Είναι πολλοί 3.000 άστεγοι για το Παρίσι;

«Είναι πολλοί 3.000 άστεγοι για το Παρίσι;»
Αυτό το ερώτημα μου ήρθε στο μυαλό, όταν διάβασα στη Le Monde την είδηση για τους 3.000 άστεγους, που θέλει να φιλoξενήσει τον χειμώνα σε κτίρια δημαρχείων της ευρύτερης περιοχής του Παρισιού και σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο η δήμαρχος Anne Hidalgo.

Οι 3.000 άνθρωποι είναι το 0,02% των 13 εκατομμυρίων κατοίκων της γαλλικής πρωτεύουσας, ένα ποσοστό που στο μάτι μοιάζει μικρό.

Αλλά, έστω κι ένας άνθρωπος που κοιμάται στον δρόμο, συνιστά μία τεράστια αποτυχία για τον δυτικό και «πολιτισμένο» κόσμο.

Επίσης, 3.000 είναι οι άστεγοι στο Παρίσι, σύμφωνα με απογραφή που είχε γίνει πέρσι από τον δήμο (δηλαδή, μπορεί να είναι και περισσότεροι).

Σε κάθε περίπτωση, η δήμαρχος Αnne Hidalgo ισχυρίζεται ότι θα δημιουργηθούν ισάριθμες θέσεις σε καταλύματα έκτακτης ανάγκης για να τους φιλοξενήσουν.

Συγκεκριμένα, έχουν ήδη δημιουργηθεί 800 θέσεις σε κτίρια του δήμου, άλλες 700 θα είναι διαθέσιμες στις αρχές του 2019, ενώ το κράτος θα μεριμνήσει για τις υπόλοιπες 1.500.

Ο δήμος Παρισιού έχει ζητήσει και από επιχειρήσεις να διαθέσουν άδεια κτίρια που έχουν στην κατοχή τους, που θα διαμορφωθούν κατάλληλα για να φιλοξενήσουν άστεγους.

Επίσης, ένα μεγάλο ξενοδοχείο του Παρισιού που στεγάζει εδώ και αιώνες υπηρεσίες του δήμου, θα φιλοξενήσει, αφού διαμορφωθεί κατάλληλα με κρεβάτια κλπ, 50 γυναίκες, με την προοπτική να γίνουν 100 όταν έχει πολύ κρύο.

Θα τις φροντίζουν επίσης γυναίκες, επειδή οι περισσότερες έχουν τραυματικές εμπειρίες και φεύγουν από οποιαδήποτε ανδρική παρουσία.

Στόχος της δημάρχου Hidalgo είναι να ξανανοίξει στο Παρίσι και ένα πραγματικό κέντρο πρώτης υποδοχής για μετανάστες.

To ερώτημα είναι, βέβαια, γιατί πρέπει να φτάσει ο χειμώνας προ των πυλών για να ασχοληθεί κάποιος με αυτούς τους ανθρώπους.

Κάτι ανάλογο γίνεται και στην Ελλάδα τις μέρες με δριμύ ψύχος, που ακούμε στα δελτία ειδήσεων ότι ανοίγουν οι κλιματιζόμενες αίθουσες του δήμου Αθηναίων για τους άστεγους.

Μιας και ο λόγος για κρύο και χειμώνα, περισσότερο τέλη Νοέμβρη, παρά μέσα Οκτώβρη θυμίζει το σκηνικό στη θάλασσα με τον βοριά και τη συννεφιά να έχουν διώξει σχεδόν τους πάντες από την ακρογιαλιά.

Πανομοιότυπο καιρό είχε και στις 15 Οκτώβρη 2011. Τη θυμάμαι εκείνη τη μέρα, καθώς είχα καπνίσει για τελευταία φορά, μετά από μία παγωμένη βουτιά.

Ήταν Σάββατο και είπα αυτή τη φορά θα το κόψω οριστικά. Από την επομένη, Κυριακή 16 Οκτώβρη 2011 δεν κάπνισα ποτέ ξανά.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά σήμερα, εφτά χρόνια μετά. Μέχρι να με βγάλει από τις σκέψεις μου μία μαυρολίτσα, που κυνηγούσε γόνο στα ρηχά.

Η μαυρολίτσα είναι υποείδος της λίτσας, η οποία μπορεί να φτάσει και το 1 μέτρο -έχω δει μία τέτοιου μεγέθους- και είναι και τρομακτική στην όψη.

Η μαυρολίτσα, σαφώς πιο μικρόσωμη και πιο χαριτωμένη, ονομάζεται έτσι από τα μαύρα στίγματα στα ραχιαία και το ουραίο της πτερύγιο.

Αμφότερες είναι, ωστόσο, αρπακτικά ψάρια και ταχύτατα στο νερό, σαν το μαγιάτικο, τη ζαργάνα, τον λούτσο, το κοκκάλι και τον κυνηγό.

Η μαυρολίτσα είναι ο βενιαμίν αυτής της παρέας.

Όταν κυνηγάει τον γόνο, οι αστραπιαίες κινήσεις της μοιάζουν με χορευτικές φιγούρες στο απέραντο γαλάζιο.

Κυριολεκτικά δεν την προλαβαίνει το μάτι, αλλά εξίσου γρήγορα είναι και τα μικροσκοπικά ψαράκια που μόλις έχουν σκάσει από το αυγό.

Τα περισσότερα θα της ξεφύγουν, αφού το ρητό «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» δεν ισχύει πάντα στον βυθό.

Ισχύει, όμως, πάντα στον κόσμο των ανθρώπων.

Βαγγέλης Σπανός

(Αγαπητέ φίλε, στις μεγάλες πόλεις βλέπεις την παρακμή του ανθρώπινου πολιτισμού. Και οι άστεγοι είναι μια τρανταχτή απόδειξη αυτής της παρακμής. Υπάρχουν δυο πολύ δυνατές εικόνες που θυμάμαι μετά την χρεοκοπία της Ελλάδας. Η πρώτη είναι όταν είδα στο πεζοδρόμιο έξω από την Μεγάλη Βρετανία έναν άστεγο να κοιμάται και να έχει καρφώσει στα πράγματά του μια ελληνική σημαία. Για να μην τον χτυπήσουν. Λίγα μέτρα πιο πέρα, κοιμόταν ένας νεαρός Αφρικανός. Χωρίς σημαία. Ήταν Χριστούγεννα. Η δεύτερη εικόνα είναι ένας Γερμανός φίλος μου που έπαθε σοκ το 2011, όταν είδε για πρώτη φορά στη ζωή του άστεγους στην Ελλάδα. Και βέβαια, δεν θα ξεχάσω ποτέ, αν και το «Χωρίς οικογένεια» το διάβασα παιδί, το κλάμα που είχα ρίξει όταν ο Βιτάλης κοιμήθηκε στους παγωμένους δρόμους του Παρισιού και πέθανε. Θυμάμαι ότι διάβαζα το βιβλίο και του φώναζα να ξυπνήσει, γιατί, αν κοιμόταν, θα πέθαινε από το κρύο. Μα είναι βιβλία για παιδιά αυτά; Να είστε καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.