αυτός ήταν ο βίος και η πολιτεία ενός ανθρώπου που δεν λογάριαζε τον θάνατο.

«Με αυτά που κάνεις και αυτά που δεν κάνεις, απορώ πώς ζεις ακόμα» μου έλεγε χθες η γυναίκα μου, όταν της είπα ότι κατά βάθος ζηλεύω τον τρόπο που έφυγε ο φίλος μου. Χωρίς πόνο και οδύνη.

-Όχι, τίποτα άλλο, αλλά με τις υποχρεώσεις που μας κυνηγούν θα βγούμε στα κοινωνικά συσσίτια. Και τι θα κάνω εγώ μετά; Μπορείς να μου πεις;

«Μετά από μένα, εννοείς;» την ρώτησα.

-Όχι, μετά που θα πεθάνεις.

-Θα ξαναπαντρευτείς και όλα από την αρχή. Ευχαριστημένη;

-Έτσι, ε; Τόσο εύκολο το έχεις; Τι με πέρασες εμένα; Καμιά πουτάvα σαν αυτή του μακαρίτη του φίλου σου; Σε πονάω, βρε. Σε έχω αγαπήσει. Κι ας είσαι αριστερός.

Είναι αυτού του είδους οι ανόητοι διάλογοι, που γίνονται περισσότερο για να επιβεβαιώσει ό ένας την προσήλωση του άλλου στις οικογενειακές αξίες και λιγότερο για να βρεθεί μια πρακτική λύση στα προβλήματα που δημιουργεί ο θάνατος ενός συντρόφου.

«Το βρήκα. Μην κάνεις αποδοχή κληρονομιάς» της είπα.

-Αυτό μου έλειπε, να κάνω. Τι να αποδεχθώ; Τα χρέη σου; Φυσικά, και δεν θα κάνω.

Για τους αδαείς η μη αποδοχή κληρονομιάς είναι η νέα νόμιμη πρακτική που ταλαιπωρεί τις τράπεζες, που δεν πρόλαβαν να βγάλουν σε πλειστηριασμό το σπίτι ενός αποθανόντα οφειλέτη.

Πρέπει να βρεθούν όλοι οι συγγενείς, μέχρι δεν ξέρω και εγώ ποιου βαθμού, και να κάνουν αποποίηση κληρονομιάς.

Μέχρι να ολοκληρωθεί η αποποίηση -άντε ψάχνε για δευτεροξάδελφα ή μακρινά ανίψια στην Αυστραλία- η κληρονομιά θεωρείται σχολάζουσα και δεν την αγγίζει κανείς.

Αν ο μακαρίτης χρωστάει στην Εφορία, ή το Δημόσιο, που αποκλείεται να μην χρωστάει, τότε είναι το Δημόσιο εκείνο που πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία να κινήσει τις διαδικασίες.

Μέχρι και είκοσι χρόνια, μου έλεγε δικηγόρος, μπορεί να τραβήξει, όλο αυτό το αλισβερίσι, για να βγει σπίτι στο σφυρί.

Τα ξέρει καλά όλα αυτά η σύζυγος μου, που εργάζεται σε ξένο Ελεγκτικό Οίκο.

Και τρέμουν, μου λέει, οι τράπεζες μη και πεθάνει οφειλέτης και οι κληρονόμοι πουν: «Ευχαριστώ, δεν θα πάρουμε. Θα ζήσουμε και θα τον θυμόμαστε τον οφειλέτη σας».

“Ναι, αλλά θα χάσεις τα πνευματικά δικαιώματα από τα κείμενά μου” της είπα, θέλοντας να συνεχίσω την φαιδρή συζήτηση.

-Τις σαχλαμάρες που γράφεις, θα χάσω. Άντε κόψε αυτή τη μακάβρια συζήτηση και να πας να κάνεις, την βδομάδα που θα μας έρθει, κανένα test κοπώσεως. Είσαι σε επικίνδυνη ηλικία.

Ναι, είμαι σε επικίνδυνη ηλικία. Και ανά πάσα στιγμή μπορεί να μου έρθει κάτι ξαφνικό και να πεθάνω.

Ε, λοιπόν, σαν θα πεθάνω, Πιτσιρίκο, ούτε και εγώ θέλω να πάω στην γειτονιά των αγγέλων.

Στην γειτονιά των αγγέλων ας πάνε οι εθνικοί ευεργέτες, οι μεγάλοι φιλάνθρωποι και εκείνοι που πέθαναν και ο θάνατός τους έκανε την πατρίδα μας πιο φτωχή, από αυτή που την είχανε καταντήσει όσο ζούσανε.

