Ιστορίες από την εξοχή

Αγαπητέ φίλε Πιτσιρίκο καλημέρα,
Ήρθα πάλι στο χωριό μια βόλτα και αποφάσισα να σου ξαναγράψω. Μάλλον, επειδή όλο λες για μπάνια και για εξοχές, όταν έρχομαι κι εγώ εδώ -κι ας μην έχει θάλασσα- νιώθω την σύνδεση.

Προχθές το βράδυ που λες, εκεί που οδηγούσα, με προσπερνά ένα αυτοκίνητο από δεξιά με ταχύτητα και γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω πίσω από το τιμόνι ένα παιδικό αγορίστικο κεφαλάκι με μια πιπίλα στο στόμα.

Ένα αυτοκίνητο τεχνικό, από αυτά τα πίσω κλειστά επιβατικά που φαίνεται μόνο το παράθυρο του οδηγού και του συνοδηγού.

Αφού συνήλθα κάπως από το αρχικό σοκ ότι δεν είναι δυνατόν ένα δίχρονο να οδηγά αυτοκινήτο, και με τη σκέψη στο νου ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ, γκαζώνω και στο επόμενο φανάρι το προλαβαίνω.

Κοιτάζω στο πλάι, και βλέπω τον μπόμπιρα πάνω στο αριστερό γόνατο του μπαμπά και δίπλα κάθεται η μαμά.

Χαρούμενοι και ευδιάθετοι, κάνουν πλάκα με τον μικρό, του δείχνουν το τιμόνι και άλλα τέτοια χαρωπά.

Στα επόμενα δυο με τρία δευτερόλεπτα, με έχει πιάσει ταχυπαλμία με τη σκέψη ότι ο μικρός θα καρφωθεί στο παρμπρίζ -και οι γονείς του μαζί- σε κάποιο ενδεχόμενο φρενάρισμα, και εγώ να διαβαζω για το ατύχημα στο ίντερνετ, και μετά να μην μπορώ να ησυχάσω που άφησα την όλη φάση να περάσει στο ντούκου.

Κατεβάζω το τζάμι και τους κοιτάζω.

Με το πού με παίρνουν χαμπάρι, λέω ήρεμα, «καλά ρε φίλε, το μωρό πάνω στο τιμόνι;».

Αμέσως έσβησε η χαρά και τα γέλια.

Ο τύπος σηκώνει τον μικρό από το μπούτι του, και τον παραδίδει στην τύπισσα μέσα σε ένα ύφος απογοήτευσης πεντάχρονων που άκουσαν την υστερική τους μάνα να τους λέει «τέρμα το παιχνίδι, ώρα για δόντια και ύπνο».

Το φανάρι ανάβει πράσινο και ο καθείς πάει στον προορισμό του. Το ελπίζω δηλαδή ότι θα πάει.

Με πείραξε πολύ αυτή η φάση. Γιατί ξέρω ότι σε μια από τις επόμενες μέρες που θα το ξεχάσουν, πάλι η μ@λακία θα πάει σύννεφο.

Και σκέφτηκα έπειτα, πως όλα αυτά τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα στην αυτοκίνηση, που το αμάξι κόβει αυτόματα όταν πλησιάζεις το προπορευόμενο, που δεν σε αφήνει να πατήσεις διπλή γραμμή, σταματά στα κόκκινα, βγαίνει ένα νεροπίστολο από το τιμόνι αν σε δεί να κλείνεις τα μάτια ή μια μούντζα στην οθόνη του υπολογιστή πορείας όταν οδηγάς και στέλνεις μηνύματα από το κινητό, έχουν στόχο αυτούς τους δυο που συνάντησα.

Πραγματικά, με στεναχωρούν αυτά τα φαινόμενα. Και για λόγους προσωπικούς.

Ξέρεις, όταν ήμαν μικρούλης, η τεχνολογία με γοήτευε πάρα πολύ και προτιμούσα να σκαλίζω τα γκατζετάκια της εποχής, παρά να διαβάζω θρησκευτικά και ιστορία.

Ονειρευόμουν μια μέρα που οι μηχανές και οι υπολογιστές θα κάνουν όλες τις δουλειές και εμείς θα ζούμε σαν παιδιά για πάντα.

Στο ραχάτι, στο παιχνίδι, στις βόλτες και στις μάσες, και από μια φάση και μετά στο κουτούπωμα.