Στις γειτονιές των Ελλήνων αγγέλων δεν υπάρχουν εθνικοί μειοδότες, δεν υπάρχουν απατεώνες, δεν υπάρχουν καθάρματα.

Είναι όλοι τους άγιοι με δημοσιογραφική ή τηλεοπτική βούλα.

Και το προάστιό τους, περιποιημένο και καλαίσθητο. Με σπίτια μεγάλα και ευήλια. Καμιά σχέση με τα σπίτια της πλέμπας που βρίσκονται σε υποβαθμισμένες συνοικίες.

Ο βίος μου δεν είναι αντάξιος για να δικαιούμαι την μετά θάνατον απόλαυση της χλίδας αυτού του προαστίου.

Ο καλός Μαρξ, εμένα, σε κάποια ξεχασμένη συνοικία μικροαστών ας με αφήσει.

Εκεί που ό ένας δεν θα ξέρει τον άλλον και κανένας από τους γείτονες μου δεν θα λείπει από κανένα εν ζωή συγγενή η γνωστό.

Όλοι μαζί, πρώτος και καλύτερος εγώ που είμαι και φλύαρος, θα μιλάμε για τα καλύτερα χρόνια που χάσαμε.

Τα χρόνια της εφηβείας μας, για να σπουδάσουμε αυτό που οι στερημένοι γονείς μας ονειρεύονταν για τους δικούς τους εαυτούς, της νιότης μας, για να δουλέψουμε σε μια δουλειά που ποτέ δεν μας άρεσε και όλης της υπόλοιπης ζωής μας, που έφυγε χωρίς να κάνουμε τίποτα από αυτά που πραγματικά θέλαμε να κάνουμε.

Μπορεί ο Τάσος Λειβαδίτης να βάζει το ποιητικό ερώτημα «Τι την έκανες την ανεπανάληπτη ζωή σου», μα εμείς, οι μικροαστοί, τότε που ζούσαμε, την ζωή μας την περάσαμε όλοι μέσα στο μίζερο φρούριο της οικογένειας μας, τίγκα στη ντόπα από πατριωτική υπερηφάνεια και θρησκευτική ελπίδα.

Μου αρέσει, σαν πεθάνω, να έχω τέτοιους γείτονες.

Και καθόλου δεν με πειράζει, εάν ο τόπος που θα πάω είναι φωτεινός ή χλοερός.

Για όλους εμάς τους μικροαστούς που θα πεθάνουμε χωρίς να ζήσουμε, ας είναι μόνο αναψύξεως.

Και όσο για την αναψυχή μας, αρκεί να στείλουν κοντά μας, όταν έρθει η ώρα τους να αποδημήσουν, την ξαδερφούλα μου την Ράνια , που θα βρει όσες ψυχές θέλει για ανάλυση, την Καθηγήτρια Γλωσσολογίας, για να μιλάει άφοβα μαζί μας τα βράδια, και την Χριστίνα.

Την Χριστίνα, για να ακούμε τους oργασμούς της, χωρίς κανένας ζωντανός να ενοχλείται.

Γ.Κ.

(Αγαπητέ φίλε, σωστός ο φίλος σου. Μου αρέσει που κάνουν όλοι λες και θα ζήσουν αιώνια. Δεν πάνε καλά οι άνθρωποι. Κι αυτό το κόλλημα με την ιδιοκτησία πια. Λες και θα τα πάρουν μαζί τους. Κάποιος να τους πει πως τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους που είχαν και πάρα πολλές υποχρεώσεις. Την χρεοκοπία της χώρας την πήραν χαμπάρι, την χρεοκοπία του θανάτου που μας περιμένει όλους, δεν την έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα. Πέφτουν τα θανατικά βροχή κι αυτοί τσακώνονται για τα …Λατινικά. Και είναι όλοι πάρα πολύ απασχολημένοι. Ούτε ο Σαίξπηρ δεν ήταν τόσο απασχολημένος συνέχεια. Ούτε ο Ωνάσης. Κι εγώ δεν γουστάρω τη γειτονιά των αγγέλων γιατί οι άγγελοι δεν έχουν φύλο, οπότε ούτε ένα πήδημα δεν θα πέφτει στη γειτονιά των αγγέλων που έχουν μαζευτεί όλοι οι Έλληνες. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.