Έλεγα ότι, όταν μεγαλώσω, θα ανοίξω ένα εργαστήριο -είχα σταμπάρει μια μονοκατοικία νεοκλασικού τύπου από αυτές που ήταν παλιά εξοχικά στη Σαλονίκη και γλίτωσε από το τέρας της ανοικοδόμησης, η οποία είχε και θάμνους και δέντρα απ’ έξω- και θα είμαι κάτι σαν τον κύρο Γρανάζη τον εφευρέτη από τα Μίκυ Μάους.

Θα έχω όλων των ειδών τα πράγματα από τεχνολογία να έρχονται μεγάλα και μικρά παιδιά, να παίζουμε, να μαθαίνουμε, να κατεβάζουμε ιδέες πώς θα κάνουμε τις αγγαρείες του κόσμου καλύτερες και πιο εύκολες, να γελάμε και να ζούμε όμορφα.

Όχι αυτό που τελικά ανακάλυψα πώς ήταν η τεχνολογία, όταν την έκανα επάγγελμα.

Άλλο ένα εργαλείο της εξουσίας και μια καταναλωτική αποβλακωμάρα μπροστά σε μικρές και μεγάλες οθόνες με φθηνό περιεχόμενο.

Τέλος πάντων, έγινα πληροφορικάριος τελικά, αλλά πάντα περνάνε από το μυαλό μου σκέψεις τέτοιες, και θαυμάζω ανθρώπους που προσπαθούν μέσα σε αυτό το οργουελικό πλαίσιο που έφτασε το πράγμα, να κάνουν την διαφορά και όσο μου το επιτρέπει η ζωή προσπαθώ να τους στηρίξω.

Ίσως αργότερα τα φέρει η ζωή αλλιώς, και μπορέσω κι εγώ να κάνω κάτι πιο κοντά σε αυτό που νιώθω ως ανθρώπινο.

Σε χαιρετώ,

Παντελής
.
Υ.Γ. Στην παραλία που πάω και τρέχω το πρωί, υπάρχουν διάφορες αποχρώσεις γυμναζομένων. Μου προκαλούν συγκίνηση ένας παππούς και μια γιαγιά. Η γιαγιά έχει κάποια πάθηση γιατί είναι το σώμα της κάπως σκεβρωμένο και πρέπει προφανώς να κινείται για να μην χειροτερέψει. Ο παππούς με πολλή αγάπη και φροντίδα, κάθε πρωί -μα κάθε πρωί- την πηγαίνει πάνω κάτω στην παραλία. Ακούραστος την έχει αγκαλιά και της κρατά το χέρι και βαδίζουν μαζί. Δεν θέλω να κρίνω, χωρίς να ξέρω την περίπτωση τους, αλλά μου φαίνεται ένας πολύ μάχιμος και με ψυχή άνθρωπος που αγαπά τη γιαγιάκα πάρα πολύ. Μπορεί αυτό να θέλω να δω και να μην ισχύει τίποτε από τις σκέψεις που κάνω, αλλά το στομάχι μου -που λες κι εσύ- μου λέει πως υπάρχει αγνή αγάπη μεταξύ τους.

(Αγαπητέ Παντελή, βλέπω πολύ συχνά παιδάκια να κάθονται στο μηχανάκι μπροστά από τους πατεράδες τους, και, φυσικά, χωρίς κράνος. Αυτό, στην αγνή ελληνική ύπαιθρο, είναι κάτι πολύ συνηθισμένο. Δεν ξέρω τι σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι. Μάλλον δεν σκέφτονται. Παντελή, όταν παρατηρείς τους ανθρώπους, διαπιστώνεις πως υπάρχει πολλή αγάπη σε αυτόν τον πολύ μπερδεμένο και χαοτικό κόσμο. Όταν βλέπω αγαπημένα ηλικιωμένα ζευγάρια -που έχουν ζήσει μια ζωή μαζί-, σκέφτομαι πάντα τη στιγμή που ο ένας φεύγει και ο άλλος μένει. Αυτό πρέπει να είναι η απόλυτη απόγνωση. Αλλά και η απώλεια, όπως μαθαίνουμε καλά μεγαλώνοντας, είναι μέρος της ζωής. Βέβαια, προς το τέλος της ζωής, μάλλον είναι αβάσταχτο να χάνεις όλους αυτούς που αγάπησες. Να είσαι καλά. Την αγάπη μου.)

H αναδημοσίευση των κειμένων του pitsirikos.net επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας. Επικοινωνήστε στο pitsiriko@gmail.com.